Αθλητισμος

Κόνορ Μακ Γκρέγκορ, ο σταρ των πολεμικών τεχνών

13 δευτερόλεπτα κράτησε ο πιο πολυαναμενόμενος αγώνας της χρονιάς

vasilis-stamatiou.jpg
Βασίλης Σταματίου
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
117073-261264.jpg

Δεκατρία δευτερόλεπτα. Τόσο κράτησε ο πιο πολυαναμενόμενος αγώνας της χρονιάς στα μαχητικά σπορ, από τη στιγμή που ο ρέφερι φώναξε «φάιτ!» ως το σημείο που το αριστερό ντιρέκτ του διεκδικητή έσκασε πάνω το σαγόνι του πρωταθλητή, ο πρωταθλητής έπεσε σαν πριονισμένο δέντρο, ο διεκδικητής στάθηκε μόνος όρθιος, και το όνομα του, που εδώ και καιρό είχε ήδη επισκιάσει κάθε άλλο όνομα στο σπορ, ακούστηκε δίπλα στις λέξεις που ο ίδιος πίστευε πάντα ως φυσική κατάληξη των στόχων και των δυνατοτήτων του: «Νικητής και νέος πρωταθλητής κόσμου, ο διαβόητος Κόνορ ΜακΓκρέγκορ!».

Καθώς το 2015 γίνεται πια απολογισμός και ανάμνηση, το σπορ των Μεικτών Πολεμικών Τεχνών (Mixed Martial Arts, γιa συντομία ΜΜΑ) συνέχισε ακάθεκτο τη ραγδαία επέκτασή του στην παγκόσμια αθλητική αγορά, έχοντας στείλει σχεδόν στην αφάνεια παλιότερα μαχητικά σπορ όπως το Κικ Μπόξινγκ και το Μάι Τάι, και τροφοδοτώντας το ολοένα διευρυνόμενο (και εξόχως νεανικό, και «hip») κοινό του με ήρωες νέας κοπής και φανταχτερές «περσόνες», καμιά όμως τόσο υπερβολική, σε μαχητική δεινότητα και μαγνητική παρουσία όσο ο Κόνορ ΜακΓκρέγκορ.

Προκλητικός, αλαζόνας, θεατρίνος, μάστορας της αυτοπροβολής και μέγας νάρκισσος, ντυμένος σα να βγήκε μέσα από σελίδες μόδας ανδρικού περιοδικού, άσχημος-όμορφος με αυτό το έντονο βλέμμα, το αργασμένο πρόσωπο, το άψογο στιλ χίπστερ και τα άκρως εντυπωσιακά τατού, δεν θα ’ταν παρά άλλος ένας fighter της σειράς με κάποια έφεση στον επικοινωνιακό ντόρο αν δεν ερχόταν επιπλέον καβάλα στο τεράστιο hype των 15 σερί νικών, ενός προσωπικού και ανορθόδοξου στιλ παιχνιδιού, του πρόδηλου εξαιρετικού ταλέντου του και, από το Σάββατο 12 Δεκεμβρίου, της πλουμιστής ζώνης του πρωταθλητή κόσμου στα ελαφριά βάρη του UFC (της μεγαλύτερης σχετικής διοργάνωσης του πλανήτη), νικώντας με μία μόνο γροθιά τον επί 10 χρόνια αήττητο πρωταθλητή Ζοζέ Αλντο, στον αγώνα των 13 δευτερολέπτων που η αναμονή του κράτησε σε αγωνία εκατομμύρια οπαδούς ολόκληρο τον τελευταίο χρόνο.

image

Και είναι και Ιρλανδός. Σε μία χώρα όπου η αγάπη στους ήρωες και τους μαχητές βγαλμένους από τα σωθικά της εργατικής τάξης ποτέ δεν σβήνει, ο ΜακΓκρέγκορ είναι ο πλέον διάσημος αθλητής της χώρας και όταν αγωνίζεται, ολόκληρη η Ιρλανδία κάνει παύση εργασιών και κρατά την αναπνοή της, περιμένοντας τη στιγμή του αναπόδραστου νοκ-άουτ για να ξεχυθεί στις παμπ και να πανηγυρίσει με σκούρες μπίρες και καλό ουίσκι, όπως η ιρλανδική ψυχή μόνο ξέρει, ενώ ο λατρευτός τους Κόνορ, με τη βαριά δουβλινέζικη προφορά, δίνει την πολλοστή συνέντευξη του νικητή τυλιγμένος με την τίμια ιρλανδική σημαία.

Τούτος ο απίθανος τύπος που μοιάζει σήμερα να σέρνει την παγκόσμια δημοσιότητα σαν σκυλάκι, γεννήθηκε πριν 27 χρόνια σε ένα προάστιο του Δουβλίνου και, όπως σχεδόν κάθε κάτοικος της Αλβιώνος που σέβεται τις παραδόσεις, πρωτοασχολήθηκε με τα σπορ παίζοντας ποδόσφαιρο με τα τσικό της Lourdes Celtic Football Club, ενώ στις μεγάλες κατηγορίες υποστήριζε ασμένως, ποιά άλλη, την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ωστόσο, στα 15 του η οικογένεια ΜακΓκρέγκορ μετακόμισε σε ένα μακρινό προάστιο στις παρυφές του Δουβλίνου, εκεί που η πόλη διαχέεται σιγά-σιγά μέσα στην καταπράσινη ιρλανδική φύση, κι εκεί ο υπερκινητικός Κόνορ βρέθηκε ολομόναχος, χωρίς φίλους και πολλά χιλιόμετρα μακριά από την ποδοσφαιρική του ομάδα. Ελλείψει επιλογών, γράφτηκε στο κοντινό γυμναστήριο πυγμαχίας και κικ μπόξινγκ για να σκοτώνει τον ελεύθερο χρόνο του. Και εκεί ήταν που κάτι έκανε «κλικ». Οχι μόνο είχε τα σωματικά προσόντα και το ταλέντο, όχι μόνο διέθετε πνεύμα μαχητή και νικητή, αλλά το να χτυπάει έναν άνθρωπο του φαινόταν πολύ διασκεδαστικότερο από το να κλωτσάει μία μπάλα. Λίγο μετά, ξεκίνησε να προπονείται και στο κατ’ εξοχήν σπορ της πάλης εδάφους, το βραζιλιάνικο ζίου-ζίτσου.

Ολα αυτά, βέβαια, δεν ήταν παρά εξεζητημένα χόμπι του Κόνορ που, 18άρης πια άρχισε να βγάζει το απαραίτητο μεροκάματο δουλεύοντας σκληρά ως υδραυλικός. Συμπαθητικά μεν τα χρήματα, αλλά ο πληθωρικός χαρακτήρας, η διογκούμενη φιλοδοξία συν τη μούρλα που τον έδερνε έφτιαχναν ένα συνδυασμό που υπαγόρευε μία τελείως διαφορετική συνέχεια. Λίγο μετά, παράτησε τα εργαλεία, ξεκίνησε να λαμβάνει το φτωχικό επίδομα της πρόνοιας και προπονιόταν αδιάκοπα στις Μικτές Πολεμικές Τέχνες. «Καταστρέφεις το μέλλον σου. Ποιος Ιρλανδός έβγαλε ποτέ λεφτά από αυτό το άθλημα;» τον ρωτούσε έξαλλος ο πατέρας του. «Οταν στα 25 μου θα ’μαι εκατομμυριούχος κι ο πιο διάσημος άνθρωπος στην Ιρλανδία, θα το μετανιώσεις» απαντούσε ο Κόνορ, απελπίζοντας τον πατέρα του ακόμα παραπάνω.

Αλλά ο Κόνορ, που νωρίς-νωρίς αυτοβαφτίστηκε με το παρατσούκλι «ο Διαβόητος» (The Notorious), άρχισε γρήγορα να ακούγεται στους μαχητικούς κύκλους της Ιρλανδίας, παίζοντας στην αρχή σε τοπικές διοργανώσεις και ανεβαίνοντας σταδιακά στο εθνικό επίπεδο, καθώς έβγαζε νοκ-άουτ τους αντιπάλους στη σειρά. Αν και στην αρχή αγωνιζόταν ως ένας ακόμη νεαρός ντόπιος κικ-μπόξερ με μπόλικο ακατέργαστο ταλέντο αλλά έτερον ουδέν, ο ΜακΓκρέγκορ σύντομα πλαισίωσε τα αγωνιστικά του προσόντα με τις απαρχές της περσόνας που σήμερα ξέρουμε: Στις δηλώσεις του πριν τους αγώνες ξεχείλιζε από αλαζονεία και αυτοπεποίθηση, εμφανιζόταν ήδη σαν ο παγκόσμιος πρωταθλητής σε αναμονή, μέσα στο οκτάγωνο (το αντίστοιχο ρινγκ των ΜΜΑ) προκαλούσε τον αντίπαλό του μιλώντας του ή κοροϊδεύοντάς τον, μετά τις νίκες συμπεριφερόταν σα να συνέβη το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο και στις δηλώσεις, ανέλυε τα επόμενα βήματά του ως την παγκόσμια κορυφή.

image

Όλα αυτά είναι, βέβαια, μέρος του μαχητικού φολκλόρ και πολλοί αθλητές στο παρελθόν, από την πυγμαχία ως τις ΜΜΑ, τραβούσαν την προσοχή με παρόμοια καμώματα, όμως η απόδοση του Κόνορ στους αγώνες και οι συνεχείς νίκες του όχι μόνο τον διαφοροποιούσαν από τους διάφορους fighters της σειράς με έξυπνους μάνατζερς, αλλά και τον έσπρωχναν σούμπιτο προς τη γη της επαγγελίας των μαχητικών σπορ, τουτέστιν τις ΗΠΑ. Στις 6 Απριλίου του 2013 και μετά από ένα μακρύ σερί εντυπωσιακών νικών εντός κι εκτός Ιρλανδίας, ο Κόνορ ΜακΓκρέγκορ έκανε το ντεμπούτο του στο Ultimate Fighting Championship (UFC), τη μεγαλύτερη διοργάνωση του κόσμου με έδρα το Λας Βέγκας και το μέρος όπου η δόξα και το χρήμα τον περίμεναν. Ήταν 25 χρονών και ήταν ήδη ο πιο διάσημος Ιρλανδός αθλητής. Για να εκπληρώσει στο ακέραιο την προφητεία προς τον πατέρα, θα περίμενε λιγάκι ακόμα – στα 26, ο λογαριασμός του στην τράπεζα έγινε επιτέλους επταψήφιος.

Στο UFC και στο κέντρο της προσοχής, η προσωπικότητα του ΜακΓκρέγκορ αμέσως έλαμψε εκτυφλωτικά και επισκίασε κάθε άλλο αθλητή, συμπεριλαμβανομένων όλων των προηγούμενων σταρ του σπορ. Σε ένα άθλημα όπου οι μεγάλοι παίκτες ήταν παραδοσιακά ταλαντούχοι αθλητές, αλλά με «αντιτουριστική» εμφάνιση και φτωχά επικοινωνιακά προσόντα, ο Κόνορ προσγειώθηκε θορυβωδώς παρέα με τα πανάκριβα χειροποίητα κοστούμια του, το χρυσό ρολόι του, την ασίγαστη επιθυμία του για προβολή, τις ασταμάτητες προκλητικές δηλώσεις, τις ξεκαρδιστικές ατάκες, το σβέλτο πνεύμα και τους απερίγραπτους θεατρινισμούς – ένας ξιπασμένος δανδής με μεγάλο στόμα και ανοικονόμητο Εγώ, που ωστόσο όσα έλεγε τα έκανε πράξη μέσα στο οκτάγωνο, και μάλιστα με συχνά εξευτελιστικό γιά τους αντιπάλους του τρόπο. Ο ΜακΓκρέγκορ έγινε γρήγορα μία δημοφιλής μα και πολωτική φιγούρα, με ένα πλήθος να τον υποστηρίζει ως νέο (και, κατά κάποιο τρόπο, νεωτερικό) είδωλο, αλλά και πολλούς να εύχονται να βρεθεί κάποιος να τρίψει στη μούρη αυτού του φανφαρόνου τα μεγάλα λόγια του.

Μα το τελευταίο αποδείχτηκε εξαιρετικά δύσκολο. «Δύο πράγματα στ’ αλήθεια γουστάρω, το ένα είναι να δείχνω κούκλος και το άλλο να δέρνω κόσμο. Το πρώτο το κάνω αυτή τη στιγμή, για το άλλο πρέπει να περιμένετε ως το Σάββατο το βράδυ» δήλωνε, με απόλυτα σοβαρό ύφος, ο Κόνορ και τα εννοούσε αμφότερα, πότε ποζάροντας γιά περιοδικά σε στιλ μοντέλου και πότε κερδίζοντάς τους όλο και δυσκολότερους αντιπάλους, το συνηθέστερο με νοκ-άουτ στον πρώτο γύρο. Το αναπόδραστο ματς με τον αήττητο πρωταθλητή των ελαφρών βαρών Ζοζέ Αλντο ανακοινώθηκε επιτέλους στις αρχές του 2015, προς μεγάλη χαρά του ΜακΓκρέγκορ αλλά και του UFC, που έβλεπε σε αυτή την κοσμοϊστορική σύγκρουση ένα αληθινό χρυσωρυχείο.

Στους μήνες της αναμονής ως το ματς (που αρχικά είχε προγραμματιστεί για τις 11 Ιουνίου) οι επικοινωνιακοί αρμόδιοι του UFC έχτισαν μεθοδικά ένα ανεπανάληπτο hype, στο οποίο ο ΜακΓκρέγκορ πέρασε γρήγορα, σχεδόν εκβιαστικά, στο επίκεντρο, αφήνοντας για τον πρωταθλητή το ρόλο του κομπάρσου. Σε αυτό το διάστημα, ο Κόνορ ξεπέρασε τον εαυτό του: δεν αρκέστηκε απλώς στις συνηθισμένες προκλητικές δηλώσεις και τις πόζες, αλλά κήρυξε ένα ολομέτωπο ψυχολογικό πόλεμο κατά του Άλντο, εκμεταλλευόμενος την (πολύ πονηρή) ιδέα του Ντέινα Γουάιτ, αφεντικού του UFC, να οργανώσει μία επικοινωνιακή «παγκόσμια τουρνέ» για το ματς της χρονιάς, οργανώνοντας κοινές συνεντεύξεις τύπου των δύο μονομάχων σε διάφορες πόλεις του κόσμου. Με κάθε ευκαιρία, ο ΜακΓκρέγκορ εξευτέλιζε λεκτικά τον Αλντο, που μιλούσε μετά βίας αγγλικά και σε κάθε περίπτωση δεν είχε ίχνος από το σκηνικό ταλέντο του Ιρλανδού, ενώ σε μία περίπτωση ο Κόνορ σηκώθηκε από την καρέκλα του και όρμησε τρέχοντας στον Αλντο, του άρπαξε τη ζώνη του πρωταθλητή που είχε μπροστά του και έφυγε φωνάζοντας «είναι δική μου! Είναι δική μου!», ενώ ο Βραζιλιάνος τον κοίταζε αποσβολωμένος.

image

Οπως όλα τα μεγάλα αθλητικά δράματα, η σύγκρουση Αλντο-ΜακΓκρέγκορ ήταν η σύγκρουση δύο κόσμων. Ο Ζοζέ Αλντο, ένας σπουδαίος μαχητής με λαμπρή καριέρα και πάμπολλες νίκες, ήταν ο αρχετυπικός εκπρόσωπος της, ας πούμε, κλασικής σχολής των ΜΜΑ: γεννημένος σε μία παραγκούπολη στο Μανάους της Βραζιλίας, σε ένα περιβάλλον βίας και φτώχειας που απέχει άπειρα γεωγραφικά και κοινωνικά χιλιόμετρα από την εργατική τάξη στα προάστια του ευρωπαϊκού Δουβλίνου, ο Άλντο μοιραζόταν μόνο ένα κοινό στοιχείο με το παρελθόν του ΜακΓκρέγκορ κι αυτό ήταν πως κι εκείνος έπαιζε ποδόσφαιρο σαν πιτσιρικάς σε μία τοπική ομάδα της φαβέλας. Σοβαρός και λιγομίλητος, με μία τεράστια ουλή στο μάγουλο από ένα παιδικό ατύχημα και το σκληρό πρόσωπο ενός μιγά που είχε δει και ζήσει πολλά ζόρικα πράγματα, ο Αλντο έφτασε στο UFC το 2010 με τον τίτλο του πρωταθλητή ελαφρών βαρών μίας άλλης αμερικανικής οργάνωσης (World Extreme Cagefighting), που συγχωνεύθηκε με το UFC (δηλαδή αγοράστηκε, στα πλαίσια της επεκτατικής πολιτικής του UFC) και στον Αλντο προσφέρθηκε ο τίτλος του πρωταθλητή ελαφρών βαρών του UFC χωρίς αγώνα, μια και η κατηγορία των ελαφρών βαρών δεν υπήρχε ως τότε στη διοργάνωση και θα ξεκινούσε να συγκροτείται από εκεί και εντεύθεν. Στα επόμενα χρόνια, ο Αλντο υπερασπίστηκε εφτά φορές τον τίτλο του με επιτυχία απέναντι στην παγκόσμια αφρόκρεμα των αθλητών της κατηγορίας, και ψηφίστηκε κάμποσες φορές ως ο πληρέστερος μαχητής ΜΜΑ της εποχής του.

Ωστόσο, ο ΜακΓκρέγκορ ήταν άλλη ιστορία. Ενώ ο Αλντο ήταν ένας εμπειρότατος μαχητής που τα έκανε όλα καλά, αλλά «ορθόδοξα» –κικ μπόξινγκ, πάλη, ζίου ζίτσου, το ιερό τρίπτυχο των ΜΜΑ– ο ΜακΓκρέγκορ έμοιαζε να αδιαφορεί εντελώς για πολλές από τις γενικά παραδεκτές μεθόδους προπόνησης και να ακολουθεί ένα δικό του πρόγραμμα, που έκανε άλλους να γελάνε κι άλλους να αναρωτιούνται μήπως αυτό που κάνει είναι η πραγματική πρωτοπορία. Προπονιόταν ελάχιστα στην πάλη (ιεροσυλία για τις ΜΜΑ!) κι αντιθέτως, ξόδευε πολύ χρόνο εκτελώντας ένα εξεζητημένο πρόγραμμα ασκήσεων κινησιολογίας που άλλοτε θύμιζε γιόγκα, άλλοτε σύγχρονο χορό κι άλλοτε ακροβατικά τσίρκου. Στα διαλείμματα, δεν σταματούσε δευτερόλεπτο να περιαυτολογεί και να δηλώνει εντελώς σίγουρος πως στις 11 Ιουνίου θα έβγαζε τον Αλντο νοκ-άουτ (κάτι που ποτέ δεν είχε καταφέρει κανείς) και θα στεφόταν, τόσο απλά, πρωταθλητής.

Η αγωνία για το ματς της χρονιάς παρατάθηκε όταν ο Αλντο τραυματίστηκε στην προπόνηση και δήλωσε αδυναμία να αγωνιστεί τον Ιούνιο. Αντ’ αυτού, για τον τίτλο του προσωρινού πρωταθλητή μπήκε στο κάδρο ο νούμερο 3, Τσαντ Μέντες, ένας ικανότατος Αμερικανός παλαιστής (που πάντως είχε χάσει 2 φορές από τον Αλντο). Ο ΜακΓκρέγκορ, που είπαμε πως δεν προπονιόταν σχεδόν ποτέ στην κλασική πάλη, έπαιξε με τον Μέντες, ζορίστηκε στον πρώτο γύρο, αλλά τον έβγαλε νοκ-άουτ στον δεύτερο, και ύστερα, με τη ζώνη του προσωρινού πρωταθλητή στη μέση, περιμένε υπομονετικά, κάνοντας την αναμενόμενη επικοινωνιακή φασαρία, ως τον Δεκέμβριο.

Στις 12 Δεκεμβρίου, νύχτα Σαββάτου στο Λας Βέγκας, οι λογαριασμοί Άλντο - ΜακΓκρέγκορ λύθηκαν οριστικά. Ο ΜακΓκρέγκορ μπήκε στην αρένα φουριόζος, στητός όπως πάντα, ποζάροντας σαν παγόνι, ξεχειλίζοντας σιγουριά, έτοιμος σχεδόν να πετάξει στον αέρα με καύσιμο τα φουσκωμένα λόγια αλλά και το ασυγκράτητο πνεύμα του νικητή που έμοιαζε να μην περιορίζεται από κανένα και τίποτα. Ο Αλντο ακολούθησε απόλυτα συγκεντρωμένος, κοιτώντας συχνά το πάτωμα, σοβαρός, σφιγμένος, ίσως αγχωμένος από την άνευ προηγουμένου δημοσιότητα που είχε πάρει το event και, στο βάθος, μάλλον επηρρεασμένος από τον ανελέητο ψυχολογικό πόλεμο του ΜακΓκρέγκορ, που ο μονίμως αμήχανος Άλντο έχασε κατά κράτος, όλο τον τελευταίο χρόνο. Ο διαιτητής έδωσε το σήμα, οι δυο τους γυρόφεραν με προσποιήσεις για μερικά δευτερόλεπτα, ο Άλντο προέλασε ξαφνικά όπως το συνηθίζει, ο ΜακΓκρέγκορ έκανε ένα βήμα πίσω χτυπώντας ταυτοχρόνως με το αριστερό, μια κίνηση που έκανε ξανά και ξανά ήδη από τους ερασιτεχνικούς του αγώνες ως σήμερα, ο Βραζιλιάνος κυριολεκτικά τράκαρε μετωπικά με τη γροθιά του Ιρλανδού, σωριάστηκε κάτω με το πρόσωπο, ο Κόνορ έριξε δύο τυπικές γροθιές στον αποκαθηλωμένο πρωταθλητή που με τα μάτια ανοιχτά βρισκόταν ήδη σε ένα άλλο κόσμο, ο διαιτητής παρενέβη κι ο ΜακΓκρέγκορ σηκώθηκε κι έφυγε σφαίρα για να πάρει την ιρλανδική σημαία. «Η ακρίβεια νικάει τη δύναμη και το timing την ταχύτητα» ήταν η πρώτη του δήλωση μέσα στο οκτάγωνο, με τη μονάκριβη ζώνη στη μέση κι ολόγυρα ένα πραγματικό πανζουρλισμό.

image

image

Στα 27 του πια, πρωταθλητής στην κορυφή του κόσμου, ο ΜακΓκρέγκορ είναι μια μηχανή που κόβει χρήμα (πουλάει μέχρι και τις ατάκες του στα αμερικανικά κανάλια, όπως π.χ. στο FOX) γιατί οι ανάγκες του «Διαβόητου» σε λούσα και στολίδια είναι πάντα πιεστικές: «Αυτά τα κατά παραγγελία κοστουμάκια δεν είναι φτηνά. Αυτό το ολόχρυσο ρολόι τσέπης που βλέπεις, τρεις άνθρωποι πέθαναν για να φτιαχτεί. Χρειάζομαι τους μεγάλους αγώνες, χρειάζομαι να ξαπλώνω κόσμο στο καναβάτσο, αλλιώς θα χρεοκοπήσω πολύ σύντομα». Διόλου απίθανο, δεδομένης και της καινούργιας του μανίας με τα πανάκριβα αυτοκίνητα (έχει ήδη 3 BMW, την τελευταία Mercedes, ένα Range Rover και μία Cadillac), ως τότε όμως παραδοσιακά έντυπα ισχύος όπως η Wall Street Journal του κάνουν εκτεταμένες συνεντεύξεις και πορτρέτα, προτάσεις από το Χόλιγουντ ήδη καταφθάνουν (ο σταρ Mark Wahlberg ήδη του πρότεινε ρόλο στην επόμενη ταινία του) και ο κόσμος των μαχητικών αθλημάτων δείχνει να έχει μπει ολόκληρος, θέλοντας και μη, στην εποχή του Κόνορ ΜακΓκρέγκορ. Καθόλου άσχημα για έναν εικοσιεφτάρη από το Δουβλίνο, που πριν πέντε χρόνια μαστόρευε ακόμα λούκια και μπανιέρες και χρειάστηκε να γίνει όντως διαβόητος και πράγματι εκατομμυριούχος για να πείσει τον πατέρα του ότι εντέλει έκανε τη σωστή επαγγελματική επιλογή. 

image

ΠΡΟΣΦΑΤΑ