Ο δημιουργός του Django μοιράζεται την ιστορία του gelato του από τη Σύρο έως το Κουκάκι
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Douglas Knesse: «Μέσω της ζωγραφικής συνδέομαι με τους ανθρώπους δίχως να χρειαστεί να μιλήσω»
O Douglas Knesse, που φιλοξενήθηκε στο φετινό residency της Γκαλερί Ζουμπουλάκη, μας μιλά για το έργο του
O Douglas Kneese, με καταγωγή από το Ρίο ντε Τζανέιρο, έχει έρθει για residency στην Ελλάδα στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη και εδώ παρουσιάζει μια σειρά από έργα εμπνευσμένα από την Ελλάδα, τα ταξίδια του σε κάποια νησιά και την Αθήνα, με τον θόρυβό της και τους έντονους ρυθμούς της. Η έκθεση έχει τον τίτλο «Dreaming was not enough» και θα διαρκέσει από τις 9 έως τις 25 Ιουλίου.
Λίγο πριν τα εγκαίνια της έκθεσης, μπήκαμε στο ατελιέ του Douglas Kneese, όπου μας ξενάγησε στα έργα του, ενώ μου εξήγησε πώς βλέπει την Αθήνα και την Ελλάδα, ποια στοιχεία από τη χώρα του φέρνει μαζί του, πώς δουλεύει, ποια είναι τα αγαπημένα του χρώματα, αλλά και ποια τα επόμενα σχέδιά του. Μαζί του η σύζυγός του Julia Neves, φοβερή φωτογράφος και συνοδοιπόρος του, δυο νέα, φωτεινοί και χαμογελαστοί καλλιτέχνες με θετική διάθεση. Ανάμεσα σε καμβάδες, έντονα χρώματα και αυθεντική διάθεση, μου μίλησε για τη γεμάτη κίνηση δημιουργική του διαδικασία, τη σύνδεση των τροπικών στοιχείων της πατρίδας του με το ελληνικό τοπίο, και τη φιλοσοφία του να δίνει νέα ζωή σε αντικείμενα που κουβαλούν τη δική τους ιστορία.
Μπήκαμε στο ατελιέ του Douglas Knesse λίγο πριν τα εγκαίνια της έκθεσής του στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη
Η κίνηση, τα ίχνη και ο μουσαμάς των φορτηγών
Ξεκινώντας να μιλά, μου ομολογεί πώς ήρθε η τέχνη στην ζωή του. «Ήταν ένας τρόπος έκφρασης για μένα, ένας τρόπος σύνδεσης με τους άλλους. Ήμουν ένα πολύ ήσυχο και λιγομίλητο παιδί. Οπότε όταν ζωγραφίζω είναι σαν να μιλάω, να εκφράζομαι και να συνδέομαι με τον κόσμο. Άλλωστε η ζωγραφική σε συνδέει με τους πάντες. Δεν χρειάζεται να μιλάς την ίδια γλώσσα». Καθώς με ξεναγούσε στο ατελιέ του στο Μοναστηράκι, άρχισε να μου εξηγεί το πώς δουλεύει. «Συνήθως τοποθετώ τους καμβάδες μου στο πάτωμα και εκεί ζωγραφίζω. Αλλά μου αρέσει να δημιουργώ πολλά έργα ταυτόχρονα. Τα βάζω στον τοίχο για να έχω καλύτερη οπτική, αλλά συνήθως δημιουργώ στο πάτωμα. Καθώς δουλεύω εδώ, θυμάμαι ξαφνικά μια ιδέα που είχα για ένα άλλο έργο και πηγαίνω εκεί να βάλω χρώμα. Είναι μια διαρκώς μεταβαλλόμενη κατάσταση. Για μένα άλλωστε η διαδικασία παραγωγής είναι πάντοτε πολύ ζωντανή. Για αυτό και τα ίχνη που αφήνω βγαίνουν από μια γρήγορη και άμεση κίνηση. Γενικώς όταν δουλεύω, δρω με έναν αυθορμητισμό, πίσω από τον οποίο ωστόσο κρύβεται μια πρόθεση και προσπαθώ να εξισορροπήσω το έργο μου ανάμεσα στο αυθόρμητο και το στοχευμένο.
Παρατηρώ επίσης τα υλικά σου. Τι χρησιμοποιείς;
Εδώ είναι καμβάς, πάνω στον οποίο χρησιμοποιώ ακρυλικό αλλά και λαδοπαστέλ. Μου αρέσει η αίσθηση του σχεδίου που δίνουν τα λαδοπαστέλ πάνω στο ακρυλικό και πάνω στον καμβά γενικότερα. Μερικές φορές ενδέχεται να χρησιμοποιήσω και σπρέι σε κάποιο έργο μου.
Προχωρώντας στο ατελιέ φτάνουμε στο μοναδικό έργο που είναι φιλοτεχνημένο πάνω σε μουσαμά φορτηγού, ένα υλικό που αγαπά ο Knesse. Μου εξηγεί πώς ξεκίνησε να το χρησιμοποιεί:
Είναι το μοναδικό έργο της συγκεκριμένης έκθεσης που δεν είναι φτιαγμένο σε καμβά αλλά πάνω σε αυτόν τον μουσαμά φορτηγού, από αυτούς που χρησιμοποιούν για να καλύψουν τα εμπορεύματα. Τον συγκεκριμένο τον βρήκα στη Βραζιλία και είναι ο μόνος από τη συλλογή μου που έφερα μαζί μου σε αυτό το residency. Δεν είναι εύκολη η μεταφορά του αλλά ήθελα οπωσδήποτε να υπάρχει έστω ένα τέτοιο έργο καθώς είναι πολύ σημαντικό για τη δουλειά μου. Όπως βλέπεις, έχει πάνω διάφορες τρύπες και μπαλώματα. Δεν έχω πειράξει καθόλου τα μπαλώματά του. Δεν ήθελα να τα αφαιρέσω ή να τα καλύψω. Ζωγραφίζω γύρω-γύρω από αυτά.
Τι σε ελκύει σε αυτό το υλικό και πώς ξεκίνησες να συλλέγεις μουσαμάδες;
Aυτοί οι μουσαμάδες είναι γεμάτοι ιστορία, γεμάτοι από τα χιλιόμετρα που έχουν διανύσει στη Βραζιλία. Για μένα, αυτά τα μπαλώματα είναι σαν τις δικές μας ουλές. Αυτά που δεν μπορούμε να κρύψουμε, ή οι «διορθώσεις» που πρέπει να κάνουμε για να συνεχίσουμε να περπατάμε. Είναι η ιστορία της προσπάθειάς μας να κρατηθούμε όρθιοι. Άρχισα να τους συλλέγω πριν από λίγα μόλις χρόνια, νομίζω το 2022. Τον πρώτο τον εντόπισα πάνω σε ένα φορτηγό εν κινήσει μάλιστα. Φώναξα τον οδηγό, σταμάτησε και του είπα «χρειάζομαι τον μουσαμά σου, θέλω να τον αγοράσω». Γίναμε φίλοι. Πλέον συνεργάζομαι μαζί του κι επειδή οι μουσαμάδες φθείρονται από τη χρήση και τους αλλάζουν συχνά, μου κρατάει όσους αποσύρουν. Μπορεί να έχουν τρύπες και μπαλώματα αλλά εμένα δεν με ενδιαφέρει. Γιατί εντάσσοντάς τους στο έργο μου, τους δίνω νέα ζωή.
Για μένα οι μουσαμάδες των φορτηγών είναι γεμάτοι ιστορία, γεμάτοι από τα χιλιόμετρα που έχουν διανύσει στη Βραζιλία. Τα μπαλώματά τους είναι σαν τις δικές μας ουλές, οι «διορθώσεις» που πρέπει να κάνουμε για να συνεχίσουμε να περπατάμε. Είναι η ιστορία της προσπάθειάς μας να κρατηθούμε όρθιοι.
Από τους Φοίνικες του Ρίο στους κάκτους της Κιμώλου
Στα έργα σου βλέπουμε συχνά τροπικά σύμβολα, όπως φοίνικες, αλλά τώρα βλέπω και πολλούς κάκτους. Σε συνδέουν με την πατρίδα σου;
Ακριβώς, οι φοίνικες με συνδέουν με τη γενέτειρά μου. Είναι ένα δέντρο που βρίσκεται παντού, γύρω από όλους τους ανθρώπους, πλούσιους ή φτωχούς. Μου θυμίζει την παιδική μου ηλικία, τον ωκεανό και το σερφ. Για μένα ο φοίνικας είναι το σύμβολο του παραδείσου. Όταν έφτασα στην Ελλάδα, περίμενα να δω παντού βουκαμβίλιες. Αντίθετα, «κόλλησα» με τους κάκτους! Έχει πάρα πολλούς στην Κίμωλο, στη Βουλιαγμένη, παντού στη φύση. Εντυπωσιάστηκα, δεν ήξερα ότι η Ελλάδα έχει τόσους κάκτους. Ο κάκτος είναι ένα απίστευτα δυνατό φυτό, αντέχει στη ζέστη και την ξηρασία. Έτσι, έκανα μια σύνδεση στο μυαλό μου με τους φοίνικες. Στα περισσότερα έργα μου, αν κοιτάξεις προσεκτικά, υπάρχει ένας φοίνικας κρυμμένος πίσω ή μέσα από τον κάκτο.
Ψάξτε τους κρυμμένους φοίνικες στα έργα που θα δείτε στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη. Δεν είναι πάντοτε εύκολο να τους εντοπίσετε!
Αναφέρεσαι κυρίως στις φραγκοσυκιές, στα φυτά που έχουν μάλιστα και καρπούς που τρώγονται
Ναι, είδα πολλά τέτοια φυτά. Και μάλιστα συνδέονται και με το έργο μου, καθώς με απασχολεί η φύση και οι καρποί της και ιδιαίτερα τα φρούτα. Βάζοντάς τα στα έργα μου, δεν αποτελούν πλέον φρούτα για το στομάχι μας, για το σώμα μας, αλλά για την ψυχή μας.
Και τα χρώματά σου είναι εξαιρετικά ζωντανά. Τι σημαίνει το χρώμα για σένα;
Εδώ στα περισσότερα έργα χρησιμοποιώ το μπλε, καθώς μου ταιριάζει πολύ με την Ελλάδα. Για μένα κάθε χρώμα κουβαλάει ένα συναίσθημα. Και δεν μου αρέσει απλώς να αναπαριστώ φυσικά τοπία, θέλω να βγαίνει ένα συναίσθημα μέσα από αυτά. Για ένα διάστημα ήμουν κλεισμένος στο στούντιο με τον αδελφό μου, ο οποίος είναι ράπερ. Σε κάθε μουσική που ακούγαμε, ρωτούσαμε ο ένας τον άλλον: «Τι χρώμα σου θυμίζει αυτό το κομμάτι;». Για μένα η μουσική έχει χρώματα και τα χρώματα μεταδίδουν συναισθήματα. Προσπάθησα κάποια στιγμή να κάνω κάτι σε ασπρόμαυρο, αλλά δεν μπορώ! Η χρήση πολλών και έντονων χρωμάτων είναι κάτι που βγαίνει από μέσα μου. Νομίζω ότι αυτό έχει να κάνει και με το μέρος όπου μεγάλωσα: είχε έντονα χρώματα, πράσινο, δυνατό ήλιο, καρναβάλι. Μοιάζει πολύ με εδώ άλλωστε. Εδώ έχει και πολύ χρώμα στους δρόμους.
Η ελληνική εμπειρία: αρχαία αγγεία, η ενέργεια της Αθήνας και η ησυχία των νησιών
Στα νέα σου έργα βλέπουμε και αρχαία ελληνικά αγγεία, αμφορείς. Πώς προέκυψε αυτό;
Είναι κάτι καινούργιο, γεννήθηκε εδώ κατά τη διάρκεια του residency. Φυσικά είδα αγγεία στα μουσεία και στα νησιά, αλλά έχει πλάκα γιατί από μικρός ήμουν τεράστιος θαυμαστής της ταινίας «Ηρακλής» της Disney, όπου οι Μούσες εμφανίζονται πάνω στα αγγεία και μιλάνε! Πέρα από αυτό, μου θυμίζουν έντονα την Αθήνα και την ιστορία της. Στο παρελθόν, αυτά τα αντικείμενα ήταν χρηστικά – προορίζονταν για να φυλάσσεται το νερό ή το λάδι. Δεν ξεκίνησαν ως «ιστορικά εκθέματα», έγιναν σημαντικά με τον χρόνο. Το ίδιο αισθάνομαι και για τη δουλειά μου. Τα εντάσσω στα έργα μου με έναν τρόπο παιχνιδιάρικο, γιατί η τέχνη μου θέλω να έχει πάντα τη διάσταση της ψυχαγωγίας.
Πώς σου φάνηκε η Αθήνα σε σχέση με τα νησιά που επισκέφτηκες, όπως η Κίμωλος, η Μήλος και η Ύδρα, κατά τη διάρκεια της παραμονής σου στη χώρα μας;
Είναι εντελώς διαφορετικοί κόσμοι, αλλά η Αθήνα με εξέπληξε θετικά, μου άρεσε πολύ περισσότερο απ' ό,τι περίμενα. Στη Βραζιλία κάποιοι έλεγαν ότι είναι λίγο βρώμικη, αλλά εμένα δεν με νοιάζει αυτό. Βρίσκω την περιοχή εδώ στο κέντρο εξαιρετικά ζωντανή και δονούμενη. Περπατάς και βλέπεις αρχαιολογικούς χώρους που στέκονται εκεί από την απαρχή του πολιτισμού. Αυτή η δόνηση της πόλης πέρασε και στα έργα μου, τα έκανε πιο έντονα.
Στα νησιά -και ειδικά στην Κίμωλο, που μας άρεσε πάρα πολύ- ο ρυθμός είναι πιο χαλαρός. Και αυτό αποτυπώθηκε στη συνέχεια: τα έργα που έκανα μετά το ταξίδι μου στα νησιά είναι πιο ήρεμα, με λιγότερα χρώματα, όπου κυριαρχεί το λευκό και το μπλε.
Στη Βραζιλία ζεις επίσης στο κέντρο της πόλης;
Όχι, ζούμε μέσα στη φύση, στο Ρίο. Το σπίτι μας ακουμπάει σε έναν μεγάλο βράχο και συνδέεται με το τροπικό δάσος του Ατλαντικού. Έχει απίστευτη υγρασία, αλλά η παραλία είναι μόλις 10 λεπτά μακριά. Είναι φανταστικά. Ωστόσο, εδώ στην Αθήνα νιώθω σαν στο σπίτι μου. Η ενέργεια, οι άνθρωποι που περπατάνε στους δρόμους, η αίσθηση της γειτονιάς… Όλα συνδέθηκαν πολύ φυσικά στο μυαλό μου
Πώς προέκυψε η συνεργασία σου με την Γκαλερί Ζουμπουλάκη; Έχεις ξανακάνει residency;
Πολύ οργανικά. Ακολουθούσα την γκαλερί στο Instagram, με ακολουθούσαν κι εκείνοι. Η Δάφνη Ζουμπουλάκη είδε τη δουλειά μου σε μια γκαλερί στο Λος Άντζελες, τη Sinkovitz Gallery. Μου πρότεινε να έρθω για το residency. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ πριν να επισκεφτώ την Ελλάδα, αλλά είπα αμέσως «πάμε να το κάνουμε». Μου αρέσει να ρισκάρω και να πιέζω τον εαυτό μου να δημιουργεί κάτω από νέες συνθήκες.
Είναι το δεύτερο residency που κάνω – το πρώτο ήταν στο Κέιπ Τάουν το 2024. Είμαι τυχερός άνθρωπος, δουλεύω σκληρά κάθε μέρα, αλλά νιώθω ότι τα πράγματα στη ζωή μου έρχονται πολύ φυσικά.
Τα επόμενα σχέδιά σου;
Εγκαινιάζεται αύριο η έκθεση στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη, ενώ παράλληλα συμμετέχω δυο ακόμη ατομικές εκθέσεις, στο Σίδνεï και στο Μαïάμι που ξεκινούν επίσης αυτές τις μέρες. Οπότε το έργο μου θα εκτίθεται παράλληλα σε τρία εντελώς διαφορετικά σημεία του πλανήτη το ίδιο χρονικό διάστημα.
Πώς αισθάνεσαι που τα έργα σου ταξιδεύουν ανά τον κόσμο;
Συνδέω την απάντησή μου με τον τίτλο της τωρινής μου έκθεσης στην Αθήνα: «Dreaming was not enough». Το όνειρό μου ήταν να συνδέομαι με τους ανθρώπους και η τέχνη μου έδωσε αυτή τη δυνατότητα. Στη Βραζιλία η κατάσταση είναι δύσκολη για έναν καλλιτέχνη, και όχι μόνο. Κι εδώ είναι δύσκολα. Αλλά τουλάχιστον είστε στην Ευρώπη. Οπότε αυτή τη στιγμή ζω το όνειρό μου. Θεωρώ άλλωστε ότι ο τρόπος που επιλέγουμε να ζήσουμε βελτιώνει τη ζωή μας ή τη δυσκολεύει ακόμη περισσότερο. Και κυρίως ο τρόπος που σκεφτόμαστε. Τα προηγούμενα χρόνια προσπάθησα πολύ, είχα πολλές αποτυχίες αλλά δεν το έβαλα κάτω. Είμαι καλλιτέχνης εδώ και 12 χρόνια, παρόλο που είμαι νέος σε ηλικία. Βίωσα πολλές αποτυχίες μέχρι να φτάσω ως εδώ αλλά κυνήγησα πολύ τις δικές μου ουτοπίες, τον δικό μου παράδεισο.
Πιστεύεις ότι είσαι κοντά στον δικό σου παράδεισο;
Πιστεύω ότι τώρα είμαι στον παράδεισο (γέλια)! Είμαι στην Ελλάδα, επισκέφτηκα τα ελληνικά νησιά, τρώω ελληνικό φαγητό...
Πώς θα όριζες εντέλει τον παράδεισο;
Ο παράδεισος είναι μέσα μας. Και νομίζω ότι με την τέχνη μου προσπαθώ να μιλήσω για τον εσωτερικό μου κόσμο. Άλλωστε πιστεύω ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε την εξωτερική μας κατάσταση αν δεν αλλάξουμε πρώτα το μέσα μας. Όταν τα έχεις βρει με τον εαυτό σου, τότε είσαι στον παράδεισο!
ΙΝFO
Γκαλερί Ζουμπουλάκη, 9 έως 25 Ιουλίου
Δείτε περισσότερα για την έκθεση στον city guide της Athens Voice
Δειτε περισσοτερα
Μπήκαμε στο ατελιέ του καλλιτέχνη λίγο πριν τα εγκαίνια της έκθεσής του «Dreaming was not enough» στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη
Ένα τετραήμερο μουσικό mini fest στην αυλή του Black Duck από τις 13 έως τις 16 Ιουλίου, από την ATHENS VOICE και το VOICE RADIO
Ο μεγάλος γλύπτης μάς ξενάγησε στο πρότζεκτ «Θεόδωρος Παπαγιάννης- Γνώθι σαυτόν», που επιμελείται ο Τάκης Μαυρωτάς
Η φωτογράφος μιλά για την εικόνα ως εργαλείο σκέψης, τη σχέση ανθρώπου και τόπου, την καλλιτεχνική έρευνα και τη σημασία της ανθρώπινης ματιάς στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
Μιλήσαμε με τους συντελεστές της παράστασης «Ανα-τίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά» σε σκηνοθεσία Θοδωρή Αθερίδη