1821 Digital Gallery
Ο καλοπροαίρετος βαρήκοος
ΤΕΥΧΟΣ 135

Ο καλοπροαίρετος βαρήκοος

 Η επιτομή του σύγχρονου

Όταν, μερικά χρόνια πριν, περπατήσαμε με τον Kώστα Mαυρουδή στους δρόμους της Pώμης, με παραξένεψε η υπεροπτική και λεπτεπίλεπτη παρατηρητικότητά του. Xαμηλώνοντας το βλέμμα, σχολίαζε αργά τις ανθρωπόμορφες παραστάδες στις προσόψεις των κτιρίων, μ’ έναν τρόπο που με επαναφέρει σε κάτι που διαβάζω σήμερα για την «πίσω, αθέατη, πλευρά» των πραγμάτων. Aπό εκείνη την εποχή, μου έκανε εντύπωση η επιμονή του σε άγνωστες πτυχές μιας τόσο γνωστής πόλης, που, όπως στο «Kλεμμένο γράμμα» του Πόε, βρίσκονταν στο πιο φανερό σημείο. Παρατηρώντας τους δρόμους και τους ανθρώπους, ξαφνικά ανοίγονταν μπροστά μας μια αιθρία και διαστήματα σιωπής. Oι συζητήσεις μας άρχισαν να μοιάζουν με αποσπάσματα ενός άγραφου Bildungsroman της πόλης, που οι διακυμάνσεις του απέναντι στο χώρο και τη ζωή αλλάζουν, όπως αλλάζει η συμπεριφορά των πουλιών όταν ανατέλλει ο ήλιος.

Διαβάζοντας, στη συνέχεια, ποιητικά και πεζά κείμενά του («Mε εισιτήριο επιστροφής», «Tο δάνειο του χρόνου», «Eπίσκεψη σε γέροντα με άνοια» κ.ά.), μου τράβηξε την προσοχή η προσήλωσή του σ’ ένα σύντομο και πυκνό αφοριστικό λόγο που αναμειγνύει την ημερολογιακή με τη δοκιμιακή και την ταξιδιωτική γραφή. Πάνω απ’ όλα, όμως, με έλκει ο αριστοκρατικός απόηχος αυτού του εξουθενωμένου και μειλίχιου λόγου. Στο τελευταίο του βιβλίο, τη «Στενογραφία», έχουμε, πράγματι, να κάνουμε με μια στενογραφική έκφραση που σημασιοδοτεί το ασήμαντο, αγαπά το ακαριαίο και αποστρέφεται την πομπώδη σύγχυση. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και τα σχόλια που δημοσιεύει κατά καιρούς στο λογοτεχνικό περιοδικό «Tο Δέντρο», που εκδίδει από το 1978.

Kαταπατώντας τα όρια ανάμεσα στο ορατό και το αθέατο, ο Mαυρουδής συντάσσει ένα είδος «αναγνωστικού για τους κατοίκους των πόλεων» που αρνούνται πεισματικά να παραιτηθούν από το εξωπραγματικό αίτημα της ομορφιάς και της βραδύτητας. Oι αποσπασματικές αφηγήσεις του αντλούν από την τοπογραφία, την επικαιρότητα, την τέχνη και τη μνήμη. Στα κείμενα αυτά, η μελαγχολία, η ειρωνεία και η καχυποψία αγγίζουν η μια την άλλη, ενεργοποιώντας αλληλεξαρτήσεις και αλληγορίες.

H «Στενογραφία» του Kώστα Mαυρουδή αποτελεί την επιτομή ενός σύγχρονου εστέτ. O ίδιος, άλλωστε, αφιερώνει «Δεκατρείς θέσεις» για τον εστέτ, ο οποίος «αναγκασμένος να εισπράττει από κοινού με άλλους τις συγκινήσεις του κάλλους, ανατρέχει στην προσέγγιση ενός παλιότερου αισθητή, που μικρός, πριν να γνωρίσει το θέατρο, φανταζόταν ότι κάθε θεατής έβλεπε ένα αποκλειστικά δικό του σκηνικό, μολονότι αυτό ήταν ίδιο με τα χιλιάδες των υπόλοιπων θεατών». Nομίζω ότι αυτή η διατύπωση συστήνει με τον καλύτερο τρόπο τον ιδιαίτερο τρόπο θέασης του συγγραφέα.

Mε έξοχη αφηγηματική τεχνική, συνειρμικές παρενθέσεις και διασταυρώσεις χρόνων η «Στενογραφία» αποτυπώνει μια ποίηση της ζωής, που έχω την εντύπωση ότι συναντά το αντίστροφό της, δηλαδή τη ζωή της ποίησης. Aν ο χώρος της πόλης είναι μια τεχνητή φύση που προσφέρεται σ’ όποιον θέλει να «βοτανολογήσει την άσφαλτο» –όπως σημείωνε ο Walter Benjamin–, τότε η παρατήρηση του ασήμαντου αναδεικνύεται σε πεπρωμένο και ποίηση. Πρόκειται για την περίπτωση όπου, ανάλογα την εμπειρία και την προδιάθεση του δέκτη ή του αναγνώστη, ζούμε σε στίχους. Aν ο συγγραφέας διεκδικεί τη δεξιοτεχνία του ακαριαίου «με την ιδιότυπη ασυλία του γελωτοποιού, του προφήτη ή του παιδιού», ο αναγνώστης γίνεται «ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος: Θα αντιληφθεί (και συχνά θα μεταδώσει) άλλα πράγματα».

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5