Παναγιώτης Αγγελόπουλος
Παναγιώτης Αγγελόπουλος © Τάσος Ανέστης
Βιβλιο

Παναγιώτης Αγγελόπουλος: «Όταν η λογοτεχνία είναι καλή, προϋποθέτει μια θυσία του εγώ»

Μια συζήτηση με τον συγγραφέα για τα βιβλία του, τις επιρροές του και τη σχέση της λογοτεχνίας με τη ζωή
4835-79724.jpg
Αγγελική Μπιρμπίλη
ΤΕΥΧΟΣ 1006
20’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Παναγιώτης Αγγελόπουλος: Συνέντευξη με αφορμή τα βιβλία του Ανάμεσα στους ήλιους, Σώσε τη θύελλα και Iστορία των ρευμάτων που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος

Τα τελευταία χρόνια, σε μια κάπως underground σειρά των εκδόσεων Ίκαρος, κυκλοφόρησαν τρία ξεχωριστά βιβλία, μικρά σε έκταση –μόλις ογδόντα πέντε σελίδων το καθένα–, με τους παράδοξους τίτλους Ανάμεσα στους ήλιους, Σώσε τη θύελλα, Ιστορία των ρευμάτων. Βιβλία που κινούνται στα όρια της ποίησης, της πεζογραφίας και του δοκιμίου. Σε αυτά ο συγγραφέας τους Παναγιώτης Αγγελόπουλος μεταπλάθει τη βιωμένη εμπειρία σε μια πυκνή και απαιτητική λογοτεχνική γραφή, ανασύροντας στην επιφάνεια τις υπόγειες σημασίες που κρύβονται πίσω από τα πράγματα και τις ανθρώπινες συμπεριφορές.

Φίλιον, Πέμπτη πρωί. Ο Παναγιώτης Αγγελόπουλος ανάβει τσιγάρο και παραγγέλνει καφέ. Η μέρα και οι υποχρεώσεις τρέχουν, αλλά η λογοτεχνία απαιτεί χρόνο και σκέψη. Έχω καιρό να τον δω· η νεανική ένταση έχει δώσει τη θέση της σε μια ήρεμη ευγένεια και σ’ ένα βλέμμα πιο στοχαστικό. Προηγήθηκαν κάποια χρόνια στα καλύτερα αμερικανικά πανεπιστήμια και η προοπτική μιας ακαδημαϊκής καριέρας, αλλά όλα αυτά ανήκουν σε μια περασμένη εποχή, πριν από τα λογοτεχνικά στέκια και την επαγγελματική στροφή, που μου την αφηγείται χωρίς εξομολογητική διάθεση. Ούτε τα βιβλία του, κι ας μοιάζουν αυτοβιογραφικά, είναι μέσο εξομολόγησης. Η γραφή είναι μια αργή διαδικασία μαθητείας στη γλώσσα κι η λογοτεχνία ένα μετέωρο παιχνίδι ζωής και θανάτου που αντιστέκεται στην ευκολία της συγκίνησης και στην επιτάχυνση της ψηφιακής εποχής. Έτσι πιστεύει, έτσι γράφει.

Παναγιώτης Αγγελόπουλος: «Γράφω μόνο όταν κάτι με καίει»

— Θα ήθελα να μου πεις πότε θυμάσαι τον εαυτό σου να γράφει. Θυμάσαι το συναίσθημα;

Δεν ήμουν από τους ανθρώπους που στα γυμνασιακά χρόνια έγραφαν και διάβαζαν. Ίσα ίσα, ένιωσα αυτή την ανάγκη αρκετά αργά. Θα έλεγα, παραδόξως, αφού έφυγα από το πανεπιστήμιο. Σπούδασα αρκετά χρόνια, στην Αθήνα και στην Αμερική, φτάνοντας χωρίς να το συνειδητοποιήσω να αρχίζω ένα διδακτορικό στην Ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο. Ολοκληρώνοντας το πρώτο έτος, και έχοντας υπομείνει την παγωνιά της πόλης, αποφάσισα εν μία νυκτί να εγκαταλείψω το πρόγραμμα. Επέστρεψα στην Αθήνα και κάπου εκεί ξεκίνησα να γράφω, ενώ παράλληλα δούλευα στις οικογενειακές επιχειρήσεις.

— Επιστρέφοντας στην Αθήνα λοιπόν αρχίζεις να γράφεις. Υπήρξε κάποια στιγμή ή συνθήκη που λειτούργησε σαν αφετηρία;

Είχα κάνει τις πρώτες απόπειρες το 2015 στο Σικάγο, συνέχισα στην Αθήνα, κι έπειτα οι λογοτεχνικές παρέες λειτούργησαν σαν ένα είδος καυσίμου αφού τα ερεθίσματα ήταν συνεχή. Ο Ευγένιος Αρανίτσης, ο Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος, ο Ηρακλής Λογοθέτης, ο Γ. Ι. Μπαμπασάκης, ο Θάνος Σταθόπουλος και ο Γιώργος Κοροπούλης είναι μερικοί απ’ τους συγγραφείς μεγαλύτερων γενεών γύρω απ’ τους οποίους σχηματίστηκαν «πυρήνες» στον Ένοικο της Καλλιδρομίου και ύστερα σε σειρά άλλων μπαρ της πόλης, με εμάς τους νεότερους να διαγράφουμε παθιασμένες τροχιές γύρω απ’ τα άστρα. Θα έλεγα ότι στοιχείο αυτών των παρεών ήταν ότι μετά από ένα σημείο δεν μιλούσαμε πολύ για τη λογοτεχνία, αφού υπήρχαν κοινή αντίληψη και διαίσθηση, συνεννοούμασταν εύκολα παρά τις επιμέρους διαφωνίες, ενώ δεν έλειπαν και φιγούρες σαν τον Κατσίμπαλη, που αποτελούσαν τον συγκολλητικό ιστό. Έτσι δημιουργήθηκαν φιλίες και ανακαλύψαμε υφολογικές συγγένειες. Με τους περίπου συνομηλίκους μου Πάνο Στασινό και Ιορδάνη Παπαδόπουλο θα καταλήγαμε σε μια νέα, πειραματική σειρά των Εκδόσεων Ίκαρος. Εκείνη την περίοδο όμως έγραφα το πρώτο μου βιβλίο, ποίηση.

— Το πρώτο, η ποιητική συλλογή Η Στάχτη στον ουρανίσκο, που εκδόθηκε το 2017 με ψευδώνυμο. Γιατί; Πώς το βλέπεις σήμερα;

Ενδεχομένως γιατί δεν πίστευα ακόμη αρκετά σε αυτό ή γιατί ήμουν αβέβαιος για το αποτέλεσμα. Θυμάμαι πήγαινα σε εκδότες με έναν φάκελο και ανταποκρίθηκε η Σμίλη. Το αποσιώπησα, αρκέστηκα στο ψευδώνυμο. Δεν το έχω αποκηρύξει, αλλά θεωρώ ότι είναι ένα αμάλγαμα γλωσσικών παραδόσεων που δεν τις είχα ακριβώς αφομοιώσει, χωρίς κατασταλαγμένο ύφος ή στιλ, με κάπως πομπώδη λόγο, ενώ έλειπε και η απαραίτητη δόση αυτοϋπονόμευσης· δεν είχα αποκτήσει τον επιθυμητό έλεγχο των λέξεων.

— Είχες δείξει τα πρώτα γραπτά σου σε ανθρώπους της λογοτεχνίας ή σε φίλους σου; Θυμάσαι τις αντιδράσεις τους;

Τα είχα μοιραστεί στις παρέες αλλά ήμουν νέος, ισχυρογνώμων, καθόλου διατεθειμένος να ακούσω συμβουλές ή παραινέσεις. Η αίσθηση που αποκόμισα απ’ τα λιγοστά σχόλια ήταν ότι υπήρχε κάτι καλό, αλλά χρειαζόταν δουλειά. Ο Αρανίτσης μού το είχε πει με τον πιο ωραίο τρόπο –όπως μόνο κάποιος που ξέρει να ενθαρρύνει έναν νέο, να του ασκεί κριτική αλλά χωρίς να του κόβει τα φτερά– ότι το κείμενο είναι σαν την τριανταφυλλιά, μπορεί να είναι όμορφη αλλά, αν δεν την κλαδέψεις, θα σε ματώσει. Χρειάζεται φροντίδα κηπουρού, θέλοντας μ’ αυτόν τον τρόπο να μου πει εξέλιξέ το κι άλλο.

— Στη συνέχεια μετέβης στην πεζογραφία. Ακόμα, θα έλεγε κανείς ότι η πεζογραφία σου, σε μεγάλο βαθμό, παρά τη μορφή της, παραμένει ποιητική. Συμφωνείς;

Σε μεγάλο βαθμό πιστεύω ότι πλέον, όσον αφορά την απαιτητική λογοτεχνία, έχουν καταργηθεί τα σύνορα μεταξύ των ειδών. Όμως, αν θέλουμε να τα επιστρατεύσουμε χάριν ευκολίας, τότε ναι, η αφήγησή μου δεν ακολουθεί μια συμβατική, μυθιστορηματική ροή· είναι πυκνή, σχεδόν ποτέ χειμαρρώδης, ενώ ο τρόπος σύλληψής της είναι ποιητικός. Έχω μια εμμονή με τις λέξεις, με την προσωδία, με τη γενέτειρα της γλώσσας που είναι η ποίηση, ενώ συχνά εμπλέκω και στοιχεία δοκιμιακού λόγου σε μια χαμηλόφωνη, αβέβαιη προσπάθεια να κατανοήσω και να καυτηριάσω στοιχεία της εποχής.

— Πού τοποθετείς εσύ το όριο ανάμεσα στο αυτοβιογραφικό και το επινοημένο;

Δεν πιστεύω σ’ αυτό το όριο, ενώ θεωρώ ότι η εξύμνηση του αυτοβιογραφικού, του autofiction, κρύβει παγίδες. Το ζήτημα δεν είναι το υλικό αλλά τι κάνεις με αυτό. Οι εμπειρίες που έχει ο καθένας δεν είναι μοναδικές. Συχνά, για παράδειγμα, εκκινώ από επαγγελματικά ταξίδια, που αντίστοιχά τους ζουν εκατομμύρια άνθρωποι κάθε μέρα. Το θέμα είναι αν μπορείς να τα μετασχηματίσεις, να τα μεταβολίσεις, να βγεις δηλαδή από τον εαυτό σου. Τώρα γιατί ασκεί τέτοια έλξη ο εντοπισμός αυτοβιογραφικών στοιχείων σήμερα, αυτό άπτεται μιας κουβέντας που σχετίζεται με τη συγκινησιακή πανούκλα που έλεγα: σημασία δεν έχει τόσο το έργο τέχνης και η κρίση μας γι’ αυτό όσο ποιος ή ποια το έγραψε, τα βιώματά του, πόσο έχει ταλαιπωρηθεί ή πονέσει, που τοποθετείται πολιτικά, πόσο βαθιά ή επιτακτική θεωρείται η ανάγκη του να εκφραστεί, πόσο πρωτοτυπεί κ.λπ.

—Άρα για σένα το βασικό δεν είναι το είδος της αφήγησης αλλά το πώς δουλεύεται το υλικό;

Ακριβώς. Το ζήτημα είναι τι κάνεις με το υλικό. Και πάνω απ’ όλα είναι πάντα το πώς γράφεις, όχι απλώς το τι γράφεις. Βέβαια, το «τι γράφεις» πρέπει να είναι αληθινό, να πείθει λογοτεχνικά. Αλλά πέρα από αυτό, το καθοριστικό είναι το παιχνίδι της φόρμας, η διαπλοκή μορφής και περιεχομένου. Ο τρόπος με τον οποίο μετασχηματίζεις το θέμα σου, όχι τόσο το τι ακριβώς αφηγείσαι. Εξού και μπορεί να γραφτεί ένα εξαιρετικό κείμενο για κάτι που, φαινομενικά, είναι εντελώς επουσιώδες. Αυτό είναι που πάντα με οδηγεί, πιάνομαι συχνά από εικόνες που μοιάζουν, όχι ακριβώς κοινότοπες, αλλά πεζές. Μου αρέσει να αγκιστρώνομαι σε κάτι πεζό και, σιγά σιγά, αυτό να μεταμορφώνεται μέσα στην αφήγηση, να απογειώνομαι διατηρώντας όμως ακόμα και στις λυρικές εξυψώσεις μια επαφή με το έδαφος, μην ξεχνώντας τους νόμους της βαρύτητας. Τέλος, να πω ότι η αίσθησή μου είναι πως οι μεγάλοι συγγραφείς γράφουν ένα πράγμα – το τι θέλουν να πουν το έχουν λυμένο απ’ την αρχή συνήθως, εξού και επιμένουν πως όλα είναι θέμα μορφής και στιλ (το «πώς»). Κατά μία έννοια, συνεπώς, είναι απολύτως ειλικρινείς.

— Τι χρειάζεται για να συμβεί αυτός ο μετασχηματισμός του υλικού στη λογοτεχνία;

Νομίζω ότι, όταν η λογοτεχνία είναι καλή, προϋποθέτει μια θυσία του εγώ. Και αυτή η θυσία σημαίνει ότι, ακόμα κι αν γράφεις με αφορμή τον εαυτό σου, ακόμα κι αν ρέεις μέσα στο κείμενο, όταν το κείμενο ολοκληρώνεται, να έχεις την αίσθηση ότι το εγώ δεν υπάρχει πια με τον ίδιο τρόπο, ότι έχει λιώσει μέσα στο κείμενο. Το βίωμα μπορεί να είναι το υπόστρωμα, αλλά πρέπει να καταφέρεις να το υπερβείς.

— Είχες δείξει τα πρώτα γραπτά σου σε ανθρώπους της λογοτεχνίας ή σε φίλους σου; Θυμάσαι τις αντιδράσεις τους;

Τα είχα μοιραστεί στις παρέες αλλά ήμουν νέος, ισχυρογνώμων, καθόλου διατεθειμένος να ακούσω συμβουλές ή παραινέσεις. Η αίσθηση που αποκόμισα απ’ τα λιγοστά σχόλια ήταν ότι υπήρχε κάτι καλό, αλλά χρειαζόταν δουλειά. Ο Αρανίτσης μού το είχε πει με τον πιο ωραίο τρόπο –όπως μόνο κάποιος που ξέρει να ενθαρρύνει έναν νέο, να του ασκεί κριτική αλλά χωρίς να του κόβει τα φτερά– ότι το κείμενο είναι σαν την τριανταφυλλιά, μπορεί να είναι όμορφη αλλά, αν δεν την κλαδέψεις, θα σε ματώσει. Χρειάζεται φροντίδα κηπουρού, θέλοντας μ’ αυτόν τον τρόπο να μου πει εξέλιξέ το κι άλλο.

— Στη συνέχεια μετέβης στην πεζογραφία. Ακόμα, θα έλεγε κανείς ότι η πεζογραφία σου, σε μεγάλο βαθμό, παρά τη μορφή της, παραμένει ποιητική. Συμφωνείς;

Σε μεγάλο βαθμό πιστεύω ότι πλέον, όσον αφορά την απαιτητική λογοτεχνία, έχουν καταργηθεί τα σύνορα μεταξύ των ειδών. Όμως, αν θέλουμε να τα επιστρατεύσουμε χάριν ευκολίας, τότε ναι, η αφήγησή μου δεν ακολουθεί μια συμβατική, μυθιστορηματική ροή· είναι πυκνή, σχεδόν ποτέ χειμαρρώδης, ενώ ο τρόπος σύλληψής της είναι ποιητικός. Έχω μια εμμονή με τις λέξεις, με την προσωδία, με τη γενέτειρα της γλώσσας που είναι η ποίηση, ενώ συχνά εμπλέκω και στοιχεία δοκιμιακού λόγου σε μια χαμηλόφωνη, αβέβαιη προσπάθεια να κατανοήσω και να καυτηριάσω στοιχεία της εποχής.

— Το πρώτο βιβλίο που υπογράφεις με το όνομά σου το 2021, Ανάμεσα στους ήλιους, φαίνεται να «συνομιλεί» με τον Σεφέρη και, ευρύτερα, με μια ολόκληρη ποιητική παράδοση για το ελληνικό τοπίο και το φως. Πώς προέκυψε;

Ναι, ήταν πραγματικά ένα βιβλίο που γράφτηκε υπό την επήρεια του Σεφέρη, μιας πρώτης, θα έλεγα, αποκάλυψης, εφορμώντας τόσο από την ποίησή του όσο και από τις Μέρες. Και ήταν και μια πρόκληση γιατί προσπάθησα να αγγίξω ένα θέμα κατ’ εξοχήν «καμένο»: το ελληνικό φως, τη Μεσόγειο, το μυστήριο στην αιχμή του μεσημεριού, όχι στη (Βόρεια) νύχτα. Άλλο πράγμα όμως να το ανακαλύπτει η γενιά του ’30 και άλλο να το προσεγγίζεις σήμερα, όπου τα πάντα είναι γραφικά, έτοιμα προς κατανάλωση, καδράρισμα, ανάρτηση – βουκαμβίλιες, εκκλησάκια, κρυστάλλινα νερά κ.λπ. Αυτό ήταν ίσως το πιο δύσκολο, δηλαδή να γράψεις για το σκοτεινό φως, για κάτι που δεν είναι κατανόηση αλλά διαίσθηση και συγκλονισμός, όταν οι περισσότεροι νομίζουν ότι ο Ελύτης είναι ο ποιητής του τουριστικού τοπίου, όχι βυζαντινός υμνωδός και μύστης στον προθάλαμο του ιερού. Προφανώς, ζούσα όπως ζούμε όλοι πλέον, πήγαινα διακοπές, έβγαζα φωτογραφίες, έψαχνα παγωμένα νερά στο σούπερ μάρκετ και παρθένες παραλίες, δοκίμασα το κάμπινγκ, έπινα κοκτέιλ στα μπαρ και τα κλαμπ, προσηλωνόμουν στις κοπέλες και στις λευκές γραμμές που άφηναν τα μαγιώ στο μαυρισμένο δέρμα τους, όμως πέρα απ’ όλα αυτά κάτι άλλο με πάθιαζε και με φλόγιζε, και στον Σεφέρη ένιωσα να καθρεφτίζεται η αγωνία μου, στοιχείο που αντιλήφθηκε η Κλεοπάτρα Λυμπέρη ανατέμνοντάς το στην κριτική που δημοσίευσε. Νομίζω, όμως, ότι όλα αυτά δεν λένε πια τίποτα σε κανέναν, κι εγώ ο ίδιος δεν ξέρω τι σώζεται, και αν αξίζει πλέον.

— Πόσος χρόνος χρειάστηκε για να γραφτεί;

Ήταν δουλειά πολλών ετών· πηγάζει από ημερολογιακές καταγραφές, σημειώσεις μιας πενταετίας, οι οποίες θρυμματίστηκαν, επινοήθηκαν απ’ την αρχή, συναρμολογήθηκαν ξανά. Αργότερα κατάλαβα ότι πρέπει να ξεκινάς να γράφεις αφού έχεις συλλάβει αυτό που θέλεις να πεις· το κείμενο να είναι ήδη, κατά κάποιον τρόπο, έτοιμο μέσα σου πριν να το περάσεις στο χαρτί ή στην οθόνη. Ανοίχτηκα πέραν του Σεφέρη αλλά διατήρησα κάτι που φίλοι και συνομιλητές το έχουν πει «γεροντικό», δηλαδή μια ματιά μέσα στη ζωή και ταυτόχρονα αποστασιοποιημένη από αυτήν, μελαγχολική ίσως – δεν ξέρεις αν ο αφηγητής βρίσκεται μέσα στη φωτιά ή την παρατηρεί εκ των υστέρων και από (ασφαλή) απόσταση.

— Ποιες επιρροές θα έλεγες ότι διαμόρφωσαν περισσότερο τη γραφή σου;

Θα έλεγα ένας ευρύς μοντερνισμός που περιλαμβάνει τους Σελίν, Ναμπόκοφ, Έλιοτ, Ανρί Μισώ, Βιρτζίνια Γουλφ, Μπόρχες, Μπατάιγ, Έρνστ Γιούνγκερ και Μάλκολμ Λόουρι, αλλά και τον Χάντκε, τον Μπότο Στράους, τον Ουελμπέκ, τον Μπέρνχαρντ, τον Β. Γκ. Ζέμπαλντ, και τον Κρασναχορκάι. Είναι και άλλοι πιο κλασικοί ως προς τη φόρμα – ο Τζόζεφ Κόνραντ, ο Μαξ Μπλέχερ ή ο Γιόζεφ Ροτ, και κρίσιμα βιβλία όπως οι Εκλάμψεις του Ρεμπώ, το Ταξίδι στην Αρμενία του Μαντελστάμ και η Συνείδηση του Ζήνωνα του Σβέβο. Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, κυρίως ο Ντε Λίλλο, πλέον και ο Γκάντις διά της Αγάπης χαίνουσας. Από τους δικούς μας πρώτοι μου έρχονται στον νου ο Ν. Γ. Πεντζίκης, ο Εμπειρίκος και ο Ε. Χ. Γονατάς. Αναφέρομαι κυρίως σε πεζογράφους των οποίων το ίχνος μπορώ να δω στη γραφή μου, αλλά προφανώς υπάρχουν πολλές ακόμη αναφορές – η ανατολική πτυχή του ελληνικού κανόνα-ερειπιώνα, οι Ρώσοι μυθιστοριογράφοι του 19ου αιώνα, ποιητές απ’ τον Μπλέικ και τον Χέλντερλιν ως την Αχμάτοβα, τον Παβέζε και τον Ρεβερντύ, τα χαρακώματα –Όουεν, Γκρέιβς– και οι μαρτυρίες της Σοά.

— Τα βιβλία σου αντλούν, έμμεσα ή άμεσα, από προσωπικά βιώματα. Πώς λειτουργεί αυτό για σένα στη γραφή;

Νομίζω ότι το αυτοβιογραφικό στοιχείο ενυπάρχει υποδόρια σε μεγάλο μέρος της καλής λογοτεχνίας, όμως δεν παίρνει ποτέ τη μορφή που έχει γίνει πολύ της μόδας σήμερα, αυτή της «συγκινησιακής πανούκλας». Εννοώ, παραλλάζοντας φυσικά τον γνωστό όρο, την αυτολύπηση σε δημόσια θέα, το προσωπικό βίωμα ή μια έωλη ταυτότητα ως κάτι με το οποίο ο άλλος οφείλει να συγκινηθεί, να ταυτιστεί, να δακρύσει. Είναι μια τάση πολύ διαδεδομένη, που ίσως ανταποκρίνεται και σε μια ανάγκη της εποχής για συνεχή συναισθηματική κορύφωση. Όχι ότι η λογοτεχνία δεν μπορεί ή δεν πρέπει να συγκινεί – προφανώς και πρέπει, αλλά σε μικρές, ελεγχόμενες δόσεις, όπως συμβαίνει με καθετί πολύτιμο. Υπάρχει μια υπερβολή, μια εμμονή με τη συγκίνηση ως αυτοσκοπό, ως επιταγή (με όλα τα συμφραζόμενα της λέξης), και αυτό γιατί μάλλον λιγοστεύουν τα πράγματα που πραγματικά μας συγκινούν…

— Στα δύο τελευταία βιβλία, Σώσε τη Θύελλα και Ιστορία των ρευμάτων, υπάρχει μια συνεχής αυτοερώτηση: Τι κάνουμε όταν γράφουμε; Είναι αυτό λογοτεχνία ή όχι; Έχει νόημα να γίνει λογοτεχνία; Αυτή η αυτοκριτική διάσταση συνδέεται και με μια συνειδητοποίηση ότι βρισκόμαστε, κατά κάποιον τρόπο, στη δύση της λογοτεχνίας.

Είναι πενθητικές αναλαμπές αυτά που κάνουμε. Έχω την αίσθηση ότι η λογοτεχνία, όπως τουλάχιστον την είχαμε συλλάβει στη νεωτερικότητα και ακόμη περισσότερο πριν από αυτήν, πνέει τα λοίσθια. Οπότε πρέπει να έχει κανείς αυτή την αίσθηση της έκλειψης των σημασιών. Δεν θα μπορούσα να γράφω χωρίς να σκέφτομαι συνεχώς το τέλος της αφήγησης, χωρίς να αναρωτιέμαι πώς συνεχίζουμε.

— Κι όμως, την ίδια στιγμή, που λες ότι η λογοτεχνία πνέει τα λοίσθια, ξεκινάς να γράφεις. Υπάρχει μια παράδοξη κίνηση εκεί…

Για μένα στη λογοτεχνία όλα είναι ήδη νεκρά. Και ο συγγραφέας, όταν είναι πραγματικά καλός συγγραφέας, έχει με έναν τρόπο ήδη πεθάνει κι ο ίδιος, με την έννοια ότι θνήσκει μέσα από το κείμενο. Ένα καλό βιβλίο εμπεριέχει τον συγγραφέα σαν να έχει αποσυρθεί, σαν να έχει εν μέρει σβηστεί. Υπάρχει μια διαρκής διαπλοκή ζωής και θανάτου, όπως στο Πάσχα: την ώρα που η φύση οργιάζει και όλα λάμπουν, τελούνται τα πάθη και ο επιτάφιος.

— Όταν μιλάς για αυτή την αίσθηση «τέλους» στη λογοτεχνία, τι ακριβώς εννοείς; Σημαίνει ότι δεν μπορούν πια να γραφτούν καλά κείμενα ή ότι αλλάζει ο τρόπος που αυτά απευθύνονται στον αναγνώστη;

Τέλος δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να γραφτεί ένα καλό κείμενο, το ζήτημα όμως είναι ποια είναι η απεύθυνσή του. Η καλή λογοτεχνία δεν απευθύνεται σε κανέναν συγκεκριμένα, είναι αυτή η εικόνα του «μπουκαλιού στο πέλαγος» που μεταχειρίζονται ο Σεφέρης, ο Έλιοτ, ο Μοντάλε – ο ναυαγός το πετάει στη θάλασσα χωρίς να ξέρει ποιος θα το βρει, ποιος θα κατανοήσει το μήνυμα.

Αλλά νομίζω ότι, μέσα από όλες τις ρήξεις που έχουν συντελεστεί από τον μοντερνισμό και μετά, υπάρχει πια ένα δεδομένο: δεν μπορούμε να παριστάνουμε ότι δεν έχει συμβεί τίποτα, οι απαιτήσεις μας δε είναι κατά πολύ υψηλότερες, οπότε δεν μπορούμε να συνεχίζουμε απλώς να γράφουμε «ωραίες ιστορίες». Η λογοτεχνία –ή μάλλον αυτό που συχνά παρουσιάζεται ως λογοτεχνία– έχει μετατοπιστεί στο να λέμε ιστορίες, σ’ ένα είδους αντιμάμαλου, όπου το κύμα επιστρέφει βουβό στον εαυτό του, και τελικά γίνεται story selling: μια λογική παραγωγής και κατανάλωσης, όπου απλώς πουλάς μια ακόμη ιστορία. Όμως δεν είναι αυτό που μ’ ενδιαφέρει.

— Τι σε ενδιαφέρει πρωτίστως;

Με ενδιαφέρει το κείμενο να ενέχει μια εκκρεμότητα, ένα διακύβευμα, κάτι που το αναφλέγει και το ανασυντάσσει διαρκώς. Να το πω αλλιώς, αν ένα κείμενο δεν με έχει με την πλάτη στον τοίχο, βαριέμαι να ασχοληθώ πολύ μαζί του. Και με ενδιαφέρει, όσο κι αν ακούγεται κοινότοπο, ο συγγραφέας να διαπνέεται από ευστροφία και αγάπη – αυτά είναι παρόντα σε κάθε βιβλίο που θαυμάζω, έστω και αντεστραμμένα ή με κρυφούς τρόπους.

— Στην Ιστορία των ρευμάτων βλέπουμε και μια πιο καθαρή ψυχαναλυτική διάθεση. Σε αυτό το πλαίσιο, να σε ρωτήσω αν σε έχει απασχολήσει η ψυχανάλυση;

Βεβαίως, έχω κάνει, και νομίζω ότι στο τελευταίο βιβλίο φαίνεται πολύ καθαρά. Εκεί υπάρχει μια έντονη εμπλοκή· με έναν τρόπο η ανάλυση και η ψυχανάλυση μπαίνουν μέσα στο κείμενο, όπως και τα όνειρα, αλλά όχι ως ακατέργαστο υλικό. Μπαίνουν με έναν συγκεκριμένο, πλαισιωμένο τρόπο.

Το λέω αυτό γιατί το όνειρο έχει πια απενοχοποιηθεί και πολλοί το εντάσσουν στη λογοτεχνία, πόσο μάλλον στο σινεμά, σχεδόν αυτονόητα. Νομίζω όμως ότι το όνειρο, όπως και η συγκίνηση, είναι σαν την πυρίτιδα· είναι ευαίσθητα υλικά, θέλουν πολύ προσεκτικό χειρισμό και, προφανώς, όταν όλα πια είναι ονειρικά, τίποτα δεν είναι ονειρικό. Ακριβώς γι’ αυτό προσπαθώ στο τελευταίο βιβλίο το όνειρο να περνάει στο κείμενο μέσα απ’ την ανάλυση, τη συνεδρία, τον προβληματισμό γι’ αυτό. Η τέχνη πρέπει να επιβάλλει τους όρους της στο όνειρο και όχι το αντίστροφο.

— Επίσης φαίνεται ότι οι γυναίκες, ο έρωτας, οι σεξουαλικές σχέσεις έχουν πιο έντονη παρουσία. Πρόκειται για ένα συνειδητό άνοιγμα σε ένα πιο «τολμηρό» πεδίο;

Το θέμα του ερωτικού μ’ ενδιέφερε αφ’ ενός από την πλευρά της πρόκλησης του να γράψεις γι’ αυτό σε μια εποχή όπου η φαντασίωση είναι κατά βάση πορνογραφική και ταυτόχρονα αποερωτοποιημένη. Τα πάντα είναι ξεσκέπαστα, γυμνά, θελκτικά υποτίθεται, κι όμως τίποτα δεν είναι ερωτικό· όλα κινούνται μέσα σε ένα πλαίσιο εικονικότητας και προσομοίωσης. Επιπλέον, το ζήτημα ήταν πώς μπορούσα να εγχύσω το ερωτικό στοιχείο στο καλούπι του κειμένου μου δίχως να οδηγηθώ στο μελό, σε ένα είδος soft porn, ούτε σε κάτι γελοία προκλητικό, αλλά ούτε σ’ έναν τόνο καθαρά λυρικό, μη πειστικό.

Ένα ακόμη ζήτημα που με ενδιέφερε πολύ ήταν η κατανόηση της κατάρρευσης των σχέσεων. Νομίζω ότι αυτό φαίνεται σε αυτή την ακραία συνθήκη όπου, μετά τη σεξουαλική απελευθέρωση, όλοι και όλες έχουν γίνει διαθέσιμοι, αλλά ταυτόχρονα κανείς δεν συνδέεται πραγματικά με κανέναν. Το βλέπουμε όλο και περισσότερο, ειδικά στη γενιά μου και στις νεότερες γενιές, με διαφορετικές εκφάνσεις που τις μελετούν οι κοινωνιολόγοι: είτε μιας ακραίας και τελικά αδιάφορης ηδονοθηρίας είτε μιας πλήρους αποχής από κάθε σαρκική επαφή. Αλλά γενικά υπάρχει αυτή η αίσθηση ότι δεν μπορεί πια να χτιστεί ένας πραγματικός σχεσιακός κόσμος, ότι έννοιες όπως ψυχή ή αγάπη έχουν αδειάσει απ’ το περιεχόμενό τους, ενώ το πεδίο της κατανάλωσης και του ανταγωνισμού, έχοντας επεκταθεί, αλώνει καθετί το ερωτικό.

— Στην Ιστορία των ρευμάτων αντιπαραβάλλεις ένα «κανονικό» ραντεβού με ένα ραντεβού με μια ιερόδουλη. Τι σε ενδιέφερε σε αυτή τη σύγκριση;

Η αντιπαραβολή θέτει, ίσως με παιγνιώδη τρόπο, ένα γνώριμο απ’ τον Ουελμπέκ και τον ΝτεΛίλλο ερώτημα – τελικά πού βρίσκεται σήμερα το άμεσο, κάτι που έχει μια στοιχειώδη ζεστασία μέσα του. Εδώ εισέρχεται η απόλυτη συναλλαγή ως αυτό που, τελικά, καταργεί τη διάχυτη συναλλαγή που δεσπόζει όχι, παραδόξως, στον πληρωμένο έρωτα αλλά στην «αγορά του έρωτα» όπου τον πρώτο λόγο έχουν η διαφήμιση και η προώθηση του εαυτού. Το κείμενο, με αφετηρία την απογυμνωμένη εκτόνωση, ανατρέπεται καταλήγοντας σε μια ωδή στην τρυφερότητα, έξω –έστω για μια στιγμή– απ’ τον εφήμερο σχεσιακό στίβο. Επιστρέφει διαρκώς το ίδιο ερώτημα: πώς ανοίγεται κανείς πραγματικά σε μια σχέση και τι σημαίνει, τελικά, να συνδέεσαι με έναν άλλον άνθρωπο.

Επίσης με απασχολεί η διαφορά μεταξύ αρσενικού και θηλυκού, αλλά και το πώς ένας άντρας συγγραφέας δεξιώνεται το γυναικείο στοιχείο. Σύμφωνα με μία μυθολογία που προηγείται μάλλον της Θεογονίας του Ησιόδου, στην αρχή δεν ήταν η Νύχτα αλλά ο Ωκεανός, το ενιαίο ρεύμα που κυκλώνει τον κόσμο. Όμως τι θα ήταν το αντρικό ρεύμα χωρίς την υδάτινη θεότητα –Τηθύς ή Θέτις– που το υποδέχεται; Η Ιστορία των ρευμάτων κατατρέχεται και από αυτό το ερώτημα. Αυτό που συμβαίνει με τη μετανεωτερικότητα είναι μια τάση να αίρεται πλήρως η έννοια της διαφοράς, της διάκρισης. Εμένα, αντίθετα, με ενδιαφέρει ακριβώς η διαφορά, γιατί τη θεωρώ κλειδί κατανόησης των πραγμάτων, όπως συμβαίνει σε κάθε μεταφυσική ή θεολογική προσέγγιση που σέβεται τον εαυτό της. Χωρίς την έννοια της διαφοράς δεν μπορείς να κατανοήσεις τίποτα.

— Ποιο είναι το βασικό υπαρξιακό ερώτημα που διατρέχει το βιβλίο;

Νομίζω ότι το βιβλίο έχει μέσα του τα ερωτήματα: τι είναι αγάπη, τι είναι πραγματικότητα, τι είναι ζωή τελικά και πώς διαπλέκεται με τη γραφή. Είναι όλα αυτά που μας περιβάλλουν και νομίζουμε ότι τα γνωρίζουμε ή είναι κάτι άλλο; Μήπως η λογοτεχνία, που όμως δεν είναι καν απολύτως βέβαιη για το τι είναι πλέον η λογοτεχνία, είναι η αφορμή για να το εκφράσεις; Κατά κάποιον τρόπο το βιβλίο αφορά μια ανάβαση, αξεδιάλυτη απ’ τη διαδικασία του γραψίματος.

— Άρα η λογοτεχνία για σένα λειτουργεί ως ο μόνος χώρος όπου μπορεί να ειπωθεί αυτό το «κάτι άλλο»;

Ίσως εκεί βρίσκεται το παράδοξο. Η λογοτεχνία είναι αυτό που λέμε ότι είναι –ότι όλα έχουν πεθάνει, ότι όλα έχουν τελειώσει– και ταυτόχρονα είναι ίσως η μόνη τέχνη που ακόμη προσπαθεί να εκφράσει νηφάλια αυτή την κατάσταση. Δεν μπορεί παρά να κοιτάζει προς τα πίσω, προς όσα χάνονται ανεπιστρεπτί, χωρίς ωστόσο να είναι αφελής. Στο Εγκώμιο της σκιάς ο Τανιζάκι, έχοντας παρουσιάσει μαεστρικά τον κλασικό ιαπωνικό πολιτισμό που διαλύθηκε, αναρωτιέται αν μπορούμε να επιστρέψουμε εκεί. Η απάντησή του είναι αρνητική, όμως γι’ αυτό ακριβώς έχουμε τη λογοτεχνία, για να «αντισταθμίζουμε την απώλεια». Με αυτή την έννοια, η λογοτεχνία είναι το σπίτι της απώλειας, εμπνέεται από μια παντοδυναμική φαντασίωση να εκφράσει όλα όσα ξεψύχησαν ή θα ξεψυχήσουν, ενώ ταυτόχρονα «εισέρχεται» σε όλες τις άλλες τέχνες και τις αλέθει, τις χωνεύει. Ο λόγος είναι στην αρχή και στο τέλος των πάντων.

— Τώρα, με την έλευση της τεχνητής νοημοσύνης, τι αλλάζει;

Από μία άποψη είναι ευκαιρία να διαχωριστεί η ήρα απ’ το στάρι. Θέλω να πω ότι ένα μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας, της τέχνης εν γένει, μοιάζει ήδη να έχει παραχθεί από κάποιο άψυχο, δίχως συνείδηση λογισμικό. Προφανώς όλα αυτά θα σαρωθούν απ’ το AI, αλλά καλά κείμενα θα γράφονται πάντα, έστω και ερήμην αναγνωστών, προκαλώντας αμηχανία. Ίσως σκέφτομαι έτσι διότι είναι ο τρόπος μου να συμφιλιωθώ κάπως με την αλυσιδωτή καταστροφή που έρχεται καλπάζοντας, αντιλαμβανόμενός την ως το πεπρωμένο του ανθρώπινου είδους. Πρώτα έγινε η νοημοσύνη τεχνητή, και ύστερα γεννήθηκε η ανάγκη για τεχνητή νοημοσύνη.

— Στα βιβλία σου υπάρχει έντονη αναφορά στη θάλασσα και στα κύματα που συνδέεται και με τους τίτλους όπως του τελευταίου, Ιστορία των ρευμάτων. Τι εκφράζει αυτή η εικόνα για σένα;

Ένας φίλος έκανε ένα εύστοχο σχόλιο: είναι ένα βιβλίο που δεν είναι καθόλου «θαλασσινό» όπως του Καρκαβίτσα ή του Κόνραντ, από άποψη θεματικής δηλαδή, αλλά ταυτόχρονα είναι μέσα στο κύμα, μουσκεύεται διαρκώς. Και το κύμα, η μανιοκαταθλιπτική εναλλαγή των καταστάσεων της θάλασσας, εδώ είναι μεταφορά, είναι η τρικυμία αλλά και η γαλήνη, μάλλον είναι μια ταραχή που φωλιάζει στη γαλήνη και το αντίστροφο. Η ισορροπία δίνεται απ’ το ύφος, το ισοκράτημά μου. Απ’ το πρώτο μου πεζό βιβλίο υπάρχει αυτή η αντίληψη της Μεσογείου ως διαρκούς συναισθηματικής, θα έλεγα, διακύμανσης, όπου ο εσωτερικός κλυδωνισμός καθρεφτίζεται στη φύση.

— Υπάρχει ακριβώς αυτή η αίσθηση ότι μέσα σε μια απόλυτη γαλήνη υπάρχει μια ταραχή. Σε ένα σημείο γράφεις «Η θύελλα που μένει στο παρόν δεν παύει να με απειλεί». Τι εννοείς;

Υπάρχει πάντα μια εκκρεμότητα: δεν ξέρεις ποια θα είναι η έκβαση της θαλασσογραφίας. Για να το ακούσεις όμως αυτό πρέπει να έχεις μια ψυχή που να διαθέτει, με έναν τρόπο, «κουρδισμένο αυτί». Ένα ζευγάρι ερωτεύεται, τα κύματα εισδύουν το ένα στο άλλο, ενώ άλλοτε συγκρούονται με σφοδρότητα∙ όμως το ρεύμα ρέει αθέατο, στον βυθό, είναι το ισοκράτημα που προανέφερα. Ό,τι κι αν συμβαίνει στην επιφάνεια, εκείνο διαχέεται προς τα πάνω και το διαπερνά. Με ενδιαφέρει η επιφάνεια των πραγμάτων ως μετωνυμία η επιφάνεια της θάλασσας αλλά ταυτόχρονα και το αθέατο κομμάτι που κυλάει συνεχώς εκφράζοντας αυτή τη διαρκή εκκρεμότητα. Όλα παίζονται, στη φουρτούνα υπάρχει μια βαθύτερη ηρεμία και στην ηρεμία μια λανθάνουσα αναστάτωση.

— Είπες στην αρχή της συζήτησης ότι η καθημερινή σου ενασχόληση αφορά τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Το επάγγελμά σου σού αφήνει τον χρόνο και την ελευθερία που χρειάζεται η συγγραφή;

Ναι. Παραδόξως, εγώ ξεκίνησα να γράφω όταν ξεκίνησα να εργάζομαι, όταν εγκατέλειψα το διδακτορικό μου, και αυτό παρότι ο χρόνος που περίσσευε μετά τις επαγγελματικές πρωτοβουλίες και υποχρεώσεις ήταν ελάχιστος. Στην Ελλάδα ευτυχώς η λογοτεχνία δεν έχει εγκλωβιστεί πλήρως σε ένα αυστηρά ακαδημαϊκό πλαίσιο, όπως έχει συμβεί αλλού για λόγους που σχετίζονται με το πώς κατανοεί η κοινωνία τη λογοτεχνία ή με τον βιοπορισμό, οπότε με έναν τρόπο αισθάνομαι σαν το ψάρι στο νερό. Υπάρχει ακόμη ελευθερία με έναν τρόπο, μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο που τουλάχιστον είναι ο δικός μου εδώ, κι έχει το στοιχείο ενός ξοδέματος, μιας σπατάλης του προσώπου, όχι απαραίτητα αρνητικά, η δυνατότητα της παρέκκλισης, όχι όμως της επίπλαστης που συνήθως θεριεύει σε αμιγώς καλλιτεχνικούς κύκλους.

Θα έλεγα, λοιπόν, ότι το επάγγελμα με έναν τρόπο με απελευθέρωσε. Από την άλλη πλευρά, όταν είσαι συνεχώς σε επαφή με την οικονομία της αγοράς, τη βία και την αδρεναλίνη της, με την πραγματικότητα των αριθμών –που είναι άτεγκτη, αμείλικτη– οι λέξεις γίνονται ένας τρόπος να βγεις από αυτή τη συνθήκη, αμείλικτες κι αυτές με τον τρόπο τους. Ταυτίζομαι με τον θαυμάσιο τίτλο μιας arthouse κινέζικης ταινίας, A poet on a business trip, αλλά υποτάσσομαι σ’ εκείνη τη προειδοποίηση απ’ τη Συνείδηση του Ζήνωνα, που δεν θα μπορούσε να της λείπει το χιούμορ – «ονειρευόταν εκεί ακριβώς όπου δεν έπρεπε, στις δύο στήλες του ισολογισμού».

— Το λες σαν η δουλειά να σου δίνει έμπνευση…

Ακριβώς, σε προσγειώνει λίγο για να μην είσαι συνεχώς στον ουρανό, και από την άλλη οι λέξεις σε εξυψώνουν εκεί όπου χρειάζεται. Αυτό που λείπει σήμερα –και ίσως αυτό είναι που με κινεί στη λογοτεχνία– είναι να μπορείς να πεις αυτό που είναι πασιφανές και όμως δεν το βλέπει κανείς. Μια εικόνα, για παράδειγμα ένα παιδί να περπατά μόνο του στον δρόμο, ένα τζιτζίκι να έχει καθίσει στον φλοιό του δέντρου δίπλα στο χέρι σου, μια κοπέλα να πιάνει κότσο τα μαλλιά της, ένα πληγωμένο σπουργίτι, ακόμα και ο ήχος των μηχανών του αεροπλάνου πριν την απογείωση, οτιδήποτε. Από εκεί γεννιέται η λογοτεχνία: από την αίσθηση ότι υπάρχει κάτι μυστικό στα πράγματα, χρειάζεσαι όμως την ψευδαίσθηση ότι μόνο εσύ το βλέπεις για να γεννηθεί αυτή η «ορμή» να το μεταφέρεις στο χαρτί. Η αλήθεια είναι ότι όταν είσαι νέος, όταν ξεκινάς να γράφεις και περνάς τη ρομαντική φάση, εγώ τουλάχιστον την πέρασα, νομίζεις ότι υπάρχουν «καθαρά» λογοτεχνικά θέματα. Μετά καταλαβαίνεις ότι δεν υπάρχει τέτοιος διαχωρισμός· καθετί το κάνεις εσύ λογοτεχνία εντάσσοντάς το σ’ ένα ώριμο σύμπαν γραφής, σ’ ένα ύφος.

— Στα κείμενά σου ο αφηγητής βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο και σαν να βρίσκεται διαρκώς σε μια αγωνία κατανόησης και επαφής με τα άλλα πρόσωπα…

Πραγματικά τα κείμενά μου είναι κατά βάση πρωτοπρόσωπα. Υπάρχει όμως πάντα ένα άνοιγμα προς τον άλλον – ένα προσεκτικό, λελογισμένο άνοιγμα, που ίσως μαρτυράει κάτι για μένα τον ίδιο. Η αλήθεια είναι ότι τα βιβλία μου είναι αυστηρά, η πρόζα είναι μετρημένη, έστω και αν η γλώσσα συχνά μετεωρίζεται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Μεταχειρίζομαι τον λόγο σαν ένα πολύ ευαίσθητο υλικό που εκρήγνυται ή «λαμπαδιάζει» ακριβώς τη στιγμή που πρέπει, όχι διάχυτα σε όλο το βιβλίο.

— Εσένα με ποιον τρόπο σε έσωσε η γραφή; Με την έννοια ότι σε βοήθησε να βάλεις στο χαρτί σκέψεις και συναισθήματα;

Ναι, ήταν ο μόνος τρόπος που είχα πραγματικά να εκφράσω αυτό που με έκαιγε.

— Γιατί χρησιμοποιείς τη λέξη «με έκαιγε»;

Γιατί έτσι το νιώθω. Είναι σαν μια φωτιά. Πέρα απ’ την τρικυμία, αυτή η ανάφλεξη της ψυχής. Η φράση του Άγιου Ιωάννη της Κλίμακος που ο Βακαλόπουλος τοποθετεί στην αρχή της Γραμμής του ορίζοντος –απ’ τα λίγα μότο που μου έχουν εντυπωθεί σε μια εποχή όπου τα μότο έχουν πάψει να έχουν νόημα, να λειτουργούν εντός μιας λογοτεχνικής σύμβασης– «Δεξάμενος φλόγα, τρέχε. Ου γαρ γιγνώσκεις πότε σβήνεται και εν τη σκοτία σε καταλείψει».

— Ήταν, είναι πάντα τόσο έντονο;

Είναι μια κατάσταση που φεύγει και επιστρέφει. Πιστεύω ότι τότε μόνο γράφεις, όταν το νιώθεις. Μπορεί να έχουν περάσει μήνες και να μην έχω γράψει λέξη. Η γραφή δεν είναι κάτι που ασκώ ως επάγγελμα, με την έννοια ότι πρέπει διαρκώς να γράφω κάτι. Δεν πιστεύω ότι είμαστε εδώ για να παράγουμε αδιάκοπα κείμενα ή έργα τέχνης. Είναι λεπτές αποχρώσεις, είναι ευαίσθητα πράγματα, πρέπει να τα σεβόμαστε. Αυτή είναι, με έναν τρόπο, και η κατάρα της εποχής μας, η διαρκής απαίτηση να συμβαίνει συνεχώς κάτι καλλιτεχνικό, κάτι συγκινητικό, κάτι «δημιουργικό» και καινούργιο. Δεν λειτουργεί έτσι. Τα πράγματα χρειάζονται τον χρόνο τους.

Ίσως γι’ αυτό χρησιμοποιώ τη λέξη «καίγομαι». Θέλω να γράψω κάτι μόνο όταν έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό έντασης μέσα μου που πρέπει να βγει στο φως. Είναι αυτή η σχέση έρωτα και θανάτου. Είναι πάντα μαζί αυτά τα δύο, ειδάλλως είναι καλύτερο, σίγουρα πιο ειλικρινές, να μην κάνεις τίποτα.

— Είσαι μοναχικός; Συνδέεται για σένα η γραφή με την ανάγκη ενός κλειστού, προσωπικού σύμπαντος, ενός χώρου που δεν μοιράζεται εύκολα;

Σε ένα επίπεδο νομίζω ότι όταν γράφεις είσαι πάντα μόνος. Δεν μιλάω μόνο για την πρακτική συνθήκη που απαιτεί η γραφή, ένα είδος εσωτερικής ακινησίας, ησυχασμού, συγκέντρωσης. Αναφέρομαι στην απαρχή της ανάγκης της γραφής: για μένα τουλάχιστον, πηγάζει πάντα από κάτι –μια εικόνα, έναν τόνο, μια συνειδητοποίηση– που αισθάνεσαι ανίκανος να μοιραστείς, που εκείνη τη στιγμή έχεις την ψευδαίσθηση ότι είναι μόνο για σένα, ότι το βλέπεις μόνο εσύ, και ότι οφείλεις τώρα να το κοινωνήσεις και στους γύρω σου διά του κειμένου. Οπότε, ναι, θα έλεγα ότι υπάρχει μια ροπή προς τη μοναχικότητα, προς μια εσωτερική επώαση της σκέψης. Αλλά αυτό δεν αναιρεί το αντίθετο: μια διαρκής ανάγκη να παραμένεις ανοιχτός προς τον κόσμο, προς τους ανθρώπους και προς ό,τι συμβαίνει γύρω σου. Στο τέλος το κείμενο πιάνεται από μια σημασία που θνήσκει, και πετυχαίνει εφόσον «ούτε λέγει ούτε κρύπτει  αλλά σημαίνει».

— Πώς αντιλαμβάνεσαι την επιτυχία;

Δεν ξέρω καν τι σημαίνει ακριβώς η επιτυχία. Νομίζω ότι κάποιος, σιωπηλά και όσο γίνεται διακριτικά, κάνει αυτό που αισθάνεται ότι οφείλει να κάνει. Από εκεί και πέρα, όλα παίρνουν τον δρόμο τους.

Η λογοτεχνία είναι, θα έλεγα, βραδυφλεγής τέχνη. Δεν λειτουργεί με την ταχύτητα που απαιτεί η εποχή. Σήμερα υπάρχει μια τάση όλα να επιταχύνονται, όλα πρέπει να συμβαίνουν αστραπιαία. Η λογοτεχνία, όμως, έχει έναν δικό της ρυθμό, έναν ρυθμό άλλου κόσμου, που τον χάνει αυτοκτονώντας. Είναι ένας ρυθμός έξω απ’ τη σημερινή ανατίναξη του χρόνου.

Από αυτή την άποψη, το καλό βιβλίο –όσο παράδοξο κι αν ακούγεται σήμερα– μεγαλώνει όπως ένα δέντρο, είναι το πνευματικό του αντίστοιχο. Δεν μπορείς να μιλάς γι’ αυτό με όρους ημερών ή μηνών, ούτε με όρους επιτυχίας ή αποτυχίας. Η λογοτεχνία έχει αυτή την ευγένεια: έναν σεβασμό προς τον χρόνο, μια βαθιά κατανόηση του χρόνου που σήμερα μοιάζει να έχει χαθεί. Και χωρίς αυτόν τον χρόνο, δεν υπάρχει λογοτεχνία.

Δειτε περισσοτερα