Life in Athens

Μαρίνα Αγαθαγγελίδου: Η επιστροφή της όρασης

«Το θέατρο και το σινεμά σού οργανώνουν την όραση, τους την παραδίδεις και την αποθεώνουν, σου την επιστρέφουν ξαναγεννημένη, και γιατί, ως γνωστόν, η τέχνη πάντα σώζει την κατάσταση»

32014-72458.jpg
A.V. Guest
ΤΕΥΧΟΣ 1003
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Μαρίνα Αγαθαγγελίδου
Μαρίνα Αγαθαγγελίδου © Νatalia Reich

Η συγγραφέας, μεταφράστρια και θεατρολόγος Μαρίνα Αγαθαγγελίδου γράφει για το καλοκαίρι στην Αθήνα

Καλοκαίρι στην Αθήνα σημαίνει ν’ αρχίσεις να ξαναβλέπεις την πόλη, να εμπιστευτείς πάλι την όραση. Στις πόλεις της Κεντρικής και της Βόρειας Ευρώπης οι άνθρωποι τον χειμώνα δεν ξεμυτίζουν εύκολα, μένουν κρυμμένοι στα σπίτια τους ή στα γραφεία τους, κι αν δεν αντέχουν να μείνουν άλλο εκεί, τρυπώνουν σε κάποιο μπαρ. Αν ξεμυτίσουν, δεν ξεχνούν να φορέσουν τις πανοπλίες τους και παίρνουν αγκαλιά το σκοτάδι. Με το που σκάσει ο πρώτος σοβαρός ήλιος, όμως, βγάζουν τις πανοπλίες, ξεχύνονται έξω ανενδοίαστα και η πόλη αλλάζει. Στην Αθήνα, αντίθετα, βλέπεις ανθρώπους έξω όλο τον χρόνο, ακάλυπτους, χωρίς πανοπλία. Τους βλέπεις όμως στ’ αλήθεια; Είμαστε όλοι βαθιά χωμένοι στον εαυτό μας, σε αυτό που συμβαίνει κάθε στιγμή στο κεφάλι μας, βαθιά χωμένοι στην οθόνη του κινητού μας, στα προγράμματα, στις προθεσμίες, στους απλήρωτους λογαριασμούς, στις κακές ειδήσεις, στο άγχος που δεν λέει να μας αφήσει, και ξεχνάμε να σηκώσουμε το βλέμμα, να παρατηρήσουμε ένα πρόσωπο, ένα κτίριο, ένα δέντρο. Τα πράγματα αποκτούν ενδιαφέρον όταν τα κοιτάς με προσοχή και ευμένεια.

Όχι ότι το καλοκαίρι μάς αφήνει το άγχος. Στη δουλειά δυσφορείς περισσότερο περιμένοντας τις διακοπές, αλλά, αν δεν έχεις χρήματα/σχέση/φίλους που δεν θα πάνε διακοπές με τη σχέση τους/όλα τα παραπάνω, τι διακοπές να πας; Απελπισία. Οι πόλεμοι δεν σταματούν το καλοκαίρι, οι τιμές των προϊόντων δεν πέφτουν, άλλη μια γυναικοκτονία συμβαίνει την ώρα που εσύ ρουφάς τον καφέ με το καλαμάκι κι ύστερα παίζεις με τα παγάκια.

Κι όμως, το βλέμμα, μονίμως ενοχικό και κουρασμένο, αλλάζει σιγά σιγά, όσο οι μέρες μεγαλώνουν. Παίρνει ωθήσεις απ’ την καρδιά, αναδιατάσσεται, πλαταίνει για να χωρέσει μέσα του περισσότερα, ξεκολλάει απ’ την οθόνη, τολμά να ακουμπήσει πάνω στα πράγματα, να σταθεί εκεί για λίγο, χωρίς βιασύνη. Ρουφάει τα χρώματα,τις γραμμές, επικεντρώνεται στα μικρά, στις λεπτομέρειες, παρατηρεί, ξεχνιέται, αναπολεί. Η αναπόληση δεν κρατάει πολύ, γιατί το βλέμμα πέφτει σύντομα στα εκτεθειμένα σώματα των άλλων, στις γάμπες, στα γόνατα, στους αστραγάλους, στους ώμους, στα μπράτσα, πέφτει στις τρίχες, στα τατουάζ, στους καλογυμνασμένους μυς και στο περιττό λίπος… το βλέμμα παθαίνει ένα μικρό βραχυκύκλωμα, ποθεί ή και όχι, συγκρίνεται ή και όχι. Κι ύστερα πέφτει στις διαφημίσεις, στα σώματα που φωτογραφήθηκαν για τις ανάγκες επίδειξης της καλοκαιρινής πραμάτειας της τάδε πολυεθνικής ρούχων ή του τάδε πολυκαταστήματος καλλυντικών, πολύχρωμα μπικίνι και πρωτοποριακά αντηλιακά, πέφτει φευγαλέα το βλέμμα στα χάρτινα σώματα μέσα απ’ το παράθυρο του λεωφορείου κι αμέσως μετά πέφτει στη ροζ και τιρκουάζ μαντίλα της κοπέλας που ανέβηκε στην προηγούμενη στάση και κρύβει όλα της τα μαλλιά, δεν περισσεύει ούτε τρίχα.

Τα βράδια του καλοκαιριού η πόλη ομορφαίνει σαν να την άγγιξε κάποιο μαγικό ραβδί, κι ας είναι όλα εκεί, ίδια και απαράλλαχτα: οι πολυκατοικίες, τα παλιά και τα φρέσκα συνθήματα στους τοίχους, οι κεραίες, ο ουρανός, το φεγγάρι, οι άστεγοι, τα αδέσποτα, τα petshops, τα sex shops, τα γαλακτοπωλεία, τα νυχάδικα, τα γυμναστήρια, τα βενζινάδικα. Το σκηνικό της ζωής μας. Ορθοπεδικά είδη, βαφές αυτοκινήτων, πόρτες ασφαλείας. Άντε να φεύγουμε. Να φύγουμε, να πάμε πού;

Πάντα μου άρεσε η Αθήνα το καλοκαίρι. Ειδικά στις αρχές του καλοκαιριού, που ανοίγουν τα θερινά και ξεκινούν οι παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών, γιατί το θέατρο και το σινεμά σού οργανώνουν την όραση, τους την παραδίδεις και την αποθεώνουν, σου την επιστρέφουν ξαναγεννημένη, και γιατί, ως γνωστόν, η τέχνη πάντα σώζει την κατάσταση. Πιο μικρή ακόμα, στη γειτονιά που μεγάλωσα, τον Κολωνό, γδέρναμε τα γόνατά μας στον δρόμο, μετράγαμε πόσα παγωτά είχαμε φάει και δεν θυμόμασταν καν ότι η Αθήνα βγάζει σε θάλασσα. Μπάνια περιμέναμε να κάνουμε στα νησιά, όπου μας πήγαιναν οι γονείς μας. Όσο και να μου άρεσε η Αθήνα, ήθελα να φεύγω, πρώτα στα νησιά, αργότερα στο εξωτερικό. Τώρα, που μένω χρόνια στο εξωτερικό, περιμένω κάθε φορά να επιστρέψω σ’ αυτήν, δεν πά’ να ’ναι και κατακαλόκαιρο, μες στην κάψα· περιμένω να με τυλίξει η πόλη με τον θερμό της αέρα κι εγώ να μη χορταίνω να κοιτάω.

*Η Μαρίνα Αγαθαγγελίδου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1984 και από το 2010 ζει στο Βερολίνο, επιστρέφει όμως συχνά στη γενέθλια πόλη της. Είναι συγγραφέας, μεταφράστρια και θεατρολόγος. Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί το πρώτο της μυθιστόρημα, «Ρεπεράζ» (2025).

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY