7 Οκτωβρίου 2023 | Τρεις μαρτυρίες από το Ισραήλ
7 Οκτωβρίου 2023 | Τρεις μαρτυρίες από το Ισραήλ
Κοσμος

7 Οκτωβρίου 2023: Τρεις μαρτυρίες από το Ισραήλ, τρία χρόνια μετά την επίθεση της Χαμάς

Τρεις Ισραηλινοί που έζησαν τις σφαγές της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου 2023 μιλούν στην ATHENS VOICE
Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ένας επιζών του Φεστιβάλ Νόβα, μια μητέρα που έχασε την κόρη της και ένας κάτοικος της Χάιφα μιλούν για το τραύμα, την απώλεια και όσα άλλαξαν στη ζωή τους μετά την 7η Οκτωβρίου 2023

Ο Εϊτάν Χάλι επέζησε τις φονικής επίθεσης της Χαμάς κλεισμένος σ’ ένα καταφύγιο στον δρόμο από τον χώρο του Φεστιβάλ Νόβα προς την Μπέ’ερ Σέβα. Για εφτά ολόκληρες ώρες ήταν καταπλακωμένος από τα πτώματα των φίλων και γνωστών του. Η Μεράβ Μπεν Ρούμπι έχασε στο ίδιο φεστιβάλ την κόρη της, Εντέν, γεννημένη στη Θεσσαλονίκη. Ο Μπένης Νατάν, μακριά από τα γεγονότα, στη Χάιφα, την πιο ανοιχτή και ανεκτική πόλη του Ισραήλ, μας μεταφέρει την ατμόσφαιρα στην υπόλοιπη χώρα τις πρώτες κρίσιμες ώρες και τις ημέρες που ακολούθησαν.

Μας μιλούν για το σοκ, τον φόβο, την απουσία των Αρχών, το τραύμα που ακολούθησε εκείνη τη μέρα και τον πόλεμο στη Γάζα, το κενό μέσα τους, τη θλίψη, τον θυμό, τη δίψα να υπάρξουν, την επιθυμία τους κάποιος, επιτέλους, να λογοδοτήσει. Τρία χρόνια αργότερα είναι και οι τρεις ακόμα μουδιασμένοι, ακόμα τραυματισμένοι, ακόμα ευσυγκίνητοι.

Τρεις μαρτυρίες, τρεις διαφορετικές μα κοινές εμπειρίες για την ημέρα που άλλαξε τη ζωή τους και τον τρόπο που βλέπουμε την Αραβο-ισραηλινή σύγκρουση για πάντα. Αυτά είναι τα δικά τους λόγια.

Εϊτάν Χάλι
Εϊτάν Χάλι

Εϊτάν Χάλι | Τότε φοιτητής στην Μπέ’ερ Σέβα, νότιο Ισραήλ

Εϊτάν Χάλι
Εϊτάν Χάλι

Εϊτάν Χάλι | Τότε φοιτητής στην Μπέ’ερ Σέβα, νότιο Ισραήλ

Ο Εϊτάν Χάλι είναι Αμερικανοϊσραηλινός και το Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2023 βρισκόταν στο Φεστιβάλ Νόβα μαζί με τους φίλους του

Θυμάμαι που ήμασταν στο φεστιβάλ και περνούσαμε ωραία και ξαφνικά ένα σμήνος από ρουκέτες φάνηκε πάνω από τα κεφάλια μας, με κατεύθυνση από τη Γάζα προς το εσωτερικό του Ισραήλ. Εκείνη τη στιγμή δεν φανταζόμουν ότι η επίθεση αυτή θα ήταν διαφορετική από τις υπόλοιπες που δεχόμασταν κατά καιρούς, παρόλο που ήταν η μεγαλύτερη που είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Απλώς σκέφτηκα: Πάλι η Χαμάς. Παραβιάζει ξανά την εκεχειρία. Δεν ήταν κάτι που δεν είχαμε ξαναζήσει. Τα μαζέψαμε, λοιπόν, και πήγαμε στα αυτοκίνητά μας για να επιστρέψουμε σπίτι, αφού το πάρτι είχε τελειώσει.

Ξεκινήσαμε προς τα νότια, προς την Μπέ’ερ Σέβα, όπου σπούδαζα τότε Βιομηχανική Μηχανική. Έχω γεννηθεί στις ΗΠΑ αλλά στα επτά μου κάναμε αλιγιά (όρος που σημαίνει «ανάβαση» και χρησιμοποιείται για να δηλώσει την επιστροφή των Εβραίων της διασποράς στο Ισραήλ) με την οικογένειά μου και ζω έκτοτε στο Ισραήλ. Τέλος πάντων, καθώς επιστρέφαμε με το αυτοκίνητο, ακούστηκαν οι σειρήνες. Στο Ισραήλ σού μαθαίνουν ότι, όταν ακούς σειρήνες, αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να βγεις και να ξαπλώσεις δίπλα στο αμάξι ή να βρεις καταφύγιο. Έχεις περίπου 20 με 45 δευτερόλεπτα από τη στιγμή που θα ακουστεί η σειρήνα μέχρι να σκάσει η ρουκέτα. Εκείνη τη στιγμή περνούσαμε δίπλα από ένα καταφύγιο, οπότε βγήκαμε τρέχοντας από το αμάξι και μπήκαμε μέσα. Υπολόγισα πως ήμασταν γύρω στους δεκαπέντε ανθρώπους μες στο καταφύγιο.

Άρχισαν να έρχονται γρήγορα κι άλλοι και κάποια στιγμή φτάνει ένα ζευγάρι και μας λέει ότι τρομοκράτες τούς πυροβόλησαν στο αυτοκίνητο και ότι έρχονται από στιγμή σε στιγμή. Τα καταφύγια δεν έχουν πόρτες, έχουν έναν μακρύ διάδρομο και μετά είναι η αίθουσα προστασίας –είναι φτιαγμένα για προστασία από βομβαρδισμούς– οπότε είχαμε εγκλωβιστεί εκεί μέσα. Ξέρω πια ότι ήμασταν 29 άνθρωποι.

Σε λίγα λεπτά έφτασαν οι τρομοκράτες κι άρχισαν να πυροβολούν, να ρίχνουν χειροβομβίδες μες στο καταφύγιο. Για μισή ώρα αυτό γινόταν: αυτοί μας έριχναν χειροβομβίδες κι εμείς τις πετούσαμε πάλι έξω. Μέχρι που μία έσκασε μέσα στο καταφύγιο. Εισέβαλλαν τότε, άρπαξαν πέντε από εμάς, τους έβαλαν στα φορτηγάκια και τους πήραν ομήρους στη Γάζα. Κι άνοιξαν πυρ κατευθείαν πάνω μας. Από τους 29 που ήμασταν εκεί επιζήσαμε οι 7. Και από τους 5 που πήραν στη Γάζα γύρισαν πίσω οι 3. Σύνολο 10 επιζήσαντες.

Όταν ξεκίνησε η επίθεση, κάλεσα την αστυνομία με το κινητό μου, αλλά δεν βοήθησαν. Δεν ήξεραν, δεν είχαν ιδέα τι συνέβαινε. Δεν έκαναν τίποτα. Και κάποια στιγμή ένα σράπνελ χτύπησε το χέρι μου κι έχασα το κινητό μου.

Η επίθεση κράτησε τριάντα λεπτά. Εμείς μείναμε εκεί μέσα για επτά ολόκληρες ώρες. Με τους νεκρούς γύρω μας. Μόνο έπειτα από τόσες ώρες ήρθε και μας βρήκε ένας άντρας που έψαχνε τον γιο του, ένας ιδιώτης, όχι ο στρατός ούτε η αστυνομία. Μας πήγαν στο νοσοκομείο Σορόκα. Τότε συνειδητοποίησα το μέγεθος της καταστροφής, καθώς οδηγούσαμε κατά μήκος του φράχτη με τη Γάζα κι έβλεπα όλα τα πτώματα και τα καμένα αυτοκίνητα. Τότε κατάλαβα ότι δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό αυτό που μας είχε συμβεί. Κι όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο κι έρχονταν κι άλλοι κι άλλοι κι άλλοι, θυμάμαι πως σκέφτηκα ότι συνεχιζόταν ακόμα όλο αυτό.

Τρία χρόνια μετά, νιώθω αρκετά ασφαλής εδώ, αλλά φοβερά απογοητευμένος από τις Αρχές. Από τη χώρα ολόκληρη. Νιώθω πως κανείς δεν νοιάζεται για το τι μας έχει συμβεί. Δεν έρχεται κανείς να δει τι κάνεις, αν έχεις ορθοποδήσει, πώς θα ορθοποδήσεις. Θέλω να πω, αν περπατώ στον δρόμο και πέσω σε μια λακκούβα και σπάσω το πόδι μου, μπορώ να μηνύσω τον δήμο ή την εταιρεία που την έσκαψε και θα με αποζημιώσουν. Αλλά όταν τα σκατώνει η κυβέρνηση, είναι λες και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Λαμβάνω ένα κάποιο επίδομα, μα είναι μικρό, δεν μπορώ να προχωρήσω στη ζωή μου βασιζόμενος σ’ αυτό. Και ψυχοθεραπεία μού έχουν προσφέρει – αλλά πώς να το πω;

Σε κανονικές συνθήκες μπορείς να βρεις δικαίωση, να αποζημιωθείς και με το παραπάνω. Ενώ τώρα εγώ δεν μπορώ να δουλέψω, η ζωή μου είναι ένα χάος, δεν έχω καταφέρει να βρω μια νορμάλ, σταθερή δουλειά, να έχω ένα εξασφαλισμένο εισόδημα. Ζω μόνο με όσα μου επιτρέπει το επίδομά μου, κι αυτό είναι πολύ περιορισμένο. Η χώρα μου δεν με στηρίζει όσο θα έπρεπε, παρόλο που εκείνοι φταίνε που άφησαν αυτό το πράγμα να συμβεί. Θα ήθελα να υπάρχει ένα πρόγραμμα αποκατάστασης που θα με βοηθούσε να επανέλθω σε κατάσταση πλήρους λειτουργικότητας. Γιατί τώρα δεν είμαι λειτουργικός. Υπάρχουν άνθρωποι που με βοηθούν εθελοντικά ή εν μέρει, αλλά δεν είναι το ίδιο με το να αναλάβουν τις ευθύνες τους οι αρμόδιοι και να διασφαλίσουν την αποκατάστασή μου.

Πριν από την 7η Οκτωβρίου δεν την πολυσκεφτόμουν τη Γάζα. Δεν τους μισούσα, δεν ασχολιόμουν, ένιωθα ότι αυτοί ζουν τη ζωή τους εκεί κι εγώ τη δική μου εδώ και ότι απλώς η υπόθεση είχε κολλήσει και δεν υπήρχαν και πολλά που μπορούσε να κάνει κανείς. Τώρα νιώθω πως η Χαμάς δεν είναι το μόνο πρόβλημα στη Γάζα. Πώς να το πω; Νιώθω ότι δεν υπάρχουν αθώοι, πως κανείς εκεί δεν ήταν αμέτοχος. Δεν πιστεύω ότι υπήρχαν άνθρωποι στη Γάζα που να μην ήταν συνένοχοι σε ό,τι συνέβη, όλοι συνδέονται με κάποιον τρόπο μεταξύ τους. Και κάπως έχουν πείσει και τα παιδιά τους πως το όνειρο που πρέπει να έχουν είναι, όταν μεγαλώσουν, να γίνουν τζιχαντιστές. Τα έχουν δηλητηριάσει. Είναι ψυχικά ρημαγμένα και δεν ξέρω αν υπάρχει τρόπος να αποκατασταθούν.

Μεράβ Μπεν Ρούμπι και Εντέν Μπεν Ρούμπι
Μεράβ Μπεν Ρούμπι και Εντέν Μπεν Ρούμπι

Μεράβ Μπεν Ρούμπι | Ρισόν Λε Τσιόν, κεντρικό Ισραήλ

Μεράβ Μπεν Ρούμπι και Εντέν Μπεν Ρούμπι
Μεράβ Μπεν Ρούμπι και Εντέν Μπεν Ρούμπι

Μεράβ Μπεν Ρούμπι | Ρισόν Λε Τσιόν, κεντρικό Ισραήλ

Η Μεράβ Μπεν Ρούμπι έχασε στις 7 Οκτωβρίου 2023, στο Φεστιβάλ Νόβα, την 23χρονη κόρη της, Εντέν

Η Εντέν ήταν η κόρη μου. Ήταν 23 χρονών όταν δολοφονήθηκε, στις 7 Οκτωβρίου 2023. Ήταν ένα πανέμορφο κορίτσι, αστείο, γεμάτο ζωή, γεμάτο όνειρα. Της άρεσε να ζωγραφίζει, της άρεσαν τα τατουάζ, η μουσική. Είχε τεράστια καρδιά. Ήταν η καλύτερή μου φίλη. Με φώναζε «imush», χαϊδευτικό του «ima» (μαμά). Μου λείπει η φωνή της, το γέλιο της, οι αγκαλιές της. Πάνω απ’ όλα μου λείπουν τα μικρά πράγματα. Όταν γύριζε σπίτι κι άνοιγε την πόρτα κι έλεγε «Imush, τι έχουμε για φαΐ; Πεινάω!». Είχε τόσα όνειρα… Ονειρευόταν ν’ ανοίξει μια γκαλερί στη Νέα Υόρκη, ήθελε να ερωτευτεί, να παντρευτεί, να κάνει τρία παιδιά, να ταξιδέψει. Είχε όλη τη ζωή μπροστά της.

Η Εντέν πήγε στο Φεστιβάλ Νόβα με το αγόρι της, τον Αριέλ. Είχαν γνωριστεί στην Ινδία. Όταν ξεκίνησαν οι επιθέσεις, προσπάθησαν να βρουν ένα ασφαλές μέρος να κρυφτούν. Μπήκαν σ’ ένα μικρό καταφύγιο κοντά στο κιμπούτς Μπε’ερί μαζί με άλλους, μεταξύ αυτών και τη Γιουβάλ Ραφαέλ, που πήγε στη Γιουροβίζιον, ίσως την ξέρετε. Από εκεί μέσα μού έστειλε μήνυμα ότι φοβόταν. Στην αρχή έγραψε ότι ήταν όλοι τους εντάξει, αλλά ανησυχούσε για την ασφάλειά τους. «Πού είναι η αστυνομία; Πού είναι ο στρατός;» έγραψε. Αργότερα: «Μαμά, τι θα κάνουμε; Φοβάμαι». Προσπάθησα πολλές φορές να επικοινωνήσω μαζί της, τηλεφωνούσα, έστελνα μηνύματα. Δεν απάντησε ξανά. Πρέπει να ήταν τρομοκρατημένη εκεί μέσα. Για τέσσερις ολόκληρες μέρες την ψάχναμε στα τυφλά, δεν ήρθε κανείς να μας βοηθήσει, κανείς να μας ειδοποιήσει. Το Ισραήλ ήταν βυθισμένο στο χάος, την ψάχναμε στις εικόνες της τηλεόρασης, στα ΜΜΕ… Κανείς, κανείς δεν βοηθούσε.

Τέσσερις μέρες αργότερα ήρθε εκείνο το χτύπημα στην πόρτα. Είδα τους αξιωματικούς να στέκονται απέξω σιωπηλοί. Άνοιξα την πόρτα κι άρχισα να ουρλιάζω: «Πείτε μου ότι την απήγαγαν, πείτε μου ότι δεν είναι νεκρή». Αλλά ένας απ’ αυτούς άρχισε απλώς να κουνάει το κεφάλι του πέρα δώθε χωρίς να πει λέξη. Από εκείνη τη στιγμή η ζωή μου άλλαξε τελείως. Δεν θυμάμαι καθόλου τις τέσσερις μέρες που την ψάχναμε, κάτι έχει πάθει το κεφάλι μου κι έχουν σβηστεί όλα· θυμάμαι μόνο ότι δεν μας βοηθούσε κανείς. Αλλά εκείνο το χτύπημα στην πόρτα δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Και θυμάμαι να πιστεύω πράγματα αδύνατα· ήλπιζα, πίστευα με όλη μου την καρδιά ότι είχαν κάνει λάθος, ότι η Εντέν δεν είχε πεθάνει.

Έχω ένα ακόμα παιδί, τον Ρόι. Είναι πολύ δύσκολο και γι’ αυτόν και για τον σύζυγό μου. Το δυσκολότερο είναι που ξέρω ότι πρέπει να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου χωρίς εκείνη. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι η ζωή μου συνεχίζεται, αλλά εγώ μέσα μου δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται αυτό που ζω να είναι η ζωή μου. Το σπίτι είναι τόσο ήσυχο, η Εντέν ήταν γεμάτη ζωή και γέλια, τώρα ζούμε μες στη σιωπή. Γι’ αυτό θέλω να μιλώ για εκείνη, θέλω να λέω στους ανθρώπους ποια ήταν, να μη γίνει η κόρη μου απλώς ένα όνομα, ένας αριθμός: ν’ ακούω τη φωνή της, το γέλιο της. Αν τη θυμόμαστε, νιώθω πως είναι ακόμα εδώ.

Η Εντέν είχε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη. Τη λάτρευε την Ελλάδα, δούλευε σε κατασκήνωση στο Λιτόχωρο, αγαπούσε τα παιδιά. Σημαίνει πολλά για μένα που τη θυμούνται ακόμα εκεί. Έρχομαι και βλέπω τα αντισημιτικά σλόγκαν στους τοίχους και δεν θέλω, δεν θέλω να φοβάμαι στην Ελλάδα. Και δεν θα φοβηθώ. Είμαστε ένας λαός από λιοντάρια. Ο κόσμος όλος δεν μπορεί να μας κάνει cancel.

Τώρα που έγινε η επίθεση στο αεροπλάνο από το Ντουμπάι μού ήρθε στο νου η 7η Οκτωβρίου, γιατί και οι επιβάτες εκεί μέσα αποκλεισμένοι από τον έξω κόσμο ήταν, όπως το παιδί μου και τ’ άλλα παιδιά στο καταφύγιο. Η Γιουβάλ, αφού σώθηκε, έλεγε ότι, αν δεν ήταν η Εντέν μου, εκείνη δεν θα ζούσε σήμερα. Οι επιβάτες της πτήσης αυτής ήταν πάρα πολύ τυχεροί. Η κόρη μου δεν ήταν. Κι εγώ είμαι απλώς μια μητέρα που η κόρη της εξαφανίστηκε από το πουθενά, από τη μια μέρα στην άλλη.

Δεν θέλω να την ξεχάσει ο κόσμος. Δεν θέλω να ξεχαστεί η 7η Οκτωβρίου. Στα εβραϊκά λέμε «Αμ Ίσραελ χάι». Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ο λαός του Ισραήλ ζει. Αυτό θέλω να γράψετε.

Μπένης Νατάν
Μπένης Νατάν

Μπένης Νατάν | Χάιφα, βόρειο Ισραήλ

Μπένης Νατάν
Μπένης Νατάν

Μπένης Νατάν | Χάιφα, βόρειο Ισραήλ

Ο Μπένης Νατάν ζει στη Χάιφα, την πιο πολυθρησκευτική και πολυφυλετική πόλη του Ισραήλ, και το Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2023 βρισκόταν στο σπίτι με την οικογένειά του

Εκείνο το πρωινό ξύπνησα κάπως αργά, κατά τις 9:30. Ήταν Σάββατο και δεν είχα λόγο να σηκωθώ πιο νωρίς. Βλέπω το WhatsApp της οικογένειας και η νύφη μου έγραφε ότι γίνονταν «παράλογα» πράγματα. Δεν καταλάβαινα για τι πράγμα μιλούσε. Μπήκα λοιπόν στον ιστότοπο της Haaretz και άνοιξα και την τηλεόραση και κατάλαβα ότι κάτι τρομερό συνέβαινε, παρότι δεν υπήρχαν πολλές πληροφορίες ακόμα, ούτε για το Φεστιβάλ Nova, μόνο κάτι σκόρπιες φήμες ότι είχε γίνει εισβολή στα κιμπούτς και στην πόλη Σντερότ, στο νότιο Ισραήλ. Καταλάβαινα ότι υπήρχαν θύματα. Υπήρχε μια αμυδρή αίσθηση ότι αυτή η επίθεση διέφερε από τις κατά καιρούς επιθέσεις με ρουκέτες, αλλά δεν φανταζόμασταν ότι θα μπούκαραν έτσι σε μια χώρα με τέτοια αμυντική ισχύ. Σιγά σιγά άρχισαν να συσσωρεύονται οι πληροφορίες: έμαθα από έναν φίλο ότι ο εγγονός του, που υπηρετούσε σε επίλεκτη μονάδα του στρατού, είχε κληθεί να αντιμετωπίσει τους εισβολείς. Η πρώτη ξεκάθαρη εικόνα που είχαμε για το μέγεθος της επίθεσης ήταν έπειτα από δύο ολόκληρες μέρες. Γενικά επικρατούσε άγνοια.

Η Υπηρεσία Πληροφοριών του Στρατού προσπαθούσε να βρει τον αρχηγό της κι αυτός δεν σήκωνε το τηλέφωνο· ήταν στο Εϊλάτ με μια φίλη του και δεν απαντούσε. Όλα αυτά τα μάθαμε πολύ αργότερα φυσικά. Το επιτελείο δεν αντέδρασε και γι’ αυτό πρέπει να ελεγχθεί και ο ίδιος ο Νετανιάχου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι τον ξύπνησαν αργά κι άργησε να φτάσει στο κέντρο επιχειρήσεων, όπου αντέδρασε, κατά τη γνώμη μου, με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Όπως και να ’χει, πρέπει να δημιουργηθεί μια ανεξάρτητη κρατική επιτροπή έρευνας για όλα αυτά, κι ο Νετανιάχου προφανώς αντιτίθεται γιατί έχει τη φωλιά του λερωμένη.

Εκείνες τις πρώτες μέρες οι πολίτες πήραν την κατάσταση στα χέρια τους για να ενισχύσουν τους στρατιώτες: οργάνωναν κουζίνες γιατί ο στρατός δεν ήταν έτοιμος να δεχτεί τόσους εφέδρους· ήταν μια κατάσταση δύσκολη, καμία σχέση με τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, πενήντα χρόνια πριν, όπου είχες στρατό εναντίον στρατών. Εδώ πήγαιναν τακτικοί ή έφεδροι στρατιώτες να πολεμήσουν και ο στρατός δεν είχε τις υποδομές να τους παράσχει αυτά που έπρεπε. Η δική μου οικογένεια στάθηκε τυχερή: η μία μου κόρη, αξιωματικός στα τεθωρακισμένα, έγινε μητέρα λίγο μετά την 7η Οκτωβρίου και δεν κλήθηκε στον στρατό. Ο άνδρας που την αντικατέστησε σκοτώθηκε. Ο γαμπρός μου είχε εκπαιδευτεί σε προηγούμενης γενιάς τεθωρακισμένα και δεν κλήθηκε. Ο γιος μου είχε ένα ατύχημα στον ώμο όταν ήταν στον στρατό και δεν τον κάλεσαν εντέλει ποτέ. Από αυτή την άποψη, ήμασταν πάρα πολύ τυχεροί. Από την άλλη, έβλεπα και άκουγα για ανθρώπους, παιδιά, που χάθηκαν. Πονούσε η ψυχή μου.

Εν τω μεταξύ, αν κοιτούσε κανείς τι γινόταν γύρω, στην κοινωνία, θα έτριβε τα μάτια του: ξαφνικά, το Ισραήλ άρχισε να κλίνει προς τα δεξιά. Μέσα σε λίγες μόνο ημέρες, ακόμη και οι αριστεροί –κι εγώ μια ζωή στην ισραηλινή Αριστερά ανήκα, στο Μέρετζ, το πιο αριστερό μη αραβικό κόμμα που υπήρχε– νιώσαμε ότι μας μαχαίρωσαν πισώπλατα. Ποιοι; Οι άνθρωποι με τους οποίους πιστεύαμε ότι μπορούσαμε να κάνουμε ειρήνη, οι Άραβες, των οποίων τα δικαιώματα υποστηρίζαμε. Πισώπλατα. Όσο περνούσαν οι ώρες και μαθαίναμε για εκατοντάδες νεκρούς, βλέπαμε σκηνές από τα νοσοκομεία όπου έφταναν οι τραυματίες, μιλούσαμε με συγγενείς ανθρώπων που πήγαν να αποκρούσουν την εισβολή μόνοι τους, με τα ιδιωτικά τους αυτοκίνητα, και πολλοί από αυτούς δεν επέστρεψαν ποτέ… Είδαμε απλούς πολίτες από τη Γάζα να μπαίνουν στο Ισραήλ και να βιάζουν ή να πανηγυρίζουν όταν επέστρεφαν οι Χαμασίτες με τα πτώματα και τους ομήρους… Δεν έχω λόγια.

Από τότε μέχρι σήμερα είμαι σε κατάθλιψη. Γι’ αυτούς που χάθηκαν, για το πού πηγαίνουμε. Το Ισραήλ έχει στραφεί προς τα δεξιά, οι έποικοι στη Δυτική Όχθη έχουν γίνει κράτος εν κράτει, η λύση των δύο κρατών έχει εγκαταλειφθεί. Δεν βλέπω κανέναν ηγέτη στο Ισραήλ διατεθειμένο να προχωρήσει προς αυτή την κατεύθυνση πια, αλλά ούτε και κάτι αντίστοιχο από τους Παλαιστίνιους. Χάθηκε η ελπίδα κι αυτό με στενοχωρεί ιδιαίτερα. Κάποτε λέγαμε θα καθίσουμε να συζητήσουμε, θα τα βρούμε. Με την 7η Οκτωβρίου κατάλαβα ότι οι Παλαιστίνιοι δεν ήθελαν την ειρήνη.

Και στο παρελθόν, όσες φορές είχαμε φτάσει σε συνομιλίες, κυρίως οι Παλαιστίνιοι τίναζαν τα πράγματα στον αέρα. Έλεγε ο Αλ Καρντάουι, πνευματικός ηγέτης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, πως όλοι οι Εβραίοι του Ισραήλ πρέπει να θανατωθούν, είτε είναι μικρά παιδιά, γιατί θα γίνουν στρατιώτες, είτε είναι οι γυναίκες, γιατί και αυτές θα υπηρετήσουν και θα γίνουν μητέρες στρατιωτών, είτε είναι γέροντες, γιατί και αυτοί έχουν υπηρετήσει. Όλοι πρέπει να πεθάνουν. Αλλά εγώ έλεγα πάντα πως δεν έχει σημασία τι λέει αυτός. Το θέμα είναι αν θα μπορούσε, έστω και τώρα, να βρεθεί μια λύση. Αλλά δεν το βλέπω. Όχι πια. Κι αυτό ακριβώς με οδηγεί στη θλίψη τη μεγάλη.

Δειτε περισσοτερα