Πολιτικη & Οικονομια

Ανάπτυξη, κατώτατος μισθός και κοινωνική συνοχή

Η κυβερνητική απόφαση για την αύξηση του κατώτατου μισθού δεν πραγματοποιήθηκε εν κενώ

nikos-milapidis.jpg
Νίκος Μηλαπίδης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Χώρος εργασίας

Η αύξηση του κατώτατου μισθού και οι απαραίτητες αλλαγές στο ελληνικό παραγωγικό μοντέλο.

Οι πολλές διαρθρωτικές αλλαγές που έγιναν την τελευταία 12ετία και το απαραίτητο δημοσιονομικό πρόγραμμα προσαρμογής, παρόλο που βελτίωσαν την προοπτική της χώρας, δεν κατάφεραν ούτε να αλλάξουν εκ βάθρων το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο, ούτε να προωθήσουν παράλληλα εκείνες τις μισθολογικές πολιτικές που ευνοούν τη δημιουργία ενός πιο ανθεκτικού και διατηρήσιμου μοντέλου ανάπτυξης, χωρίς αποκλεισμούς.

Οι καθαρές αμοιβές μειώθηκαν λόγω της βαθιάς ύφεσης αλλά και της μεγάλης φορολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης της εργασίας. Όμως οι μισθοί των εργαζομένων σε μια αγορά εργασίας αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της αναπτυξιακής στρατηγικής μιας χώρας, που θέλει να έχει ως πυξίδα τη δημιουργία θέσεων εργασίας, ιδίως υψηλότερης αξίας. Ειδικά σε χώρα, όπως η Ελλάδα που έχει υψηλότατο χρέος, συνδυαστικά με τη χαμηλή παραγωγικότητα, χαμηλό ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας και το χαμηλότερο ποσοστό επενδύσεων στην Ευρώπη.

Ο ουσιαστικός και συμβολικός στόχος της θεσμοθέτησης του κατώτατου μισθού είναι η προστασία των εργαζομένων από μια χαμηλή αμοιβή που θα στερεί από τους ίδιους και τις οικογένειές τους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Ο καθορισμός δε του ύψους του αποτελεί μια δύσκολη άσκηση για τις κυβερνήσεις. Εάν οριστεί πολύ χαμηλά, οι κατώτατοι μισθοί θα έχουν μικρή επίδραση στην προστασία των εργαζομένων και των οικογενειών τους από τη φτώχεια. Εάν οριστεί πολύ υψηλά, οι κατώτατοι μισθοί μπορούν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην απασχόληση και να ευνοήσουν τη «μαύρη» αδήλωτη εργασία.

Η χρυσή τομή βρίσκεται στην αποτελεσματική προστασία των εργαζομένων όσο και στην ανάπτυξη βιώσιμων επιχειρήσεων, δεδομένου του οικονομικού περιβάλλοντος. Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα ήταν πολύ χαμηλός. Η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα ήταν μέχρι πρότινος, η 5η χαμηλότερη σε όλη την ΕΕ. Όπως προκύπτει δε από τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό στην ΕΕ.

Με την αύξηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα, πέραν του προφανούς οφέλους για 650.000 μισθωτούς που βλέπουν το διαθέσιμο εισόδημά τους να αυξάνει κατά έναν επιπλέον μισθό τον χρόνο, συμπαρασύρει προς τα επάνω και τα επιδόματα που είναι συνδεμένα με το ύψος του κατώτατου μισθού, όπως είναι το επίδομα ανεργίας, τους μισθούς που καθορίζονται βάσει τριετιών, αλλά και τα έσοδα του κράτους από αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές καθώς και από φόρους κατανάλωσης. Έχει θετική επίδραση στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, στην οικονομική ανάπτυξη και στην κοινωνική συνοχή.

Πλήθος μελετών συνδέουν την αύξηση του κατώτατου μισθού με τη μείωση των διακρίσεων κατά των νέων και των γυναικών, τη μείωση της φτώχειας και της οικονομικής ανισότητας συνολικά.

Η κυβερνητική απόφαση για την αύξηση του κατώτατου μισθού δεν πραγματοποιήθηκε εν κενώ. Παρά τις πρωτοφανείς εξωτερικές πιέσεις που δέχεται, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, χάρη στην επιμονή στις διαρθρωτικές αλλαγές και στον εκσυγχρονισμό που συντελείται έστω και με καθυστέρηση. Μια αύξηση του κατώτατου μισθού συνεπώς ήταν επιβεβλημένη. Οι αμοιβές εξακολουθούν –γενικά– να είναι στη χώρα χαμηλές. Πλέον όμως η Ελλάδα βρίσκεται στην 9η θέση (από την 11η) των ευρωπαϊκών χωρών με θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό, συγκλίνοντας εισοδηματικά με τις πιο ισχυρές οικονομίες της ΕΕ.

Δεν είναι ασφαλώς για πανηγυρισμούς, ειδικά στην παρούσα συγκυρία που ο πληθωρισμός ροκανίζει τα εισοδήματα. Αλλά δεν είναι αμελητέα, ειδικά σε καιρούς παγκόσμιας έκρηξης πληθωρισμού και αυξημένης αβεβαιότητας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, ένα διαδοχικό εξωτερικό σοκ μετά την πανδημία, πλήττει αδιαμφισβήτητα την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Παρά την αστάθεια στο διεθνές περιβάλλον, υπάρχουν σημάδια θετικά στην ελληνική οικονομία: Η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους, η μείωση φορολογικών και ασφαλιστικών συντελεστών, το γρήγορο rebound ελληνικής οικονομίας μετά την πανδημία με την αποτελεσματική στήριξη επιχειρήσεων και εργαζομένων, η αποκλιμάκωση της ανεργίας κατά 5 σχεδόν ποσοστιαίες μονάδες την τελευταία διετία, ο εκσυγχρονισμός της εργατικής νομοθεσίας, η νέα φιλοσοφία στην κατάρτιση και στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων, η έξοδος από την ενισχυμένη εποπτεία τον Αύγουστο, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης συνδεδεμένοι με μεταρρυθμίσεις εκπέμπουν διεθνώς ένα ισχυρό και κυρίως διαφορετικό σήμα: Η χώρα προχώρα σε διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία και στην αγορά εργασίας για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της ψηφιακής και πράσινης οικονομίας μέσα από μια φυσιολογική σχέση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς μετά από τόσο πολλά χρόνια.

Ο δρόμος είναι και για το 2022 ανηφορικός. Ωστόσο φαίνεται να αναγνωρίζουμε ότι ο μετασχηματισμός του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας προϋποθέτει δημοσιονομική υπευθυνότητα, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και αύξηση παραγωγικότητας που οδηγεί στην αύξηση μισθών. Οι χαμηλές αμοιβές δημιουργούν χαμηλές προσδοκίες και διαιωνίζουν τις ανισότητες, θυμώνουν τους νέους. Δεν ευνοούν την ανάπτυξη.

Το ακριβότερο μάθημα της 12ετίας της οικονομικής κρίσης είχε δύο σημαντικά κεφάλαια που δεν επιτρέπεται να ξεχνάμε: Πρώτον, η ανάπτυξη εξαρτάται από τις επενδύσεις που με τη σειρά τους επηρεάζονται σημαντικά από τις διαρθρωτικές αλλαγές που προωθεί το κράτος. Αυτές επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να δημιουργούν θέσεις εργασίας βιώσιμες και καλά αμειβόμενες. Δεύτερον, η κοινωνική συνοχή εξαρτάται από το επίπεδο ευημερίας και τα δικαιώματα που απολαμβάνουν οι πολίτες. Δεν πρέπει να φοβόμαστε την καινούργια εποχή που έρχεται, όταν σχεδιάζουμε πώς θα την υποδεχτούμε.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ