Αθλητισμος

Hey Jude: Ο Τζουντ Μπέλιγχαμ πήρε ένα θλιμμένο τραγούδι και το έκανε καλύτερο

Η πρόκριση των Άγγλων απέναντι στους Νορβηγούς ήταν απλώς το αποτέλεσμα

img_20180508_220957_2.jpg
Zastro
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Hey Jude: Ο Τζουντ Μπέλιγχαμ πήρε ένα θλιμμένο τραγούδι και το έκανε καλύτερο
Χάρι Κέιν, Τζουντ Μπέλιγχαμ και Μόργκαν Ρότζερς πανηγυρίζουν τη νίκη των Άγγλων απέναντι στους Νορβηγούς του Έρλινγκ Χάαλαντ © SHAWN THEW / EPA

Η Εθνική Αγγλίας όδευε προς έναν ακόμα αποκλεισμό. Τότε ο Τζουντ Μπέλιγχαμ πήρε το θλιμμένο τραγούδι της ιστορίας της και άλλαξε τη μελωδία του

Όταν η συλλογική μνήμη είναι ποτισμένη με απανωτές απογοητεύσεις, μετατρέπεται σε ένα ανελέητο θηριοτροφείο. Στο οικοδόμημα του αγγλικού ποδοσφαίρου, η ιστορική μνήμη δεν είναι απλώς ένα αδρανές αποθετήριο του παρελθόντος, είναι ένας ζωντανός, παλλόμενος οργανισμός, ένα άγριο θηρίο που τρέφεται αποκλειστικά από τις σάρκες μιας απατηλής ελπίδας.

Η περίφημη πορεία των Three Lions στα μεγάλα τουρνουά υπήρξε, εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα, ένα σαδιστικά επαναλαμβανόμενο ψυχόδραμα. Μια αρχαία τραγωδία γραμμένη από έναν αόρατο, σατανικό σεναριογράφο που αρέσκεται να υψώνει το αγγλικό έθνος στα ουράνια, μόνο και μόνο για να εξασφαλίσει ότι η πτώση του θα είναι εκκωφαντική, οδυνηρή και απολύτως αναπόφευκτη.

Από το μακρινό 1966, όταν ο Μπόμπι Μουρ ύψωνε το Ζιλ Ριμέ στον ουρανό του Λονδίνου, το αγγλικό ποδόσφαιρο περιφέρεται στον παγκόσμιο χάρτη σαν ένας καταραμένος βασιλιάς που έχει χάσει το στέμμα του και προσπαθεί μάταια να αποδείξει την αριστοκρατική του καταγωγή.

Κάθε γενιά γαλουχήθηκε με ένα δικό της, ξεχωριστό τραύμα. Οι παλαιότεροι κουβαλούν το «χέρι του Θεού» το 1986, τα δάκρυα του Πολ Γκασκόιν στο Τορίνο το 1990 και την κατάρρευση στα πέναλτι απέναντι στους (τότε) Δυτικογερμανούς. Οι πιο νέοι στοιχειώνονται από την εκδικητική, αφελή κλωτσιά του νεαρού Ντέιβιντ Μπέκαμ στον Ντιέγκο Σιμεόνε ένα ζεστό βράδυ του 1998 στο Σεντ Ετιέν. Άλλοι θυμούνται τον Στιούαρτ Πιρς, άλλοι το σπασμένο μετατάρσιο του Γουέιν Ρούνεϊ το 2004, άλλοι το χαμένο πέναλτι του Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ στο παλιό Γουέμπλεϊ το 1996. Κι όλοι μαζί ανεξαιρέτως, τον πρόσφατο πόνο του χαμένου τελικού απέναντι στους εξαφανισμένους έκτοτε από το ποδοσφαιρικό στερέωμα Ιταλούς.

Η Αγγλία έφτανε διαρκώς στην πηγή. Έσκυβε, αντίκρυζε το ταλαιπωρημένο είδωλό της στο νερό, άκουγε το θρόισμα της δόξας, αλλά τη στιγμή που άνοιγαν τα χείλη για να ξεδιψάσει, πνιγόταν.
Πνιγόταν στην ίδια της την προσδοκία, στην ίδια της την αγωνία να αποδείξει ότι το ποδόσφαιρο «επιστρέφει σπίτι». Για να σπάσει αυτή η κατάρα, η αγγλική ομοσπονδία χρειάστηκε να προβεί σε μια πράξη έσχατης ταπείνωσης, σε μια ιστορική παραδοχή ήττας του βρετανικού φλέγματος. Παρέδωσε τα κλειδιά της εθνικής ομάδας σε έναν Γερμανό.

Ο Τόμας Τούχελ, ένας προπονητής με απολύτως επιστημονική, σχεδόν κλινική προσέγγιση στο άθλημα, αποκομμένος από το συναισθηματικό βάρος που συνέθλιψε τους προκατόχους του, κλήθηκε να λειτουργήσει σαν εξορκιστής του αγγλικού ποδοσφαίρου.

Hey Jude: Ο Τζουντ Μπέλιγχαμ πήρε ένα θλιμμένο τραγούδι και το έκανε καλύτερο
Ο Μπέλιγχαμ πανηγυρίζει το δεύτερο γκολ που πέτυχε απέναντι στη Νορβηγία © RONALD WITTEK / EPA

Ο Τούχελ πιθανότατα δεν καταλαβαίνει από Wonderwall και Oasis, δεν έχει ιδέα τι σημαίνει αυτό το «maybe» που τραγουδάνε δακρυσμένοι οι Άγγλοι στην εξέδρα. Ο Γερμανός ίσα που έχει προλάβει να μάθει το βαθύ κίτρινο του «ρομαντισμού» των tabloids και τους φιλιππικούς των παλαίμαχων στα τηλεοπτικά πάνελ. Αντιλαμβάνεται το ποδόσφαιρο ως «γεωμετρία», ως χώρο και χρόνο, σαν μια πανάκριβη σκακιέρα όπου το συναίσθημα είναι απλώς ένας ενοχλητικός χτύπος που οφείλει να σιγήσει. Γι’ αυτό αντικατέστησε την ευγένεια και την πολιτική ορθότητα της εποχής Σάουθγκεϊτ, με τον απόλυτο, στυγνό ρεαλισμό.

Απέναντι στη Νορβηγία του φοβερού και τρομερού Χάαλαντ, στον κρισιμότερο προημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, αυτός ο ρεαλισμός δοκιμάστηκε σκληρά. Οι Νορβηγοί δεν είναι μια απλή ομάδα, είναι κάτι σαν φυσικό εμπόδιο, μοιάζουν με συμπαγές σκανδιναβικό τείχος, φτιαγμένο από πειθαρχία, μυϊκό όγκο και τακτική προσήλωση.

Κατέβηκαν στο γήπεδο με το δόγμα να περιμένουν και να χτυπήσουν. Να πιέσουν και να λυγίσουν τους Άγγλους πνίγοντάς τους στη θάλασσα του τρομακτικού «ROW» των Βίκινγκ στην εξέδρα. Κατόρθωσαν να φέρουν τους Άγγλους σε εκείνο το σημείο τήξης που παραδοσιακά αρχίζουν να αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους.

Όσο τα λεπτά κυλούσαν, η ούτως ή άλλως ακατάλληλη ατμόσφαιρα στο Μαϊάμι γινόταν ολοένα και πιο αποπνικτική. Στις εκατοντάδες pub του νησιού, από τα φτωχικά, γεμάτα καπνό και υγρασία στέκια του Νιούκαστλ και τα μποέμικα μπαρ του Κάμντεν, μέχρι τα αριστοκρατικά σαλόνια του Κένσινγκτον, θαρρείς και μια παγωμένη, γνώριμη σιωπή άρχισε να απλώνεται.

Ο ήχος απ’ τα ποτήρια των pints που ακουμπούσαν νευρικά στα ξύλινα τραπέζια έδινε τον ρυθμό της αγωνίας μετά το γκολ του Σιέλντρουπ. Τα φαντάσματα είχαν αρχίσει να μαζεύονται, η μπάλα άρχιζε πάλι να ζυγίζει τόνους, οι πάσες έγιναν παράλληλες, δειλές. Το ψυχόδραμα ήταν έτοιμο να παίξει την τρίτη και τελευταία του πράξη.

Σε εκείνη ακριβώς την οριακή συνθήκη, στο σημείο μηδέν όπου το παρελθόν συναντά το παρόν για να το πνίξει, η ιστορία απαιτούσε την εμφάνιση ενός ήρωα που δεν υπακούει στους κανόνες της. Ενός πρωταγωνιστή που δεν φέρει το γενετικό υλικό της εγχώριας ηττοπάθειας. Και αυτός ο πρωταγωνιστής δεν μπορούσε να είναι ούτε ο φτιαγμένος για μοιραίος Χάρι Κέην, ούτε ο Ντέκλαν. Φοράει το «10». Γιατί αυτό φορούν οι μεγάλοι παίκτες. Και είναι ο Τζουντ Μπέλιγχαμ.

Είναι κεφαλαιώδες να γίνει αντιληπτή η ανατομία της προσωπικότητας του Τζουντ Μπέλιγχαμ σε αυτή την ομάδα. Δεν είναι ο συνηθισμένος Άγγλος ποδοσφαιριστής, δεν γαλουχήθηκε στις ακαδημίες των παραδοσιακών δυνάμεων της Premier League, εκεί που ο βρετανικός εξαιρετισμός συχνά καταπνίγει την εξέλιξη.

Είναι ένα παιδί που κουβαλάει τη σκληράδα, το θράσος και την πολεμική αρετή των δρόμων του Μπέρμιγχαμ, αλλά το ποδοσφαιρικό του πνεύμα σμιλεύτηκε στην εξορία. Ανδρώθηκε στη βιομηχανική κοιλάδα του Ρουρ με την Ντόρτμουντ και μετατράπηκε σε παγκόσμιο φαινόμενο στο λευκό παλκοσένικο της Μαδρίτης.

Ο Τζουντ έχει απορροφήσει την αριστοκρατική φινέτσα, την αυτοπεποίθηση και τη «βασιλική» αλαζονεία της Ρεάλ. Δεν καταλαβαίνει από αγγλικές κατάρες. Δεν τον αγγίζει η πίεση του βρετανικού Τύπου, διότι ο δικός του πήχης έχει τεθεί σε ύψη που οι συμπατριώτες του αδυνατούν να προσεγγίσουν.

Όταν η μπάλα καίει, ο Τζουντ δεν κρύβεται. Δεν ψάχνει την ασφαλή πάσα. Απαιτεί την ευθύνη, την αποζητά με τη βουλιμία του ανθρώπου που γνωρίζει εκ των προτέρων ότι είναι ο καλύτερος του γηπέδου. Κι όταν το σκοτάδι πήγε να καλύψει για άλλη μια φορά την Εθνική Αγγλίας, ο Μπέλιγχαμ πήρε νοητά ένα έθνος απ’ το χέρι και το πήγε εκεί που η γεωμετρία του Τούχελ αδυνατούσε να το φτάσει. Το πρώτο γκολ ήταν ένα έργο τέχνης, ένα αριστούργημα κινησιολογίας και χωρικής αντίληψης. Ακόμα και η υποψία (ή βεβαιότητα, ειλικρινά δεν έχω πλήρη εικόνα) ότι η μπάλα βρήκε στην skycam στο βολέ, κάνει το γκολ ακόμα πιο εκλεκτό στο δικό μου ρομαντικό σύμπαν.

Σε μια στιγμή που η αγγλική επίθεση φαινόταν εγκλωβισμένη, ο Τζουντ βρήκε εκείνο το αδιόρατο ρήγμα ανάμεσα στις γραμμές των Νορβηγών, υποδέχτηκε τη μπάλα με μια επαφή που μαρτυρούσε απόλυτο έλεγχο σώματος και χρόνου και μ’ένα ανεπαίσθητο, σχεδόν χορευτικό κατέβασμα του ώμου, άδειασε τον προσωπικό του αντίπαλο.

Ο χώρος άνοιξε, το πλασέ έγινε εύκολο για ποδοσφαιριστή της κλάσης του Τζουντ, τα φάλτσα δεν γινόταν να μην ήταν τα σωστά. Ισοφάριση. Και το δράμα αναβάλλεται. Οι Άγγλοι δίχως να είναι καλύτεροι, δίχως να γίνονται πιο επικίνδυνοι, χωρίς αντίδοτο απέναντι στους σπουδαίους Μπεργκ και Όντεγκααρντ, πήγαν το ματς στην παράταση. Και περίμεναν κι εκεί τον Τζουντ. Με τα χέρια ορθάνοιχτα, σαν να αγκάλιαζε την ίδια την ιστορία.

Οι Άγγλοι «κράτησαν». Άντεξαν. Κι αγκαλιάστηκαν στο τέλος μπροστά στο πέταλο των εκστασιασμένων οπαδών τους για να τραγουδήσουν το Wonderwall του ημιτελικού. Προκρίθηκαν με τον δικό τους τρόπο, με την ατομική ποιότητα, χωρίς τις τακτικές ταχυδακτυλουργίες του Τούχελ. Πέρασαν «βρετανικά», βαθιά συναισθηματικά και απολύτως κινηματογραφικά. Με μια μελωδία: το «Hey Jude».

Η ιστορία αυτού του τραγουδιού είναι από μόνη της ένα αριστούργημα συναισθηματικής αλχημείας. Πίσω στο βαθύτατα ιστορικό για την Ευρώπη 1968, σε μια περίοδο έντονων εσωτερικών αναταράξεων και για τους ίδιους τους Beatles, ο Πολ Μακάρτνεϊ οδηγούσε το αυτοκίνητό του προς το Γουέιμπριτζ.

The Beatles - The Beatles - Hey Jude (Official Music Video) [Remastered 2015]

Πήγαινε να επισκεφτεί τη Σύνθια Λένον και τον πεντάχρονο γιο της, Τζούλιαν, που βίωναν τον επώδυνο, δημόσιο χωρισμό από τον Τζον Λένον. Καθ' οδόν, άρχισε να σιγοτραγουδά μια μελωδία για να παρηγορήσει το μικρό αγόρι. «Hey Jules, don't make it bad. Take a sad song and make it better». Λίγο αργότερα, δουλεύοντας περισσότερο το κομμάτι στο μυαλό του, άλλαξε το όνομα σε "Jude" επειδή ακουγόταν καλύτερα, πιο ρυθμικά, πιο σωστά.
Ένα τραγούδι που γράφτηκε σαν ένα τρυφερό, ιδιωτικό μήνυμα παρηγοριάς και ελπίδας προς ένα πληγωμένο παιδί, έμελλε να γίνει ένας παγκόσμιος ύμνος αλληλεγγύης και λύτρωσης. Και πάνω από μισό αιώνα αργότερα, αυτό ακριβώς το τραγούδι έγινε ο ύμνος της ποδοσφαιρικής σωτηρίας. Από τις pubs του Λονδίνου που έγιναν ολόκληρο ζήτημα στη Βουλή των Λόρδων, μέχρι τα σαλόνια του Μάντσεστερ, εκατομμύρια Άγγλοι ενώθηκαν κάτω από την ίδια μελωδία.

«Take a sad song and make it better»

Δεν υπάρχει πιο εύστοχη, πιο ποιητική περιγραφή για την ιστορία της Εθνικής Αγγλίας. Η πορεία τους στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο είναι ακριβώς αυτό. Ένα ατελείωτο, βαθιά θλιμμένο τραγούδι. Μια μελωδία γεμάτη από τις πικρές νότες των χαμένων πέναλτι, των άδικων αποκλεισμών, των λαθών της τελευταίας στιγμής και των διαψευσμένων ελπίδων. Ένα τραγούδι που το έπαιζαν σε λούπα εδώ και δεκαετίες, ματώνοντας τα αυτιά και τις ψυχές τους.

Ο Τζουντ Μπέλιγχαμ άκουσε τη μελωδία και είδε τη θλίψη στις ψυχές. Μην αναρωτιέστε πώς γίνεται αυτό στο ποδόσφαιρο, είναι απ’ τα ανεξήγητα της μαγείας του και ο λόγος που ο μισός πλανήτης ξενυχτάει τα βράδια «για να βλέπει κακομαθημένους εκατομμυριούχους με κοντά σορτσάκια να κυνηγούν μια μπάλα».

Ναι, ο Τζουντ. Πήρε αυτό το θλιμμένο τραγούδι και του άλλαξε τον σκοπό. Το έκανε καλύτερο. Πήρε το μοιρολόι και το μετέτρεψε σε εμβατήριο θριάμβου. Με το αδιανόητο ταλέντο του, με την οξυδέρκειά του, με την ψυχρότητα ενός βετεράνου και το πάθος ενός εφήβου, απάλλαξε τους Άγγλους από τον συλλογικό τους φόβο. Τους πρόσφερε το αναφαίρετο δικαίωμα να ονειρεύονται ξανά χωρίς ενοχές, χωρίς τον μόνιμο τρόμο της επερχόμενης τιμωρίας. Το παρατεταμένο, εκστατικό «Na, na, na, na-na-na, na» που δονούσε την ατμόσφαιρα, ήταν ο ήχος της κάθαρσης, η απόλυτη επιβεβαίωση ότι τα φαντάσματα μπορούν, τελικά, να εξορκιστούν.

Ο Μπέλιγχαμ δεν τους έστειλε απλώς στα ημιτελικά ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αυτό είναι απλώς η στατιστική αποτύπωση της βραδιάς. Το πραγματικό του επίτευγμα είναι ότι τους έκανε να πιστέψουν πως η μοίρα δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Ότι το αγγλικό ψυχόδραμα μπορεί, επιτέλους, να γραφτεί αλλιώς, με ένα τέλος που δεν περιλαμβάνει δάκρυα, απονενοημένα διαβήματα και σκυμμένα κεφάλια. Ο Τζουντ άναψε τη φλόγα και η Αγγλία είναι πλέον έτοιμη να διεκδικήσει το πεπρωμένο της. Σε έναν ημιτελικό που με μαθηματική ακρίβεια μπορεί να είναι μονάχα η κορύφωση. Και να τελειώσει με την ίδια μελωδία.

Hey Jude...

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY