Πολιτικη & Οικονομια

Επανίδρυση χωρίς αυτοκριτική δεν είναι νέα αρχή

Το κρίσιμο ερώτημα για τον Αλέξη Τσίπρα δεν είναι αν επιστρέφει με νέο κόμμα

Μιχάλης Χάλαρης
Μιχάλης Χάλαρης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Επανίδρυση χωρίς αυτοκριτική δεν είναι νέα αρχή
© Eurokinissi / Γιώργος Κονταρίνης

Γιατί η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα δοκιμάζεται στην αξιοπιστία και όχι στον δημοσκοπικό θόρυβο.

Το άρθρο του κ. Γεράσιμου Μοσχονά στην Καθημερινή της Κυριακής για την «ανατομία» της επανεκκίνησης Τσίπρα έχει αναμφίβολα ενδιαφέρον, καθώς δεν προσεγγίζει το νέο εγχείρημα απλώς ως ένα πρόσκαιρο δημοσκοπικό φαινόμενο. Επιχειρεί να το εντάξει σε ένα ευρύτερο συγκριτικό πλαίσιο, εξετάζοντας κόμματα που κατέρρευσαν, ηγεσίες που επιχείρησαν να επανέλθουν και πολιτικούς χώρους που ανασυντέθηκαν μέσα από συμμαχίες, μετασχηματισμούς ή επανιδρύσεις. Σε αυτό ακριβώς βρίσκεται η αναλυτική δύναμη του άρθρου. Στο ίδιο σημείο, όμως, εντοπίζεται και η βασική του αδυναμία, καθώς τείνει να μετατρέψει μια επικοινωνιακή και δημοσκοπική στιγμή σε σχεδόν ολοκληρωμένο στρατηγικό επίτευγμα, πριν ακόμη το εγχείρημα δοκιμαστεί ουσιαστικά στην κοινωνία, στους θεσμούς, στο πρόγραμμα και, κυρίως, στην πολιτική μνήμη των πολιτών.

Η πρώτη παρατήρηση είναι μεθοδολογική. Δεν είναι επιστημονικά ασφαλές να ταυτίζουμε την αρχική δημοσκοπική ώθηση ενός νεοεμφανιζόμενου σχήματος με σταθερή πολιτική δυναμική. Τα πρώτα ποσοστά ενός νέου φορέα, ιδίως όταν συνδέεται με ένα πρόσωπο υψηλής αναγνωρισιμότητας όπως ο Αλέξης Τσίπρας, αποτυπώνουν ταυτόχρονα περιέργεια, μιντιακή έκθεση, προσωρινή διαθεσιμότητα ψήφου, δυσαρέσκεια από το υπάρχον κομματικό τοπίο, νοσταλγία και αντιδεξιά συσπείρωση, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι εκφράζουν εμπεδωμένη πολιτική εμπιστοσύνη. Είναι άλλο πράγμα η στάση ενός πολίτη που δηλώνει ότι θα παρακολουθούσε ή θα εξέταζε ένα νέο εγχείρημα και άλλο η σταθερή απόφαση να το ψηφίσει όταν έρθει η ώρα της κάλπης. Με τον ίδιο τρόπο, άλλο είναι το δημοσκοπικό ενδιαφέρον που γεννά μια νέα πολιτική εμφάνιση και άλλο η βαθύτερη κοινωνική ένταξη που απαιτεί διάρκεια, πρόγραμμα, οργάνωση και αξιοπιστία.

Για να μιλήσουμε σοβαρά για πολιτική δυναμική, πρέπει να εξετάσουμε τη σταθερότητα της πρόθεσης ψήφου σε βάθος χρόνου, τη βεβαιότητα επιλογής, τις αρνητικές γνώμες, τις δεύτερες επιλογές, το κοινωνικό και ηλικιακό προφίλ, τη γεωγραφική κατανομή, την οργανωτική γείωση, τη δυνατότητα συγκρότησης ψηφοδελτίων και κυρίως την προγραμματική αξιοπιστία. Χωρίς αυτά, το «προβάδισμα» έναντι του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής είναι περισσότερο στιγμιότυπο παρά συμπέρασμα.

Το δεύτερο ζήτημα είναι πολιτικό. Το άρθρο παρουσιάζει την πλήρη επανίδρυση ως τολμηρή στρατηγική. Όμως η επανίδρυση δεν είναι αυταξία. Δεν αρκεί να αλλάξεις όνομα, λογότυπο, εκπροσώπους και επικοινωνιακό ύφος για να έχεις αλλάξει πολιτικό υπόδειγμα. Η επανίδρυση μπορεί να είναι πράγματι ανανέωση. Μπορεί όμως να είναι και φυγή από την ευθύνη. Μπορεί να είναι όχι κάθαρση, αλλά μετακόμιση πολιτικής επωνυμίας. Όχι αλλαγή ουσίας, αλλά αλλαγή συσκευασίας.

Το κρίσιμο ερώτημα για τον Αλέξη Τσίπρα δεν είναι αν επιστρέφει με νέο κόμμα. Είναι αν επιστρέφει με πραγματική αυτοκριτική. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε την εμπιστοσύνη μεγάλου μέρους της κοινωνίας; Γιατί ένα κόμμα που κυβέρνησε και στη συνέχεια βρέθηκε στην αξιωματική αντιπολίτευση κατέρρευσε εκλογικά; Γιατί δεν μπόρεσε από το 2019 έως το 2023 να μετασχηματιστεί σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή προοδευτική δύναμη; Ποια ευθύνη αναλαμβάνει ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός; Ποια ήταν τα λάθη στη διακυβέρνηση; Ποια ήταν τα λάθη στην αντιπολίτευση; Ποια είναι τα συγκεκριμένα διδάγματα;

Χωρίς απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, η επανεκκίνηση είναι μισή. Και η μισή επανεκκίνηση δεν παράγει εμπιστοσύνη. Παράγει εντύπωση.

Το τρίτο ζήτημα αφορά τις διεθνείς συγκρίσεις. Το άρθρο επικαλείται περιπτώσεις όπως η Γαλλία και η Ολλανδία, επιδιώκοντας να δείξει ότι η ανάκαμψη προϋποθέτει συμμαχίες, διεύρυνση ή ανασύνθεση. Η παρατήρηση είναι σωστή, αλλά η εφαρμογή της στην ελληνική περίπτωση είναι προβληματική. Στη Γαλλία, οι συμμαχίες της Αριστεράς και της σοσιαλιστικής οικογένειας διαμορφώθηκαν μέσα σε ένα πολύ συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο, με ισχυρή πίεση από την ακροδεξιά, ανάγκη μετωπικής εκλογικής απάντησης και ύπαρξη διακριτών κομματικών φορέων με δική τους οργανωτική και ιδεολογική αυτονομία. Στην Ολλανδία, η συνεργασία των σοσιαλδημοκρατών με την Πράσινη Αριστερά αποτέλεσε προϊόν σύγκλισης δύο υπαρκτών κομμάτων και όχι προσωποπαγούς επανεκκίνησης γύρω από έναν πρώην πρωθυπουργό.

Η περίπτωση Τσίπρα είναι διαφορετική. Δεν έχουμε προγραμματική συνένωση θεσμικά συγκροτημένων δυνάμεων. Έχουμε μια αρχηγική επανεκκίνηση που επιχειρεί να απορροφήσει θραύσματα ενός διαλυμένου πολιτικού χώρου. Το γεγονός ότι αυτή η κίνηση μπορεί να είναι τακτικά έξυπνη δεν σημαίνει ότι είναι και θεσμικά ώριμη. Η στρατηγική συγκέντρωση δυνάμεων γύρω από έναν ηγέτη δεν ισοδυναμεί με σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική ανασύνθεση. Ιδίως όταν ο ηγέτης αυτός αποτελεί ταυτόχρονα και το ισχυρότερο πλεονέκτημα και το βαρύτερο φορτίο του εγχειρήματος.

Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας του προβλήματος, καθώς ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι άγραφο χαρτί ούτε εμφανίζεται ως νέος πολιτικός. Επιστρέφει ως πρώην πρωθυπουργός, ως πρώην αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ και ως κεντρικό πρόσωπο μιας ολόκληρης δεκαετίας πολιτικής πόλωσης, κυβερνητικών αντιφάσεων, θεσμικών εντάσεων και τελικά εκλογικής αποδοκιμασίας. Η κοινωνία έχει μνήμη. Θυμάται το δημοψήφισμα, την περιπέτεια του 2015, την υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης, την αδυναμία θεσμικής κανονικότητας, αλλά και την περίοδο 2019–2023, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ, αντί να μετασχηματιστεί, βυθίστηκε σε έναν καταγγελτικό και συχνά άγονο αντιμητσοτακισμό.

Το άρθρο αναγνωρίζει αυτή την επιβάρυνση, αλλά μοιάζει να γοητεύεται από την αποφασιστικότητα της κίνησης. Όμως η πολιτική δεν είναι μόνο τακτική. Είναι αξιοπιστία. Και η αξιοπιστία δεν αποκαθίσταται με σκηνοθεσία νέας αρχής. Αποκαθίσταται με ανάληψη ευθύνης, με προγραμματική σοβαρότητα, με θεσμική συνέπεια, με ανθρώπους που δεν κουβαλούν μόνο φιλοδοξίες αλλά και επάρκεια.

Το ίδιο ισχύει και για τα «νέα πρόσωπα». Το άρθρο θεωρεί ότι ο Τσίπρας υπηρέτησε την ανάγκη του νέου με την ανάδειξη προσώπων που δεν ταυτίστηκαν με την καταστροφή του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ. Όμως νέα πρόσωπα χωρίς νέο υπόδειγμα λειτουργίας δεν συνιστούν ανανέωση. Συνιστούν βιτρίνα. Αν ο κλειστός πυρήνας παραμένει παλιός, αν οι αποφάσεις λαμβάνονται αρχηγικά, αν η οργανωτική συγκρότηση γίνεται από τα πάνω, αν η στρατηγική εξαρτάται από την προσωπική διαίσθηση ενός ηγέτη, τότε δεν μιλάμε για νέο κόμμα. Μιλάμε για παλιό αρχηγισμό με νέο λεξιλόγιο.

Η πραγματική ανανέωση δεν είναι αλλαγή εκπροσώπων. Είναι αλλαγή κουλτούρας. Από τον αρχηγισμό στη συλλογικότητα. Από την καταγγελία στο σχέδιο. Από την ευκολία της υπόσχεσης στη δυσκολία της κυβερνητικής εφαρμογής. Από την ατάκα στην πολιτική τεκμηρίωση. Από την πολιτική αμνησία στη λογοδοσία.

Εδώ εντοπίζεται και η μεγαλύτερη αδυναμία του άρθρου ως προς το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής. Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής εμφανίζεται σχεδόν ως στατικό μέγεθος, ως ένα κόμμα που δεν συνέχισε τη διεύρυνση της περιόδου της Φώφης Γεννηματά. Η παρατήρηση αυτή έχει έναν πυρήνα αλήθειας, καθώς το ΠΑΣΟΚ-ΚινΑλ οφείλει να επιταχύνει, να ανοίξει, να ανανεώσει τα ψηφοδέλτιά του, να αναδείξει πιο επιθετικά την προγραμματική του υπεροχή και να παρουσιάσει πειστική ομάδα διακυβέρνησης. Άλλο όμως αυτή η αναγκαία αυτοκριτική και άλλο η υποτίμηση της θεσμικής, κοινωνικής και πολιτικής του θέσης.

Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής διαθέτει στοιχεία που καμία προσωποπαγής επανεκκίνηση δεν μπορεί να αποκτήσει άμεσα, όπως θεσμική συνέχεια, αυτοδιοικητική γείωση, κοινωνικά ίχνη σε όλη τη χώρα, ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική ταυτότητα, κυβερνητική μνήμη και οργανωτικό βάθος. Έχει κάνει λάθη και τα έχει πληρώσει, αλλά άντεξε. Δεν διαλύθηκε όταν κατέρρευσε εκλογικά, δεν μετατράπηκε σε κόμμα διαμαρτυρίας, δεν επένδυσε στην εθνική περιπέτεια και δεν αντιμετώπισε την πολιτική ως άσκηση συναισθηματικής εκτόνωσης. Κράτησε, με κόστος, μια θεσμική στάση ευθύνης.

Το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ -ΚινΑλ δεν είναι ότι δεν έκανε «επανίδρυση τύπου Τσίπρα». Το πρόβλημά του είναι ότι πρέπει να μετατρέψει την οργανωτική, θεσμική και προγραμματική του υπεροχή σε πειστική εικόνα κυβερνησιμότητας. Αυτό απαιτεί πολιτική αυτοπεποίθηση, όχι μίμηση. Απαιτεί καθαρή στρατηγική αυτονομία, όχι άγχος ετεροκαθορισμού. Απαιτεί κοινωνική διεύρυνση, όχι παζάρια κορυφής. Απαιτεί ισχυρά ψηφοδέλτια, όχι μηχανιστικές ισορροπίες. Απαιτεί δημόσια ανάδειξη ανθρώπων που μπορούν να εφαρμόσουν πολιτικές, όχι απλώς να σχολιάζουν την επικαιρότητα.

Η χώρα δεν χρειάζεται άλλη μια επανεκκίνηση της αντιπολίτευσης. Χρειάζεται αξιόπιστη εναλλακτική διακυβέρνηση. Χρειάζεται απαντήσεις για το κόστος ζωής, τη στέγη, την εργασία, την υγεία, την παιδεία, την παραγωγική ανασυγκρότηση, την κλιματική ανθεκτικότητα, τη δημογραφική κρίση, το κράτος δικαίου. Χρειάζεται σύγκρουση με τα ολιγοπώλια χωρίς δημοσιονομικό τυχοδιωκτισμό. Χρειάζεται κοινωνικό κράτος χωρίς πελατειακή σπατάλη. Χρειάζεται πράσινη μετάβαση χωρίς να πληρώνουν πάντα οι πιο αδύναμοι. Χρειάζεται θεσμούς που λειτουργούν, όχι ηγέτες που ζητούν να τους πιστέψουμε ξανά επειδή εμφανίζονται με νέο πολιτικό περιτύλιγμα.

Η επανεκκίνηση Τσίπρα μπορεί να παράγει δημοσκοπικό θόρυβο, να ανασυντάξει ένα μέρος του παλιού συριζογενούς χώρου, να αξιοποιήσει την κόπωση της κοινωνίας από τη Νέα Δημοκρατία και να δημιουργήσει μια προσωρινή αίσθηση πολιτικής κίνησης. Δεν παράγει όμως αυτομάτως πολιτική αξιοπιστία και, κυρίως, δεν απαντά στο ερώτημα που ενδιαφέρει πραγματικά τους πολίτες, δηλαδή ποιος μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα, δικαιότερα και αποτελεσματικότερα την επόμενη μέρα.

Η απάντηση του ΠΑΣΟΚ-ΚινΑλ  δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι αμυντική. Δεν χρειάζεται να αντιγράψει την τακτική Τσίπρα, να εγκλωβιστεί σε αντιπαράθεση προσώπων ή να αποδεχθεί ότι το νέο ταυτίζεται με το νεοπαγές. Το ΠΑΣΟΚ-ΚινΑλ  οφείλει να μιλήσει στην κοινωνία με καθαρότητα, επιμένοντας ότι δεν διεκδικεί ρόλο συμπληρώματος, δεν ετεροκαθορίζεται, δεν συμμετέχει σε συγκολλήσεις χωρίς αρχές και δεν αποδέχεται την πολιτική αμνησία. Χτίζει τη μεγάλη Δημοκρατική Παράταξη με κορμό το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, με πρόγραμμα, κοινωνική συμμαχία, θεσμική αξιοπιστία και ανθρώπους που μπορούν να κυβερνήσουν.

Το άρθρο του κ. Μοσχονά φωτίζει εύστοχα την τακτική πλευρά της επιστροφής Τσίπρα, αλλά υποτιμά το βαθύτερο πολιτικό ζήτημα. Στην Ελλάδα του 2026, η κοινωνία δεν αναζητά απλώς κάτι καινούργιο, καθώς έχει δει πολλά «καινούργια» να γερνούν γρήγορα, έχει ακούσει πολλές υποσχέσεις και έχει πληρώσει ακριβά πολλούς πειραματισμούς. Αυτό που αναζητά είναι το αξιόπιστο νέο, δηλαδή πολιτική αλλαγή με σχέδιο, πρόσωπα ευθύνης, θεσμική σοβαρότητα και κοινωνική δικαιοσύνη.

Η ανανέωση χωρίς αυτοκριτική είναι μεταμφίεση.

Η διεύρυνση χωρίς πρόγραμμα είναι άθροισμα φιλοδοξιών.

Η ηγετικότητα χωρίς θεσμούς είναι αρχηγισμός.

Και η επανίδρυση χωρίς λογοδοσία είναι απλώς επιστροφή με άλλο όνομα.

Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής οφείλει να κάνει τη δική του δουλειά, επιταχύνοντας, ανοίγοντας, οργανώνοντας και πείθοντας. Οφείλει να δείξει ότι η πολιτική αλλαγή δεν είναι σύνθημα, αλλά πραγματική δυνατότητα διακυβέρνησης, να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε προοδευτική πλειοψηφία και να αποδείξει ότι η Δημοκρατική Παράταξη μπορεί ξανά να εκφράσει τους ανθρώπους της εργασίας, της παραγωγής, της γνώσης, της αυτοδιοίκησης, της νέας γενιάς, των μικρομεσαίων, των αγροτών και όλων όσοι δεν αντέχουν άλλο μια χώρα λίγων και ευνοημένων.

Η μάχη της επόμενης μέρας δεν θα κριθεί από το ποιος θα εμφανιστεί πιο καινούργιος, αλλά από το ποιος θα αποδειχθεί πιο αξιόπιστος. Σε αυτό το πεδίο, το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής έχει ιστορική ευθύνη, αλλά και μεγάλη δυνατότητα, να γίνει ξανά ο κορμός μιας μεγάλης, σύγχρονης, ευρωπαϊκής, κοινωνικά δίκαιης και κυβερνητικά έτοιμης Δημοκρατικής Παράταξης.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY