Ο Οκτώβριος είναι ο μήνας που ξεκινούν οι περισσότερες θεατρικές παραστάσεις της σεζόν
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
22°
Ίαν ΜακΓιούαν: Το «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» και όσα μένουν από έναν συγγραφέα
Ο Ίαν ΜακΓιούαν μιλά στην ATHENS VOICE για το νέο του μυθιστόρημα, τη δημιουργική γραφή, την ποίηση, τη μνήμη και τη λογοτεχνική κληρονομιά
Βρισκόμαστε στο 2119. Ο ερευνητής λογοτεχνίας Τομ Μέτκαλφ, νοσταλγός της δικής μας εποχής, ζει σε μια Βρετανία-αρχιπέλαγος, σ’ έναν πλανήτη μόλις 4 δισεκατομμυρίων κατοίκων, που φέρει τα σημάδια της κλιματικής καταστροφής και των πυρηνικών πολέμων. Μέσα από δεκάδες χιλιάδες ψηφιακά αρχεία (μέιλ, μηνύματα, φωτογραφίες, βίντεο με ομιλίες κ.λπ.) προσπαθεί να ανακαλύψει όσο περισσότερα στοιχεία μπορεί για ένα διάσημο, χαμένο ποίημα του θρυλικού (μυθιστορηματικού) ποιητή Φράνσις Μπλάντι.
Ο Μπλάντι είχε γράψει αυτό το ποίημα για τη γυναίκα του, Βίβιεν, και το απήγγειλε σ’ ένα φιλικό δείπνο κάποιο βράδυ του 2014. Έκτοτε το ποίημα εξαφανίστηκε. Με το πέρασμα των δεκαετιών, η ύπαρξή του έχει λάβει μυθικές διαστάσεις. Ψάχνοντάς το, ο Μέτκαλφ θα οδηγηθεί σε μια χρονοκάψουλα γεμάτη έγγραφα, όπου θα βρει την πραγματική ιστορία του ποιητή και του ποιήματος, η οποία καμία σχέση δεν έχει με όλα όσα ανακάλυψε και ανασυνέθεσε ο ίδιος από τα ψηφιακά αρχεία του παρελθόντος. Τι μπορούμε να γνωρίζουμε, λοιπόν, από το παρελθόν; Να ο τίτλος και η κεντρική ιδέα του τελευταίου μυθιστορήματος του Ίαν ΜακΓιούαν. Τον συναντήσαμε πριν από λίγες μέρες στην Αθήνα.
Το Νόριτς, η δημιουργική γραφή και η αρχή μιας συγγραφικής ζωής
― Το ξέρετε ότι έχουμε αποφοιτήσει από το ίδιο μεταπτυχιακό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο του East Anglia, στο Νόριτς;
Με τη διαφορά ότι εσύ έκανες κανονικό μεταπτυχιακό. Όταν εγώ βρέθηκα στο Νόριτς, την πρώτη χρονιά του προγράμματος, δεν υπήρχε πρόγραμμα: κανείς δεν είχε κάνει αίτηση. Η ιστορία έχει ως εξής: είχα λάβει χρήματα από τη βρετανική κυβέρνηση να κάνω μεταπτυχιακό και, μετά τις διακοπές του καλοκαιριού, έψαχνα πού να σπουδάσω. Είδα λοιπόν την περιγραφή του καινούργιου αυτού προγράμματος, που είχε ξεκινήσει ο θρυλικός Μάλκομ Μπράντμπερι και το οποίο τότε ήταν ακόμα πρόγραμμα συγκριτικής λογοτεχνίας, με ένα ελάχιστο κομμάτι δημιουργικής γραφής. Παίρνω λοιπόν τηλέφωνο, μιλώ με τον Μπράντμπερι (τον οποίο ήξερα μόνο από τα βιβλία του) και μου λέει ότι κανείς δεν είχε κάνει αίτηση και δεν θα το έτρεχαν τελικά. «Θα κάνω εγώ!» είπα ενθουσιασμένος και, για να τον πείσω, πήρα το αμάξι του πατέρα μου και οδήγησα τα 300 μίλια απόσταση μέχρι το Νόριτς για να τον μεταπείσω να με πάρει ως τον πρώτο φοιτητή. Και το έκανε.
Αλλά το πρόγραμμα δεν είχε ακόμα σχέση με τα σημερινά προγράμματα δημιουργικής γραφής. ∆ιαβάζαμε πάρα πολύ αμερικανική λογοτεχνία, λίγη θεωρία λογοτεχνίας από δω κι από κει, και μετά μας ζητούσαν να κάνουμε κουφές ασκήσεις, τύπου να συγκρίνουμε το «Μίντλμαρτς» με την «Άννα Καρένινα». Τα έκανα κι εγώ αυτά, αλλά εκείνο που μ’ ενδιέφερε ήταν να γράψω. Κι έτσι καθόμουν κι έγραφα διηγήματα. Κι όταν τα τελείωνα, έψαχνα να βρω τον Μάλκομ, που ήταν πολύ ακριβοθώρητος εκείνη την εποχή –ήταν ο πιο γνωστός διανοούμενος, έβγαινε συνεχώς στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, έγραφε στις εφημερίδες– και τον πετύχαινα στους διαδρόμους και μιλούσαμε για πέντε λεπτά μόνο και μου έλεγε: «Πολύ ωραία, διάβασα τι έγραψες, φέρε μου το επόμενο». Αυτά μόνο. Στο Νόριτς είχε έρθει εκείνο το καλοκαίρι και ο Άνγκους Γουίλσον, αυτός ο φανταστικός μυθιστοριογράφος, κι έκανε συνέχεια πάρτι στο υπέροχο εξοχικό του, οπότε έτρεχα κι εκεί και τον πετύχαινα σε καμιά γωνία του κήπου του και μιλούσαμε και μ’ αυτόν για λίγα λεπτά.
Ακούγεται αστείο, αλλά πέρασα υπέροχα εκείνη τη χρονιά. Το δε πρόγραμμα σιγά σιγά εξελίχθηκε σε κανονικό, full-on μεταπτυχιακό δημιουργικής γραφής και τώρα έχεις φοιτητές που κάθονται στα σεμινάρια και λένε ο ένας στον άλλον: «Έχω πρόβλημα μ’ αυτόν τον χαρακτήρα σου…» κ.λπ. Άπαπαπα! (γέλια). ∆εν θα άντεχα εγώ τέτοια πράγματα.
― Συνεπώς ξέρατε ότι θέλατε να γίνετε μυθιστοριογράφος πριν πάτε να το σπουδάσετε. Πώς κι έτσι;
Έβλεπα τη λογοτεχνία ως μια διαχρονική συζήτηση μεταξύ συγγραφέων ανά τους αιώνες. Κι ήθελα να συμμετάσχω κι εγώ σ’ αυτήν. Αλλά ήμουν 21 ετών, δεν είχα θέματα για να γράψω, δεν ήθελα να γράψω για την οικογένειά μου –που ήταν το μόνο θέμα που ήξερα, αλλά δεν είχα ξεκάθαρη οπτική απέναντί της–, οπότε το να βρεθώ στο Νόριτς ήταν για μένα δώρο: έκανα την τύχη μου, πραγματικά. Αυτό το τηλεφώνημα μού άλλαξε όλη τη ζωή. Βρέθηκα σε μια πόλη όπου δεν ήξερα κανέναν, μπορούσα να γίνω όποιος ήθελα, είχα δύο επιτυχημένους μυθιστοριογράφους πάνω απ’ το κεφάλι μου, έκανα γρήγορα νέους φίλους, τους οποίους διατηρώ μέχρι και σήμερα, γνώρισα την πρώτη μου σύζυγο κι έγραψα 30 νέα διηγήματα μέσα σε μία μόνο χρονιά.
Στο Νόριτς περιτριγυριζόμουν από συγγραφείς – είναι μια πόλη συγγραφέων: ήρθε η Άντζελα Κάρτερ, ο Καζούο Ισιγκούρο λίγο αργότερα. Και θυμάμαι πόσο πολύ γελούσα με το λογοτεχνικό κατεστημένο του Λονδίνου, που, έπειτα από λίγο καιρό άρχισε να παθαίνει παράκρουση ότι το Νόριτς «τους παίρνει τη δουλειά». Μέχρι τότε όλοι οι μεγάλοι επιτυχημένοι συγγραφείς –ο Μάρτιν Έιμις, ο Κρίστοφερ Χίτσενς, ο Τζούλιαν Μπαρνς, ο ποιητής Κρεγκ Ρέιν, φίλοι μου όλοι κατόπιν– ήταν απόφοιτοι Οξφόρδης. Και ξαφνικά αρχίσαμε να εμφανιζόμαστε εμείς, τα νέα φιντάνια από το Νόριτς, και οι Οξφορδιανοί φώναζαν «Θα μας καταπιεί το UEA! Είναι σκανδαλώδες! Είναι απαράδεκτο να ελέγχεται όλη η νέα μυθιστοριογραφία από ένα και μόνο πανεπιστήμιο!» Αχ, πόσο το ευχαριστιόμουν όταν εξανίσταντο! Τους πείραζα γι’ αυτό μια ολόκληρη ζωή (γέλια).
Η ποίηση μέσα στο μυθιστόρημα
― ∆εν ήσασταν δηλαδή από τους εφήβους που γράφουν ποίηση; Πάντα μυθιστοριογράφος θέλατε να γίνετε; Κι όμως υπάρχουν αναφορές στην ποίηση σε πολλά από τα μυθιστορήματά σας, πόσο μάλλον στο πιο πρόσφατο.
Όχι, πάντα μυθιστοριογράφος ήθελα να γίνω, παρόλο που διαβάζω πάρα πολλή ποίηση. Θυμάμαι, συζητούσαμε συχνά με τον φίλο Μάρτιν Έιμις το πώς η ποίηση είναι πιθανόν η ανώτερη όλων των εκφράσεων της λογοτεχνίας. Και νομίζω ότι υπάρχει ακόμα ένα ερευνητικό κενό που πρέπει να καλυφθεί κάποια στιγμή από κάποιον διδακτορικό ερευνητή, για το κατά πόσο το έργο ορισμένων ποιητών της δεκαετίας του 1970 επηρέασε τους νέους Βρετανούς μυθιστοριογράφους. Με πρώτο και καλύτερο τον Φίλιπ Λάρκιν. Υπάρχουν μέτρα στην ποίηση του Λάρκιν που είναι ακαταμάχητα: ένας μακροσκελής στίχος, ιαμβικός πεντάμετρος, που ακολουθείται από κάτι κοφτό και ολέθριο: he married her to stop her getting away / now she's there all day. Τέτοιου είδους πράγματα, σκοτεινά κι αστεία μαζί. Πόσα διαζύγια περιγράφουν αυτοί οι δύο στίχοι, ε;
― Το σκοτεινό και το αστείο μαζί είναι κάτι που χαρακτηρίζει πάρα πολλά μυθιστορήματά σας.
Έχω μια θεωρία ότι η γραφή, για να είναι καλή, πρέπει να είναι και διασκεδαστική, ακόμα κι όταν περιγράφει πράγματα ζοφερά. ∆εν χρειάζεται να παίρνουμε τον εαυτό μας πάντα στα σοβαρά. Οι πιο σκοτεινοί στίχοι του Σαίξπηρ έχουν στον πυρήνα τους ένα πνεύμα σκανταλιάς.
Αλλά για να επιστρέψω στην ποίηση, όπως είπατε: δεν είναι το πρώτο βιβλίο μου όπου η ποίηση παίζει τόσο κεντρικό ρόλο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, έχουμε μια «κορόνα», μια φοβερά περίτεχνη και φορμαλιστική μορφή ποίησης. Πρόκειται για μια σειρά από δεκαπέντε αλληλοσυνδεόμενα σονέτα, όπου ο τελευταίος στίχος του ενός γίνεται ο πρώτος του επόμενου και στο 15ο σονέτο μπαίνουν όλοι αυτοί οι στίχοι στη σειρά και μάλιστα βγάζοντας νόημα. ∆ύσκολη άσκηση. Θυμάμαι, είχα διαβάσει στο «Times Literary Supplement» μια υπέροχη, μακροσκελή τέτοια «κορόνα» του Τζον Φούλερ. Όταν, αρκετά αργότερα, άρχισα να σκέφτομαι την πλοκή τού «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» και ήθελα έναν ακαδημαϊκό ερευνητή του μέλλοντος να ψάχνει για ένα χαμένο ποίημα, ξαναθυμήθηκα τον Φούλερ.
Μπορεί να υπάρξει το τέλειο μυθιστόρημα;
― Πώς θα λειτουργούσε μια τέτοια φορμαλιστική άσκηση μυθιστορηματικά; Τι νέες πόρτες θα άνοιγε ένας μυθιστοριογράφος φορώντας στον εαυτό του αντίστοιχα δεσμά;
∆εν νομίζω ότι αυτά τα πράγματα λειτουργούν για το μυθιστόρημα. Το μυθιστόρημα είναι πράγμα ατελές, χρειάζεται την έλλειψη, το χάος, πρέπει να «ξεχειλίζει» κατά κάποιον τρόπο. Ο Τζέιμς Φέντον επαναλάβανε ολόκληρες γραμμές στα μυθιστορήματά του, δημιουργώντας μια αίσθηση υπνωτισμού και μεταφέροντας έτσι την ποιότητα της δικής του σκέψης, την αίσθηση μιας έντονης διερεύνησης. Αλλά γενικά αυτοί οι πειραματισμοί ανήκουν περισσότερο στην ποίηση και στο διήγημα, άντε και στη νουβέλα. Πάντα ονειρευόμουν να γράψω την τέλεια νουβέλα.
― ∆εν την έχετε γράψει; Ο δικός σας «Νόμος περί τέκνων» είναι αυτό που λέμε pitch-perfect: δεν του λείπει και δεν του περισσεύει ούτε μία λέξη.
Α, ευχαριστώ πολύ, αλλά προσωπικά θεωρώ ότι δεν υπάρχει ούτε ένα μυθιστόρημά μου στο οποίο δεν θα μπορούσα να καλυτερεύσω κι άλλο έστω και μία πρόταση. Κι από την άλλη, οι αναγνώστες είναι τόσο μα τόσο διαφορετικοί στο τι σκέφτονται για κάθε βιβλίο. Θυμάμαι μια κριτικό που έγραφε στον «Spectator» για τον «Νόμο περί τέκνων»: «Ο ΜακΓιούαν απλώς δεν ξέρει να γράφει. Είναι ένα από τα χειρότερα μυθιστορήματα που έχω διαβάσει ποτέ μου», έλεγε. Οπότε εκείνη, τουλάχιστον, θα άλλαζε όλες του τις λέξεις (τρανταχτά γέλια).
Τι μένει τελικά από έναν συγγραφέα
― Ενδιαφέρον αυτό που λέτε, ότι θα αλλάζατε ακόμα και σήμερα πράγματα, γιατί αυτό που θα αφήσετε πίσω σας, γραπτώς, θα είναι και η κληρονομιά σας. Αυτό που άφησε πίσω του ο Φράνσις Μπλάντι, ο χαρακτήρας σας, είναι μια σειρά από ποιήματα και μια μαύρη τρύπα στο κέντρο του έργου του, αυτή η χαμένη «Κορόνα για τη Βίβιεν», την οποία εμείς, ως αναγνώστες, γνωρίζουμε μόνο μέσα από την αναφορά της ίδιας της Βίβιεν σ’ αυτήν, σε λόγο πεζό. Αυτό λοιπόν που μένει από τον Μπλάντι δεν είναι καθόλου αυτό που θα ήθελε εκείνος να μείνει. Κι αυτό ακριβώς είναι το νόημα του βιβλίου σας – λάθος κάνω;
Χωρίς να θέλω να αποκαλύψω τη λύση των γρίφων του βιβλίου, ας πούμε πως εκφράζεται κάποια στιγμή η ιδέα πως, αν το ποίημα εξαφανιζόταν, δεν θα γράφονταν γι’ αυτό άρθρα και κανείς δεν θα το θυμόταν. Κι όμως, γίνεται το ακριβώς αντίθετο! Γράφονται εκατοντάδες, χιλιάδες άρθρα γι’ αυτό, ενώ, αν δεν είχε εξαφανιστεί, θα ήταν απλώς ένα ακόμα ποίημα. Έχουμε τέτοια παραδείγματα στην καθημερινή μας ζωή: τις προάλλες μιλούσα σ’ έναν φίλο μουσικολόγο από τη Λειψία, ο οποίος ανακάλυψε σε μια βιβλιοθήκη μια νέα καντάτα του Μπαχ. «Τα ΜΜΕ τρελάθηκαν», μου είπε.
«Μια ολοκαίνουργια καντάτα, που δεν έχει ακουστεί εδώ και αιώνες!» Μόνο που υπάρχουν άλλες 200 τέτοιες καντάτες, που τα ίδια ΜΜΕ δεν έχουν ακούσει ποτέ! Άρα αυτό που ασκεί τη γοητεία είναι το ότι η καντάτα αυτή ήταν παραμελημένη και άγνωστη εδώ και αιώνες, και όχι το περιεχόμενό της. Μπορώ κάλλιστα να φανταστώ τι θα συνέβαινε αν κάποιος ανακάλυπτε ένα νέο σονέτο του Σαίξπηρ: θα γινόταν παγκόσμια είδηση, κοσμοϊστορικό γεγονός! Όμως υπάρχουν άλλα 160 σονέτα που περιμένουν να διαβαστούν. Τελικά, δηλαδή, πιστεύω πως ό,τι βρίσκεται λίγο παραπέρα από εκεί όπου μπορούμε να φτάσουμε αυτό είναι που μας είναι ελκυστικό.
― Σε 150 χρόνια ο κόσμος θα γνωρίζει τον Ίαν ΜακΓιούαν μόνο μέσα από τα γραπτά του – ίσως και τα μέιλ, τα sms, δεν ξέρω. Αλλά αυτό είναι μόνο ένα κομμάτι του ανθρώπου Ίαν, ο συγγραφικός του εαυτός. Πώς σας φαίνεται αυτό;
Μια χαρά μού φαίνεται, γιατί θα σημαίνει καταρχάς πως θα υπάρχει ακόμα ανθηρός ανθρώπινος πολιτισμός και θα υπάρχουν ακόμα πανεπιστήμια με ανθρωπιστικές σπουδές και λογοτεχνία που διαβάζεται (γέλια). Κι ότι η ανθρωπότητα δεν θα έχει αυτοκαταστραφεί. Κι ότι το μυθιστόρημα θα ζει και θα βασιλεύει, ακόμα κι αν έχει αλλάξει εντελώς η μορφή του, ακόμα κι αν κατασκευάζεται με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης. Μια χαρά μού ακούγεται λοιπόν.
- Το δεύτερο μέρος της συνέντευξης του Ίαν ΜακΓιούαν, για την Τεχνητή Νοημοσύνη (και την εμμονή του μ’ αυτήν), την επόμενη εβδομάδα.
Δειτε περισσοτερα
Ο πολυαγαπημένος Βρετανός συγγραφέας μάς μίλησε για το τελευταίο του μυθιστόρημα
Η Maria «Masha» Alyokhina και ο Eric Breitenbach συζητούν για την εξορία, την Ουκρανία και όσα κρατούν όρθιο έναν άνθρωπο, πριν φέρουν το «Riot Days» στην Αθήνα
Τρεις Ισραηλινοί που έζησαν τις σφαγές της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου 2023 μιλούν στην ATHENS VOICE
Η ζωή μετά τη Λυρική, ο Μαζωνάκης, οι Dreamers και ο Μάης του ’68
Ο Ματιέ Μπλαζί συνεχίζει τη συνομιλία του με την Γκαμπριέλ Σανέλ, αυτή τη φορά μέσα από την ελευθερία, την κίνηση και τις πολλές εκδοχές της θηλυκότητας