Ο γνωστός εικαστικός μας μίλησε για τη ζωή του, με αφορμή τη νέα ατομική έκθεσή του «Οροπέδια»
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
10°
Γιώργος Λάνθιμος: Η διαδρομή ενός σκηνοθέτη πέρα από τα συνηθισμένα
Γιώργος Λάνθιμος: Ο Έλληνας σκηνοθέτης που δημιούργησε τον δικό του κινηματογραφικό κόσμο
Αν ρωτήσεις κάποιον στο Χόλιγουντ ποιος είναι σήμερα ένας από τους πιο ξεχωριστούς και αναγνωρίσιμους σκηνοθέτες, είναι πολύ πιθανό να σου αναφέρει τον Γιώργο Λάνθιμο. Αν όμως κάνεις την ίδια ερώτηση σε έναν Έλληνα, μάλλον θα δεις ένα βλέμμα ανάμεσα σε περηφάνια και απορία. Γιατί ο Λάνθιμος δεν θεωρήθηκε ποτέ απλώς ένας Έλληνας δημιουργός – από την αρχή έδειχνε ότι είναι κάτι διαφορετικό, κάτι πέρα από τα συνηθισμένα.
Και αυτή η διαδρομή ενός παιδιού από την Αθήνα προς ένα παγκόσμιο κινηματογραφικό σύμπαν είναι ίσως η πιο απροσδόκητη και συναρπαστική ιστορία που μπορεί να αφηγηθεί κανείς σήμερα για Έλληνα καλλιτέχνη: η ζωή, το έργο, η αισθητική, οι άνθρωποι γύρω του, οι ρίζες του, η σχολή που δημιούργησε, η επιρροή του, η σκηνοθετική του μέθοδος, ο κοινωνικός του αντίκτυπος και οι φωνές ανθρώπων που δούλεψαν δίπλα του.
Ο Γιώργος Λάνθιμος γεννήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1973. Μεγάλωσε στο Παγκράτι, σε μια γειτονιά που συνδύαζε θόρυβο και μοναξιά με τρόπο σχεδόν μυστηριακό. Εκεί, στην Αθήνα, το παιδί που αργότερα θα γύριζε τον «Κυνόδοντα» μάθαινε να παρατηρεί τον κόσμο γύρω του με εμμονή.
Ο πατέρας του, Αντώνης Λάνθιμος, υπήρξε επαγγελματίας καλαθοσφαιριστής του Παγκρατίου, γεγονός που σφράγισε τα παιδικά του χρόνια, καθώς μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον πειθαρχίας, συστηματικής προπόνησης και ομαδικού πνεύματος. Μάλιστα ασχολήθηκε κι ο ίδιος με το μπάσκετ, άθλημα που, όπως έχει δηλώσει ο ίδιος, του καλλιέργησε την πειθαρχία και την παρατηρητικότητα, στοιχεία που αργότερα ενσωματώθηκαν στον τρόπο με τον οποίο εργάζεται.
Η απώλεια της μητέρας του, όταν εκείνος ήταν 17, ήταν το πρώτο μεγάλο ρήγμα. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η διαδρομή του προς την τέχνη ήταν λιγότερο επιλογή και περισσότερο ανάγκη. Μια ανάγκη να φτιάξει κόσμους όπου μπορεί να ελέγξει αυτό που στην πραγματική ζωή δεν ελέγχεται. Συνεργάτης του από τα πρώτα χρόνια θα πει: «Ο Γιώργος πάντα είχε κάτι σιωπηλό. Δεν ήταν ντροπαλός. Ήταν σαν να έβλεπε κάτι πίσω απ’ αυτό που βλέπαμε όλοι».
Η Διοίκηση Επιχειρήσεων, που ξεκίνησε να σπουδάζει, γρήγορα κατάλαβε ότι δεν τον αφορούσε. Η κινηματογραφική και τηλεοπτική σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου ήταν το σημείο όπου ανατρέπεται η πορεία του.
Για την εμπειρία του στη σχολή λέει στο Vanity Fair: «Στην Ελλάδα εξακολουθεί να μην υπάρχει ένα πραγματικά καλό εκπαιδευτικό σύστημα για τον κινηματογράφο». Ένας τότε συμφοιτητής του θυμάται: «Ο Γιώργος δεν είχε ποτέ τη φασαρία του σκηνοθέτη. Είχε την ησυχία. Έκανε τις πιο παράξενες ασκήσεις, αλλά ποτέ δεν τις εξηγούσε».
Πολύ πριν από τον «Κυνόδοντα», γύρω στα δεκαεννιά του, ως νεαρός σκηνοθέτης, έφτιαχνε διαφημίσεις και μουσικά βίντεο με τον ενθουσιασμό και την τεχνική ενός ανθρώπου που δοκιμάζει, παίζει, πειραματίζεται.
Η περίοδος που ο Γιώργος Λάνθιμος δούλεψε στις διαφημίσεις έπαιξε μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωσή του ως σκηνοθέτη. Στα 90s και στις αρχές των 00s έκανε τηλεοπτικά σποτ για γνωστές εταιρείες, δουλεύοντας με γρήγορους ρυθμούς, χαμηλά μπάτζετ και την ανάγκη να δώσει ένα καθαρό, άμεσο μήνυμα. Παρότι οι διαφημίσεις είναι συνήθως μια καθαρά «βιομηχανική» διαδικασία, εκείνος βρήκε χώρο για να πειραματιστεί. Δοκίμασε αυστηρά κάδρα, ιδιαίτερους ρυθμούς και μια πιο ψυχρή, παρατηρητική ματιά στους ανθρώπους. Για τον Λάνθιμο οι διαφημίσεις δεν ήταν απλώς μια δουλειά, ήταν ένα άτυπο σχολείο, όπου έμαθε να δουλεύει με μέτρο, με ακρίβεια και με ένα πολύ προσωπικό ύφος, ακόμη κι όταν οι κανόνες της αγοράς έλεγαν το αντίθετο.
Ένας παλιός συνάδελφός του από διαφημιστική εταιρεία περιγράφει: «Θυμάμαι μια φορά που μας ζήτησε να βάλουμε την κάμερα σε ένα απίθανο σημείο στο πάτωμα, να δείχνει τα πόδια ενός ηθοποιού. Εμείς λέγαμε: “Μα δεν φαίνεται τίποτα”. Εκείνος απλώς είπε: “Θα δείτε”».
Εκείνη την περίοδο σκηνοθέτησε και μουσικά βίντεο κλιπ για μεγάλα ονόματα, όπως τον Σάκη Ρουβά και τη Δέσποινα Βανδή, και μέσα από αυτές τις καθαρά εμπορικές δουλειές βρήκε χώρο να δοκιμάσει ιδέες. Με τον Ρουβά συνεργάστηκε σε κλιπ όπως τα «Θέλεις ή δεν θέλεις» (1998), «Δεν έχει σίδερα η καρδιά σου» (1998), «Υπήρχες πάντα» (1998), «Η καρδιά μου χτυπά» (1998) και «Άντεξα» (2000), ενώ για τη Βανδή υπέγραψε τις «Δέκα Εντολές» (1997) και για τη Στέλλα Γεωργιάδου το «Τώρα μου μιλάει» (1998). Παρότι η ποπ σκηνή ζητούσε ενέργεια, χορό και γρήγορο μοντάζ, ο Λάνθιμος συχνά επέλεγε πιο αργούς ρυθμούς, λιτές κινήσεις και μια απόσταση από το θεαματικό. Έτσι, πολλά από τα κλιπ του δείχνουν ήδη το ενδιαφέρον του για το σώμα, την επανάληψη και τη δημιουργία εικόνων με αυστηρή δομή.
Πριν γίνει γνωστός ως σκηνοθέτης διεθνώς, ο Γιώργος Λάνθιμος είχε ήδη περάσει από σημαντικούς σταθμούς που διαμόρφωσαν το βλέμμα του. Ένας από αυτούς ήταν η συμμετοχή του στις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα, όπου συνεργάστηκε στενά με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου. Εκεί έμαθε πώς να δουλεύει με μεγάλες ομάδες, εντυπωσιακές εικόνες και απαιτητική οργάνωση. Παράλληλα, είχε ασχοληθεί με τη φωτογραφία και τον χορό, κάτι που φαίνεται σήμερα στον τρόπο που σκηνοθετεί. Πριν από την παγκόσμια αναγνώριση, είχε κάνει δουλειές και στο θέατρο, όπου εξασκήθηκε στο να δουλεύει πιο ελεύθερα με τους ηθοποιούς –μια μέθοδος που συνεχίζει να τον χαρακτηρίζει.
Παρά το γεγονός ότι έκανε τα πρώτα του βήματα στην Ελλάδα, ο Λάνθιμος αποφάσισε να μετακομίσει στο Λονδίνο το 2011, για να έχει μεγαλύτερη δημιουργική ελευθερία και περισσότερες δυνατότητες. Το 2013 παντρεύτηκε εκεί, σε κλειστό κύκλο, την Eλληνογαλλίδα ηθοποιό Αριάν Λαμπέντ, με την οποία συμπρωταγωνίστησε το 2010 στην ταινία της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη «Attenberg».
Δεν τον προσέλκυσε το Χόλιγουντ, αλλά ένα περιβάλλον όπου θα μπορούσε να κάνει τις ταινίες που ήθελε χωρίς συμβιβασμούς. Κάτι λιγότερο γνωστό στο ευρύ κοινό είναι η μεγάλη σημασία που δίνει στο μοντάζ. Ο ίδιος έχει πει πως «η ταινία γράφεται στο μοντάζ», γι’ αυτό και συμμετέχει πάντα ενεργά στη διαδικασία. Αυτή η προσήλωση στον ρυθμό και στη λεπτομέρεια εξηγεί γιατί οι ταινίες του έχουν τόσο χαρακτηριστική ατμόσφαιρα και τόσο αυστηρή δομή. Μαζί, όλα αυτά τα στοιχεία δείχνουν έναν δημιουργό που χτίζει τον κινηματογραφικό του κόσμο με συνέπεια και προσωπικό στιλ από τα πρώτα του βήματα μέχρι σήμερα.
Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, ο «Καλύτερός μου φίλος» (2001), την οποία σκηνοθέτησε μαζί με τον Λάκη Λαζόπουλο, μοιάζει περισσότερο με τις ελληνικές τηλεοπτικές παραγωγές των αρχών των 00s παρά με το ιδιαίτερο στιλ που θα αποκτήσει αργότερα. Παρ’ όλα αυτά, φαίνονται ήδη μερικά μικρά «σημάδια» του μέλλοντος: ο τρόπος που στήνει την κάμερα, η προσπάθεια να δείξει μια περίεργη καθημερινότητα, οι αμήχανες παύσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες. Λείπουν όμως όσα γνωρίζουμε σήμερα ως «λανθιμικά» στοιχεία – ο μινιμαλισμός, το παράξενο παίξιμο των ηθοποιών, η ψυχρή παρατήρηση των χαρακτήρων. Έτσι, η ταινία έχει αξία όχι τόσο για το αποτέλεσμα, αλλά επειδή δείχνει τα πρώτα βήματα ενός δημιουργού που αργότερα θα διαμορφώσει το δικό του, πολύ ξεχωριστό ύφος.
Η «Κινέττα» (2005) είναι η πρώτη ταινία όπου βλέπουμε πραγματικά το ύφος που αργότερα θα γίνει «λανθιμικό». Η αφήγηση είναι μινιμαλιστική και οι χαρακτήρες μοιάζουν να λειτουργούν μηχανικά. Η κάμερα παρατηρεί τους ανθρώπους από απόσταση, με αργούς ρυθμούς και αμήχανες κινήσεις. Είναι μια ταινία-πείραμα, που δείχνει πως ο Λάνθιμος ψάχνει τον δικό του τρόπο να μιλήσει για την ανθρώπινη συμπεριφορά έξω από τα συνηθισμένα κινηματογραφικά σχήματα. Η ταινία λειτουργεί ως προπομπός του «Κυνόδοντα». Άναρχη, τολμηρή και με έντονη την αίσθηση ότι ο δημιουργός ετοιμάζει ένα νέο κινηματογραφικό λεξιλόγιο.
Ο «Κυνόδοντας» (2009) είναι η ταινία που έκανε τον Λάνθιμο γνωστό διεθνώς. Μιλά για μια οικογένεια που μεγαλώνει τα παιδιά της απολύτως αποκομμένα από τον έξω κόσμο, επιβάλλοντας δικούς της, παράξενους κανόνες και διαστρεβλωμένη γλώσσα. Η ταινία σοκάρει. Οι ηθοποιοί παίζουν επιτηδευμένα, με περίεργο τρόπο, ενώ η κάμερα παραμένει στατική και αποστασιοποιημένη. Ο «Κυνόδοντας» είναι σκληρός αλλά απόλυτα πρωτότυπος και έδειξε ότι ο Λάνθιμος έχει μια εντελώς δική του οπτική, που δεν μοιάζει με κανενός άλλου.
Οι «Άλπεις» (2011) είναι παράδοξη ταινία αλλά πολύ ανθρώπινη. Το ύφος της είναι ήρεμο, χαμηλών τόνων, με μακρινά πλάνα και πολύ λίγους διαλόγους.
Ο «Αστακός» (2015) είναι η πρώτη του αγγλόφωνη ταινία του και αποτελεί τον διεθνή θρίαμβό του. Το φιλμ σχολιάζει με έξυπνο και συχνά αστείο τρόπο την πίεση της κοινωνίας γύρω από τις σχέσεις, αποδεικνύοντας ότι το βλέμμα του Λάνθιμου μπορεί να συγκινήσει και το διεθνές κοινό.
Στον «Θάνατο του Ιερού Ελαφιού» (2017), ο Λάνθιμος δημιουργεί μια ζοφερή, σχεδόν τρομακτική ιστορία. Η ταινία μοιάζει με σύγχρονη τραγωδία, με ήρεμες αλλά πολύ έντονες σκηνές. Η κάμερα κινείται αργά, σαν να παρακολουθεί από ψηλά, ενώ οι ηθοποιοί διατηρούν έναν παράξενα επίπεδο τόνο. Δείχνει τον Λάνθιμο στο πιο σκοτεινό του πρόσωπο.
Η «Ευνοούμενη» (2018) είναι αστεία ταινία, χωρίς όμως να χάνει τίποτα από το προσωπικό του ύφος. Με ένα εντυπωσιακό καστ –Ολίβια Κόλμαν, Έμα Στόουν, Ρέιτσελ Βάις– ο Λάνθιμος αφηγείται μια ιστορία εξουσίας, ζήλιας και πολιτικών παιχνιδιών στη βασιλική Αυλή. Παράξενοι φακοί, οπτικές παραμορφώσεις και γρήγορο, παιχνιδιάρικο μοντάζ. Το φιλμ είναι διασκεδαστικό και γεμάτο ενέργεια.
Νιώθω τιμή που γνωρίζω τον Γιώργο και είμαι πραγματικά ευγνώμων που μου έδωσε δουλειά. Τον θεωρώ υπέροχο άνθρωπο και είμαι πολύ χαρούμενη που μπορώ να το πω ανοιχτά.
— Ολίβια Κόλμαν
Στο «Poor Things» (2023), ο Λάνθιμος παρουσιάζει μια ιστορία ενηλικίωσης μέσα από ένα φανταστικό, εξωπραγματικό σύμπαν. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί έντονα χρώματα, τολμηρά κοστούμια, περίεργα σκηνικά και μια σχεδόν ζωγραφική αισθητική. Η ταινία μιλά για την ελευθερία, την επιθυμία και την αυτονομία και έχει μια απελευθερωτική, δυναμική ενέργεια που την κάνει να ξεχωρίζει στο σύγχρονο σινεμά.
Οι «Ιστορίες καλοσύνης» (2024) αποτελούν μια πιο απαιτητική, πειραματική δουλειά. Το ύφος θυμίζει περισσότερο την ελληνική περίοδο του Λάνθιμου. Ψυχρό, λιτό και με λεπτό χιούμορ που κάνει την αμηχανία να δείχνει ακόμη πιο διαπεραστική.
Η «Βουγονία» (2025), η νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, ασχολείται με δύο άντρες που πιστεύουν ότι μια γυναίκα-ηγέτης μιας ομάδας ανθρώπων κρύβει κάτι επικίνδυνο. Το φιλμ έχει το γνώριμο ύφος του σκηνοθέτη. Ήρεμη ένταση, παράξενες συμπεριφορές και χιούμορ που εμφανίζεται στα πιο απρόσμενα σημεία.
Ο Λάνθιμος είναι γνωστός για τη δημιουργία σκοτεινών, σουρεαλιστικών και αμήχανα ξεκαρδιστικών κινηματογραφικών κόσμων.
— NEW YORK TIMES
Ο Γιώργος Λάνθιμος έχει κερδίσει μερικές από τις σημαντικότερες διακρίσεις του σύγχρονου κινηματογράφου. Ο «Κυνόδοντας» κέρδισε το Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες και ήταν η επίσημη ελληνική συμμετοχή, μετά από δεκαετίες, για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, ενώ οι «Άλπεις» τιμήθηκαν με το Βραβείο Σεναρίου στη Βενετία. Ο «Αστακός» απέσπασε επίσης μεγάλο βραβείο στις Κάννες, επιβεβαιώνοντας τη διεθνή του πορεία. Με την «Ευνοούμενη», γνώρισε τεράστια αναγνώριση, συγκεντρώνοντας δέκα υποψηφιότητες στα Όσκαρ και δεκάδες βραβεία σε BAFTA και Χρυσές Σφαίρες, με την Ολίβια Κόλμαν να κερδίζει το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου. Το «Poor Things» συνέχισε την επιτυχία, κατακτώντας Χρυσό Λέοντα στο κινηματογραφικό φεστιβάλ Βενετίας και νέα βραβεία, χαρίζοντας στην Έμα Στόουν το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου για την εκρηκτική ερμηνεία της ως Μπέλα Μπάξτερ. Συνολικά, το έργο του Λάνθιμου αναγνωρίζεται σταθερά από τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά φεστιβάλ και θεσμούς του κόσμου, εδραιώνοντάς τον ως έναν από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες της εποχής μας.
Λατρεύω να δουλεύω με τον Γιώργο. Λατρεύω τις ιστορίες που διαλέγει, τους κόσμους που θέλει να εξερευνήσει και τους χαρακτήρες στους οποίους μου έδωσε ευκαιρία να δοκιμαστώ.
— Έμα Στόουν
Ο Λάνθιμος έγινε ο πιο διεθνώς αναγνωρίσιμος εκπρόσωπος του «Greek Weird Wave», όχι επειδή εκείνος το εκπροσώπησε συνειδητά, αλλά επειδή το ύφος του καθόρισε σε μεγάλο βαθμό το πώς είδαν οι ξένοι κριτικοί τη νέα ελληνική δημιουργικότητα. «Greek Weird Wave» είναι ο όρος που χρησιμοποιήθηκε από ξένους κριτικούς για να περιγράψει μια σειρά ελληνικών ταινιών από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και μετά, που είχαν κοινό χαρακτηριστικό την παράξενη, αποστασιοποιημένη και συχνά αλληγορική ματιά πάνω στην ελληνική κοινωνία. Δεν ήταν επίσημο κίνημα ούτε συνειδητή ομάδα δημιουργών, αλλά περισσότερο μια γενιά σκηνοθετών που δούλευαν με χαμηλά μπάτζετ, πειραματικές ιδέες και έντονη ανάγκη να ξεφύγουν από την κλασική ελληνική κινηματογραφική φόρμα.
Από την «Κινέττα» μέχρι τον «Κυνόδοντα» και τις «Άλπεις», ο Λάνθιμος χρησιμοποίησε χαρακτηριστικά που έγιναν «σήμα κατατεθέν» του κινήματος: παράδοξους διαλόγους, σκόπιμη αμηχανία στις ερμηνείες, στατικά κάδρα και θεματολογία που άγγιζε τις οικογενειακές δομές, την εξουσία, το σώμα και τη βία. Οι ταινίες αυτές έδειξαν πως το σινεμά δεν χρειάζεται μεγάλα μέσα για να είναι τολμηρό και πρωτότυπο και αποτέλεσαν το σημείο αναφοράς που οδήγησε στην παγκόσμια αναγνώριση τόσο του ίδιου όσο και ολόκληρης της νέας ελληνικής κινηματογραφικής σκηνής.
Από μοντέρ μέχρι διευθυντές φωτογραφίας, όλοι μιλούν για την εμμονή του Λάνθιμου στη λεπτομέρεια: «Ο Γιώργος δεν λέει ποτέ “ωραία”. Λέει “να το ξαναδούμε”. Έχει μια υπομονή που μοιάζει με ιεροτελεστία».
Ο κόσμος όπως τον βλέπει ο Γιώργος Λάνθιμος πίσω από τις ταινίες του αποτυπώνεται και στα βιβλία που έχει υπογράψει. Το «I Shall Sing These Songs Beautifully» περιλαμβάνει φωτογραφίες από τα γυρίσματα του «Ιστορίες καλοσύνης» και μικρά, ποιητικού ύφους κείμενα. Το «Dear God, the Parthenon Is Still Broken» είναι ένα φωτογραφικό λεύκωμα που παρουσιάζει εικόνες από τα σκηνικά της ταινίας «Poor Things», δείχνοντας πώς φτιάχνεται ένας ολόκληρος φανταστικός κόσμος. Και το «The Lobster Screenplay Book» περιέχει το σενάριο της ταινίας «Αστακός». Όλα μαζί φανερώνουν μια πιο προσωπική δημιουργική πλευρά του Λάνθιμου.
Σήμερα, η σκηνοθεσία του Γιώργου Λάνθιμου διδάσκεται σε πανεπιστήμια, αποτελεί αντικείμενο ανάλυσης σε θεωρητικά βιβλία και ο ίδιος συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους και πλέον αναγνωρίσιμους σκηνοθέτες, με το έργο του να επηρεάζει ανοιχτά μια νέα γενιά κινηματογραφιστών σε Ευρώπη και Αμερική.
Παρά την παγκόσμια αναγνώριση, έμεινε πάντα μακριά από τη λογική της βιομηχανίας και του εύκολου θεάματος, επιμένοντας σε ένα προσωπικό ύφος που δεν κάνει παραχωρήσεις. Αυτό το περιβάλλον ελευθερίας είναι και ο λόγος που τόσο γνωστοί ηθοποιοί έχουν δώσει μαζί του μερικές από τις καλύτερες ερμηνείες τους. Όπως σχολιάζει χαρακτηριστικά ένας συνθέτης που συνεργάστηκε μαζί του, «Ο Γιώργος δεν αλλάζει τον κόσμο του για κανέναν. Ή μπαίνεις σ’ αυτόν ή μένεις απέξω». Και ίσως αυτή η αδιαπραγμάτευτη συνέπεια να είναι ο πυρήνας του ονόματος που χτίστηκε γύρω του, η βεβαιότητα ότι ο Λάνθιμος δεν ακολουθεί το ρεύμα, αλλά το δημιουργεί.
Παρατηρώντας την πορεία του Γιώργου Λάνθιμου, γίνεται ξεκάθαρο ότι δεν μιλάμε απλώς για έναν Έλληνα που «πέτυχε στο εξωτερικό». Μιλάμε για έναν δημιουργό που ξεκίνησε από μικρές παραγωγές στην Ελλάδα και έφτασε να επηρεάζει συζητήσεις σε μεγάλα φεστιβάλ, πανεπιστήμια και διεθνή μέσα. Δεν εκπροσωπεί απλώς το ελληνικό σινεμά – έχει δημιουργήσει το δικό του στιλ, μια προσωπική κινηματογραφική γλώσσα που πολλοί προσπαθούν να μιμηθούν.
Κάθε ταινία του, όσο απλή κι αν φαίνεται στην αρχή, ανατρέπει τα δεδομένα. Αμφισβητεί θεσμούς, σχέσεις, κοινωνικά συστήματα και παρουσιάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά όπως πραγματικά είναι. Αυτό που τον ξεχωρίζει από άλλους μεγάλους δημιουργούς είναι ότι δεν παρουσιάζει ωραιοποιημένες εικόνες ούτε εύκολα συναισθήματα. Δείχνει τον άνθρωπο όπως είναι, με όλα τα καλά και τα δύσκολά του.
Για το σύγχρονο σινεμά, ο Λάνθιμος σηματοδοτεί μια ουσιαστική μετατόπιση ματιάς: δεν επιδιώκει να αναπαραστήσει την πραγματικότητα, αλλά να τη μελετήσει, να την αποδομήσει και να την ανασυνθέσει μέσα από το δικό του βλέμμα. Η πορεία του από το Παγκράτι έως τα διεθνή στούντιο δεν αποτελεί απλώς μια αφήγηση επιτυχίας, αλλά μια διαδρομή επιμονής, συνέπειας και ακέραιας δημιουργικής ταυτότητας.
Δειτε περισσοτερα
Όταν ένα χωριό διακοσίων κατοίκων γίνεται πολιτιστικός προορισμός
Από το Παγκράτι στο παγκόσμιο σινεμά και τη διεθνή αναγνώριση
Μια θρυλική πορεία 60 και πλέον ετών στην αρχιτεκτονική, που συνεχίζει να εξελίσσεται σήμερα στο γραφείο Vikelas Architects με τον γιο του, Αλέξη Βικέλα
Μια προσωπική συζήτηση μακριά από την επικαιρότητα για το οικονομικό-πολιτικό σκηνικό της μεταπολεμικής Ελλάδας και το αύριο της χώρας. Αφορμή το νέο του βιβλίο, «Ελλάδα 1953-2024 - Χρόνος και Πολιτική Οικονομία».
Ο αντιστάρ µεταµορφώνεται ξανά πρωταγωνιστώντας στη µυθική «Λόλα», που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου στο Παλλάς