Πολιτικη & Οικονομια

Τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ΝΔ και ο Σαμαράς

Ο σεβασμός των δικαιωμάτων της κάθε μειοψηφίας δεν είναι woke ατζέντα, αλλά συστατικό στοιχείο του δημοκρατικού πολιτεύματος

giannis-meimaroglou.jpg
Γιάννης Μεϊμάρογλου
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Αντώνης Σαμαράς
© ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΝΙΚΟΣ ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗΣ

Πώς η πολιτική πίεση του Αντώνη Σαμαρά διαμορφώνει τη στάση της Νέας Δημοκρατίας σε μεταναστευτικό, οικογένεια και ανθρώπινα δικαιώματα

Το μαρτύριο της σταγόνας στο οποίο υποβάλλει την κυβέρνηση και τη ΝΔ ο Αντώνης Σαμαράς συνεχίζεται με αργό και βασανιστικό ρυθμό. Η συνειδητή καθυστέρηση της εξαγγελίας της ίδρυσης της νέας «Πολιτικής Άνοιξης» αναμένεται να αποφέρει στον πρώην πρωθυπουργό πολλαπλά οφέλη τα οποία μπορεί να αποδειχθούν πολύτιμα στην κάλπη των επόμενων εθνικών εκλογών.

Πιο συγκεκριμένα, η καθυστέρηση αυτή περιορίζει τη φθορά που φυσιολογικά θα έχει η μακρόχρονη προεκλογική εκστρατεία ενός μονοθεματικού κόμματος που στοχεύει αποκλειστικά στην ανατροπή του σημερινού πρωθυπουργού ενώ, ταυτόχρονα, προστατεύει τον πρώην αρχηγό της ΝΔ από την κριτική των στελεχών της που ελπίζουν ότι τελικά δεν θα κάνει κόμμα. Αλλά και όσα στελέχη της κυβέρνησης αποτολμούν να συγκρουστούν μαζί του, «μαζεύονται» - διακριτικά ή αδιάκριτα - από το Μαξίμου.

Ο πρώην αρχηνός της αντιμνημονιακής ΝΔ των Ζαππείων και στη συνέχεια πρωθυπουργός της μνημονιακής τρικομματικής συγκυβέρνησης έχει την δική του ατζέντα την οποία επιχειρεί, σταθερά και διαχρονικά, να επιβάλλει στον δημόσιο διάλογο.

Παλιότερα, στην ημερήσια διάταξη της ατζέντας ήταν αποκλειστικά το σύνθημα «η Μακεδονία είναι μία και είναι Ελληνική», τα τελευταία χρόνια είναι η θεωρία των μονίμως «ταραγμένων νερών» του Αιγαίου, οι ακραίες θέσεις για το μεταναστευτικό αλλά και η αυτόκλητη υπεράσπιση του θεσμού της «κανονικής», κατά τον Αντώνη Σαμαρά, οικογένειας.

Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι το γεγονός ότι ο πρώην πρωθυπουργός επιμένει στις πάγιες απόψεις του αλλά ότι η κυβέρνηση συμπλέει, ολοένα και συχνότερα, με τις «πατριωτικές» του θέσεις, υποχωρώντας ακόμα και από δικές της προηγούμενες αποφάσεις που της κόστισαν πολιτικά.

Δύο παραδείγματα των τελευταίων ημερών είναι χαρακτηριστικά της σκλήρυνσης της κυβερνητικής στάσης σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Την πρώτη αφορμή την έδωσαν τα δραματικά γεγονότα στην ισπανική πόλη Θέουτα, εκεί όπου επιχείρησαν να εισέλθουν δεκάδες χιλιάδες μετανάστες μετά από συντονισμένο κάλεσμα μέσω του διαδικτύου.

Μπορεί η ψύχραιμη στάση της ισπανικής κυβέρνησης να απέτρεψε τα χειρότερα και οι μετανάστες να επιστρέφουν απογοητευμένοι στο μαροκινό έδαφος, αλλά δεν απέτρεψε την κοινή επιστολή-αντίδραση των 22 ευρωπαίων ηγετών -ανάμεσά τους και ο Κυριάκος Μητσοτάκης- η οποία αποδεικνύει πόσο εύθραυστη μπορεί είναι η συνθήκη Σένγκεν σε κρίσιμες συνθήκες.

«Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε οι ανεξέλεγκτες μαζικές διελεύσεις, η εργαλειοποίηση της μετανάστευσης ή άλλες υβριδικές απειλές να δημιουργήσουν την αντίληψη ότι η παράνομη είσοδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι δυνατή. Ότι η παράνομη είσοδος ενός μετανάστη μπορεί να μετατραπεί σε νόμιμη παραμονή», ανέφεραν χαρακτηριστικά οι ευρωπαίοι ηγέτες αφήνοντας περιθώρια για την επανεξέτασητης συνθήκης Σένγκεν.

Ωστόσο, η κατά τα άλλα «φρόνιμη» Μελόνι που τώρα ξιφουλκεί κατά της Ισπανίας, δεν αντιμετώπισε ποτέ στο παρελθόν το ενδεχόμενο αποπομπής της χώρας της από την συνθήκη Σένγκεν αν και η Ιταλία έχει δεχθεί τα τελευταία πέντε χρόνια διπλάσιους μετανάστες από την Ισπανία και την Ελλάδα.

Η ελληνική κυβέρνηση έσπευσε δια του αρμόδιου υπουργού της να υπερηφανευτεί για τη δική της στάση: «Οι σκληρές πολιτικές, η διπλωματία και ο αγώνας των γυναικών και ανδρών του λιμενικού φέρνουν αποτελέσματα» είπε χαρακτηριστικά ο Θάνος Πλεύρης. Αναφέρεται προφανώς στην τρίμηνη αναστολή της αποδοχής αιτήσεων ασύλου που αποφάσισε πέρσι η κυβέρνηση και η οποία παραβίαζε τα καίρια δικαιώματα των δικαιουμένων άσυλο μεταναστών.

Ίσως, ο πρωθυπουργός θα έπρεπε να αναλογιστεί τι θα γινόταν αν, στις κρίσιμες στιγμές της μεγάλης πίεσης προς τη χώρα μας από τις μεταναστευτικές ροές, θα δεχόταν να εξαιρεθεί η Ελλάδα από τη συνθήκη Σένγκεν με όλες τις συνέπειες που θα είχε μια τέτοια εξέλιξη για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Είναι φανερό ότι η Ευρώπη δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει ξέφραγο αμπέλι επιτρέποντας την ανεξέλεγκτη είσοδο μεταναστών. Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, η εποχή που οι μετανάστες «λιαζόντουσαν» ή «εξατμιζόντουσαν» έχει παρέλθει οριστικά. Το φαινόμενο των μαζικών εισροών δεν μπορεί να γίνει ανεκτό ούτε από τις ευρωπαϊκές χώρες αλλά ούτε και από τα θύματα των διακινητών τα οποία βλέπουν τα όνειρά τους για μια αξιοπρεπή ζωή να διαψεύδονται δραματικά.

Ωστόσο, η αποτροπή καταστάσεων που θα αναβιώσουν τον Έβρο, την Λαμπεντούζα ή την Θέουτα δεν μπορεί να επιτευχθεί ούτε με τη αναστολή της συνθήκης Σέγκεν ούτε με την καταπάτηση στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά με την πιστή εφαρμογή των κανόνων του Ευρωπαϊκού Συμφώνου Μετανάστευσης και Ασύλου.

Ταυτόχρονα θα πρέπει να προχωρήσουν ο σχεδιασμός και η υλοποίηση της αναπτυξιακής βοήθειας προς τις χώρες προέλευσης των προσφύγων και των μεταναστών. Έτσι μόνο μπορούν να αλλάξουν τα σημερινά δυσμενή δεδομένα ώστε να ανακουφιστούν τόσο η Ευρώπη όσο και οι απελπισμένοι που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους.

Το δεύτερο παράδειγμα είναι η συζήτηση που άνοιξε για θέμα της «παραδοσιακής» οικογένειας την οποία, κατά τον Αντώνη Σαμαρά, υπονομεύουν ο πρωθυπουργός και η καθ’ ύλην υπουργός που είχε μιλήσει για «συμπερίληψη και διαφορετικότητα». Πανικόβλητος ο Παύλος Μαρινάκης έσπευσε να συνταχθεί με τις απόψεις Σαμαρά λέγοντας ότι προτεραιότητα στη δική του ατζέντα είναι η στήριξη της παραδοσιακής οικογένειας.

Και να σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για τον επίσημο εκπρόσωπο μιας κυβέρνησης που ψήφισε πριν λίγο καιρό τον νόμο για το δικαίωμα των ομόφυλων ζευγαριών στον γάμο. Η στήριξη των οικογενειών των ομόφυλων ζευγαριών, όπως και των μονογονεϊκών ή των ανάδοχων κ.λπ. οικογενειών δεν μπορεί να περάσει σε δεύτερη μοίρα θυσιαζόμενη στον βωμό των προεκλογικών σκοπιμοτήτων.

Ο σεβασμός των δικαιωμάτων της κάθε μειοψηφίας δεν είναι woke ατζέντα, όπως ισχυρίστηκε ο Αντώνης Σαμαράς, αλλά συστατικό στοιχείο του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αν η -συνταγματική- ορολογία της «επικρατούσας θρησκείας» επεκταθεί και στην επικρατούσα οικογένεια, την επικρατούσα εθνικότητα κ.λπ. οι συνέπειες στην ποιότητα της δημοκρατίας θα είναι δραματικές.

Μπορεί ένας βαθιά συντηρητικός και εμμονικός πολιτικός να επιμένει στις ακραίες απόψεις του, ωστόσο, η κυβέρνηση της χώρας δεν μπορεί να υποτάσσει στα κομματικά της συμφέροντα τις πολιτικές που αφορούν στα ανθρώπινα δικαιώματα. Μια κοινωνία που βυθίζεται σε αγκυλώσεις και προκαταλήψεις περασμένων δεκαετιών γίνεται εύκολος στόχος των κάθε λογής λαϊκιστών.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY