Πολιτικη & Οικονομια

Ο λαός δεν ξεχνά τη δεξιά

Το πρόβλημα δεν είναι αν το ΠΑΣΟΚ θα πάει αριστερά ή δεξιά, αλλά πώς θα ανακτήσει τη χαμένη του αξιοπιστία

81922-183211.jpg
Παντελής Καψής
ΤΕΥΧΟΣ 986
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
ΠΑΣΟΚ
© Menelaos Myrillas / SOOC

Η διαχρονική κρίση του ΠΑΣΟΚ, ο αντιδεξιός λόγος και το ζήτημα της ηγεσίας

Τη δεκαετία του ’80 ένα σύνθημα δονούσε τις συγκεντρώσεις του ΠΑΣΟΚ: «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά». Ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικό, ιδίως τις δύσκολες στιγμές. Όταν το κόμμα βρέθηκε σε θέση αδυναμίας, με την ασθένεια του Ανδρέα και το σκάνδαλο Κοσκωτά, ήταν ο τρόπος για να συσπειρωθούν οι ψηφοφόροι και να σιγήσουν οι φωνές που ασκούσαν κριτική. Η σύνδεση του με την ιστορία του δημοκρατικού κινήματος της χώρας ήταν ταυτοχρόνως μια επιλογή ταυτότητας.

Απηχούσε μια πραγματικότητα; Ως έναν βαθμό ναι. Όχι όμως με την έννοια που το εκλαμβάναμε τότε. Πενήντα και πλέον χρόνια μετά την πτώση της Χούντας, όλοι αναγνωρίζουν τον κομβικό ρόλο του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην εδραίωση της δημοκρατίας. Η επίκληση των δημοκρατικών δυνάμεων δεν μπορούσε να εξαιρεί τη Νέα Δημοκρατία, στην οποία είχαν άλλωστε ενταχθεί επιφανή στελέχη του Κέντρου αλλά και του αντιδικτατορικού αγώνα. Έτσι, ως πραγματικό κοινωνικό αίτημα, μόνο ως ανταπόκριση στην ανάγκη ενός θεσμικού εκσυγχρονισμού στο Αστικό Δίκαιο, στην Υγεία ή στην Παιδεία μπορεί να εκληφθεί. Διατυπωνόταν, ωστόσο, με την ορολογία του παρελθόντος – κατάλοιπο του διχασμού και του εμφυλίου, επικαιροποιημένο από την εμπειρία της δικτατορίας. Προφανώς δεν ήταν μόνο θέμα ορολογίας. Όπως πολύ εύστοχα υποστηρίζει ο καθηγητής Ευάνθης Χατζηβασιλείου στο βιβλίο του «Εθνικός Διχασμός: Οι επιπτώσεις στους θεσμούς και στην πολιτική κουλτούρα», ο Εθνικός Διχασμός επηρέασε σε βάθος χρόνου την πολιτική μας κουλτούρα και διαμόρφωσε ανάλογες νοοτροπίες. Αυτές μας κατατρέχουν ακόμα.

Η διαχωριστική γραμμή αριστερά-δεξιά στη μεταπολίτευση

Για πρώτη φορά η Αριστερά έσπασε το ταμπού. Με αιτιολογία ή πρόσχημα τη μη παραγραφή του σκανδάλου Κοσκωτά, σχημάτισε κυβέρνηση «ειδικού σκοπού» με τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Η πολιτική σκοπιμότητα της κίνησης ήταν σαφής. Ο αντιδεξιός πολιτικός λόγος εγκλώβιζε και τις δικές της δυνάμεις. Όταν οι ψηφοφόροι της έφταναν στην κάλπη πιέζονταν να ψηφίσουν ΠΑΣΟΚ για να μην έρθει η δεξιά. Ήθελε έτσι να ακυρώσει αυτόν τον οιονεί εκβιασμό. Δεν της βγήκε σε καλό. Όταν έχεις καλλιεργήσει για χρόνια μια τέτοια λογική κι έχεις γαλουχήσει τους οπαδούς σου, οι απότομες στροφές σε ρίχνουν έξω. Ακόμα χειρότερα, η εντύπωση που επικράτησε –όχι άδικα– ήταν πως βασικός της στόχος ήταν η λεηλασία του ΠΑΣΟΚ. Έτσι βρέθηκε στο πολιτικό περιθώριο.

Δεύτερη φορά έσπασε το ταμπού το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, το 2012. Όμως τότε οι συνθήκες ήταν τελείως διαφορετικές. Η διαχωριστική γραμμή δεν ήταν πια αριστερά δεξιά, αλλά παραμονή ή όχι στην Ευρώπη. Ούτε αυτό το πείραμα πήγε καλά. Το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο δεν κατάφερε να ορθοποδήσει, αλλά κατρακύλησε στα όρια της πολιτικής ανυπαρξίας. Και, παρά την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και σήμερα δεν έχει κατορθώσει να αποτελέσει πειστικό διεκδικητή της εξουσίας.

Μια διάσταση είναι ασφαλώς το ζήτημα της ηγεσίας. Όπως σημειώνεται στο βιβλίο του Χατζηβασιλείου, το πρόβλημα της διαδοχής σε ένα κόμμα με χαρισματικό ηγέτη παραμένει άλυτο. Ο Σημίτης ήταν η εξαίρεση. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι το ΠΑΣΟΚ δεν ανέκαμψε ούτε με τον Γιώργο Παπανδρέου, ούτε με τον Ευάγγελο Βενιζέλο, ούτε με τη Φώφη Γεννηματά, ούτε τώρα με τον Νίκο Ανδρουλάκη. Ίσως μια πειστική εξήγηση να είναι ότι από την εμπειρία της συγκυβέρνησης έβγαλε τα λάθος συμπεράσματα.

Είναι χαρακτηριστική η ανάλυση που κάνουν στελέχη προσκείμενα στην ηγεσία. Σύμφωνα με τη δική τους λογική, στο ΠΑΣΟΚ υπάρχουν δύο τάσεις. Μία, μάλλον πλειοψηφική, η οποία αποτιμά αρνητικά τη συγκυβέρνηση και θέλει στροφή προς τα αριστερά. Και μία που πιστεύει ότι, αν χρειαστεί, το ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να συνεργαστεί ξανά με τη ΝΔ. Αυτό δημιουργεί μια παραλυτική συνθήκη, καθώς το ΠΑΣΟΚ φοβάται πως θα κατηγορηθεί είτε για φιλοκυβερνητική στάση είτε για άνοιγμα προς την Αριστερά.

Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε το ζήτημα των «προοδευτικών δυνάμεων» και η φοβικότητα των στελεχών να διευκρινίσουν ποιες είναι αυτές, δείχνει με τον πιο παραστατικό τρόπο την αμηχανία. Καταλαβαίνουν ότι ο στοιχειώδης ρεαλισμός επιβάλλει να είναι ανοιχτοί σε συνεργασίες. Ωστόσο η παραμικρή ένδειξη για το προς τα πού θα κλίνουν τους τρομοκρατεί. Έτσι επιδίδονται σε υπεκφυγές που φτάνουν στα όρια του κωμικού.

Το παράδοξο είναι ότι με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο δεν αποφεύγουν το πρόβλημα, αλλά αντίθετα το οξύνουν. Το οποίο πρόβλημα δεν είναι αν το ΠΑΣΟΚ θα πάει αριστερά ή δεξιά, αλλά πώς θα ανακτήσει τη χαμένη του αξιοπιστία. Ένα μέρος της έχει να κάνει με το παρελθόν. Δεν μπορεί να λες ότι θυσιάστηκες για το καλό της χώρας και την ίδια στιγμή να λες ότι δεν θα πρέπει να το ξανακάνεις, ότι η συγκυβέρνηση ήταν λάθος. Δηλαδή πώς θα αντιδράσεις αν χρειαστεί να πάρεις ξανά δύσκολες αποφάσεις; Εκείνο όμως που χρειάζεται περισσότερο είναι ένα σαφές και πειστικό σχέδιο για το μέλλον.

Μια γερή προγραμματική βάση έχει προφανώς σημασία. Εκεί έχουν γίνει βήματα. Τα οποία, βέβαια, ακυρώνονται από τον πολιτικό του λόγο. Την υιοθέτηση κάθε κλαδικού και συντεχνιακού αιτήματος, σαν να είμαστε στην εποχή τού «λεφτά υπάρχουν». Την καλλιέργεια της ψευδαίσθησης ότι, αν φύγει ο Μητσοτάκης, όλα θα λυθούν. Την υποτίμηση των δυσκολιών και των εμποδίων σε κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Την απουσία του μέτρου και την ακραία επιθετικότητα που ταιριάζει σε αντισυστημικά κόμματα. Ένας πιο μετριοπαθής πολιτικός λόγος, ο οποίος θα υπογράμμιζε την ανάγκη των ευρύτερων δυνατών  συναινέσεων πέρα από αντιδεξιά στερεότυπα, μπορεί να ήταν πολύ πιο αποτελεσματικός. Και θα είχε και πρόσθετο μπόνους: θα περιόριζε το ηγετικό έλλειμμα. 

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY