Η σπουδαία ηθοποιός επιστρέφει, σχεδόν 40 χρόνια μετά, στον εμβληματικό ρόλο της Χαδούλας Φραγκογιαννούς, σε μια παράσταση που παραμένει ζωντανή μέσα της.
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
20°
Λυδία Κονιόρδου: «Η “Φόνισσα” δεν με εγκατέλειψε ποτέ»
Η «Φόνισσα», σε σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη, με τη Λυδία Κονιόρδου στον κεντρικό ρόλο, κάνει πρεμιέρα σήμερα, 1 Οκτωβρίου, εγκαινιάζοντας τον νέο θεατρικό χώρο «Έργον» του Γιώργου Βάλαρη
Τη συνάντησα λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα, λίγο πριν την πρόβα της στη νέα θεατρική σκηνή Έργον στην καρδιά της Αθήνας. Η Λυδία Κονιόρδου με υποδέχτηκε με μια ιδιαίτερη ζεστασιά και έναν φανερό ενθουσιασμό για αυτή τη μεγάλη επιστροφή. Μιλώντας για τη «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη –μια παράσταση-σταθμό, που σφράγισε το νεοελληνικό θέατρο– τα μάτια της λάμπουν από τη χαρά της επανασύνδεσης με ένα κείμενο που αγάπησε βαθιά και που δεν εγκατέλειψε ποτέ. Όταν όμως η συζήτησή μας ξεκινά με την ερώτηση αν πρόκειται για μια αναβίωση της παράστασης του ’98, με σταματάει αμέσως.
«Δεν μου αρέσει η λέξη “αναβίωση”. Γιατί μου κάνει λίγο σαν μουσείο. Ενώ η δυναμική αυτής της παράστασης κάθε άλλο παρά μουσείο είναι. Είναι πολύ έντονη η εμπειρία και για μας που την παίζουμε και για το κοινό που θα τη δει. Επομένως, ζωντανεύουμε μια ιστορική παράσταση που είχε σπάσει το φράγμα του καθαρά θεατρόφιλου κοινού. Κι αυτό ήταν ένα φαινόμενο. Εγώ δεν την εγκατέλειψα ποτέ τη “Φόνισσα” από δίπλα μου, ούτε αυτή με εγκατέλειψε, νομίζω. Ήταν πάντα μέσα μου ένα σημείο αναφοράς υποκριτικής... Και είναι κάτι ακόμα, που το συνειδητοποιώ τώρα, καθώς προετοιμαζόμαστε για την παράσταση, ότι για μένα υπήρξε, χωρίς να το καταλαβαίνω, ένας οδηγός όλα αυτά τα χρόνια στην αναζήτησή της γραμμής ανάμεσα στο τραγικό και το αβυσσαλέο, το μαύρο, σκοτεινό, αλλά και στον σαρκασμό της ίδιας της ύπαρξης. Τον σαρκασμό όμως με αγάπη για τον άνθρωπο. Αυτός είναι ο Παπαδιαμάντης».
Λυδία Κονιόρδου: Συνέντευξη στην ATHENS VOICE, με αφορμή τη «Φόνισσα» στο θέατρο Έργον
Στεκόμαστε ιδιαίτερα σ’ αυτή την πτυχή του Παπαδιαμάντη, που συχνά λανθάνει κάτω από τη σκοτεινή ατμόσφαιρα του έργου: το αναπάντεχο χιούμορ του.
«Έχει ένα ιδιαίτερο χιούμορ, όπου αποκαλύπτει την αθωότητα, την απλότητα των ανθρώπων, και όχι μόνο των απλοϊκών, και των αστών. Τους διακωμωδεί αλλά με κατανόηση, με αγάπη. Δεν είναι καρικατούρες. Είναι άνθρωποι που γνωρίζουμε, που αμέσως ο θεατής τους συνδέει με ανθρώπους που ξέρει ο ίδιος. Είτε από τον χωριό του, είτε από την πόλη, είτε γνωστές φυσιογνωμίες που βλέπουμε γύρω μας, δημόσιες ή ιδιωτικές. Αυτό είναι ένα πολύ σπάνιο πράγμα, γι’ αυτό δεν μπορώ να το πω “αναβίωση”, είναι κάτι το οποίο συμβαίνει εδώ και τώρα και άμεσα μπορεί ο καθένας να συνδεθεί. Εγώ ξαναβρίσκω πράγματα, όχι μόνο από τότε, αλλά και από αυτά που βλέπω τώρα. Και γι’ αυτό ήταν και η μεγάλη μου η ανάγκη να ξαναγίνει αυτή η “Φόνισσα”. Είμαι πάρα πολύ ευτυχής που ξαναπαίζω και ξαναλέω αυτά τα λόγια του Παπαδιαμάντη. Αισθάνομαι ότι είναι ένα δώρο αυτή η παράσταση. Και αυτό το δώρο θέλουμε να το δωρίσουμε κι εμείς με τη σειρά μας στο κοινό».
Όταν τη ρωτώ για το πρακτικό της υπόθεσης, αν δηλαδή θα δούμε ακριβώς την ίδια παράσταση με τότε, μου εξηγεί τη βαθιά δομή της σκηνοθεσίας του Σωτήρη Χατζάκη.
«Ναι, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι σαν παρτιτούρα. Είναι σαν να λέμε ένα μουσικό έργο που έχει μια παρτιτούρα και δεν μπορείς να ξεφύγεις απ’ αυτήν. Ή σαν μια ιστορική χορογραφία που δεν αλλάζεις, αλλά μένει η ίδια. Και καλείται κανείς να την ερμηνεύσει, να δώσει τη ψυχή του, για να δώσει ζωή μέσα σε κάτι το οποίο έχει ήδη ολοκληρωθεί μέσα σε μια ιστορική παράσταση. Ας πούμε, εγώ θυμάμαι είχα δει το 2015 το “Einstein on the Beach” του Ρόμπερτ Ουίλσον, μια παράσταση του ’60 στο Βερολίνο. Ήταν σαν να είχε στηθεί χθες. Και βεβαίως πάρα πολλοί καινούργιοι χορευτές παίζανε τους ρόλους και καλούνταν να εκφράσουν αυτή την παρτιτούρα που είχε το έργο.
»Μ’ αυτή την έννοια, η παράσταση της Φόνισσας είναι ένα ποιητικό θέατρο, μουσικό θέατρο, το οποίο έχει μια απαρέγκλιτη παρτιτούρα λόγου, ήχων, μουσικής, τραγουδιών, δρώμενου, συμπεριφορών σκηνικών, που δεν μπορεί ν’ αλλάξει. Μόλις μετακινήσεις κάτι, αμέσως χάνει τη σοφία της αυτή η παράσταση».
«Η παράσταση της Φόνισσας έχει μια απαρέγκλιτη παρτιτούρα λόγου, ήχων, μουσικής, τραγουδιών, δρώμενου, συμπεριφορών σκηνικών. Μόλις μετακινήσεις κάτι, αμέσως χάνει τη σοφία της».
Αυτή η σοφία αποτυπώνεται στο γλωσσικό ταξίδι που συνέθεσε ο Σωτήρης Χατζάκης, ενώνοντας το ήθος του αρχαίου δράματος, το βυζαντινό μέλος και τη νεότερη Ελλάδα.
«Ήταν μια πολύ εμπνευσμένη στιγμή του Σωτήρη Χατζάκη, διότι μέσα ακριβώς απ’ αυτό το ταξίδι, στο οποίο μας οδηγεί ο Παπαδιαμάντης, το γλωσσικό ταξίδι, από τα αρχαία ελληνικά της Βίβλου μέχρι την πιο σύγχρονη ελληνική γλώσσα και την καθαρεύουσα, την έντεχνη γλώσσα, αλλά και την ντοπιολαλιά, περνάμε και το βυζαντινό μέλος. Κάνουμε όλο αυτό το ταξίδι της ελληνικής γλώσσας μέσα στους αιώνες και το κάνει αυτό ο Παπαδιαμάντης χωρίς διαχωρισμούς. Με μια φυσικότητα γλιστράει από το ένα στο άλλο και αποδεικνύει ότι η ελληνική γλώσσα είναι μία. Μέσα λοιπόν από αυτή τη γλώσσα-οδηγό, ο Χατζάκης ένωσε το ήθος και τον χαρακτήρα του αρχαίου δράματος μέσα από τον χορό των γυναικών. Το συνδέει με το βυζαντινό μέλος και μετά προχωράει στη σύγχρονη εποχή μέσα από τη γλώσσα της καθαρεύουσας, αλλά και από τις μορφές της Σκιάθου που αναδύονται από το έργο, με κυρίαρχη βέβαια τη Φόνισσα.
»Θυμάμαι τότε που το παίζαμε στου Ψυρρή, τη γειτονιά του Παπαδιαμάντη –έψαλλε στον Άγιο Ελισαίο– αισθανόμουν πολύ παράξενα την παρουσία του στην παράσταση, την ευλογία του. Και θέλω να ελπίζω ότι και εδώ θα αξιωθούμε να έχουμε πάλι αυτό το βλέμμα αυτού του μοναδικού ανθρώπου. Χρειαζόμαστε τέτοιες φωνές, γιατί είμαστε σε μια ταχύτατα μεταβαλλόμενη εποχή και πρέπει οπωσδήποτε να κρατήσουμε τη μνήμη μας, να μην ξεχάσουμε ποιοι είμαστε και από πού ερχόμαστε. Γιατί τα πράγματα γίνονται ισοπεδωτικά. Και ο Παπαδιαμάντης –όπως και πολλοί άλλοι συγγραφείς σαν και αυτόν– απέδειξε ότι το τοπικό είναι και παγκόσμιο. Όταν είναι αυθεντικό, όταν έχει πραγματικά κάτι να πει, θίγει ζητήματα όπου μέσα από το μικρό πιάνει το μεγάλο».
Στη συζήτησή μας για το πώς η νεότερη γενιά –ένας τριαντάχρονος σήμερα– προσλαμβάνει αυτή τη γλώσσα, είναι απόλυτα καθησυχαστική.
«Ακόμα κι αν έχει μια λέξη άγνωστη, καταλαβαίνει από τα συμφραζόμενα. Έτσι η γλώσσα α-ποκτά ένα μυστήριο. Άλλωστε το θέατρο δεν είναι μόνο ο λόγος. Τότε που παίζαμε τη Φόνισσα, θυμάμαι ότι είχε σημειωθεί μια πολύ μεγάλη αύξηση της πώλησης του βιβλίου. Πολύς κόσμος βλέποντας την παράσταση ήθελε να διαβάσει το πλήρες κείμενο. Εμείς δεν έχουμε αλλάξει τη γλώσσα του Παπαδιαμάντη, απλώς ο Σωτήρης Χατζάκης έχει κάνει μια επιλογή αποσπασμάτων που κάνουν μια συνέχεια, καθώς δεν ήταν δυνατόν να ανεβάσουμε το πλήρες κείμενο.
»Δεν πιστεύω ότι ο κόσμος δεν θα καταλάβει, γιατί η καθαρεύουσα δεν είναι σε όλο το έργο. Σε πάρα πολλά σημεία είναι μια ανάμεικτη καθαρεύουσα, η οποία έχει και σύγχρονα ελληνικά. Ακόμα και μια ντοπιολαλιά που δεν καταλαβαίνεις έχει τέτοια γοητεία αυτή η γλώσσα... και πάντα μας θυμίζει κάτι από την ίδια μας τη ζωή και την καταγωγή μας».
Η κουβέντα περνά στο πρόσωπο της Χαδούλας Φραγκογιαννούς και στο πώς το προσεγγίζει σήμερα, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα.
«Εγώ αισθάνομαι καταρχάς πιο ώριμη και πιο κοντά στη σωστή ηλικία... Τότε αισθανόμουνα πολύ νέα, έπρεπε να κάνω μια πολύ μεγάλη υπέρβαση για να παίξω αυτόν τον ρόλο. Στην αρχή ομολογώ ότι είχα τρομοκρατηθεί. Παράλληλα, παρά τα χρόνια που έχουν περάσει, η ένταση των φαινομένων σε σχέση με τη θέση της γυναίκας είναι ακόμα πιο σκληρή και ακόμα πιο βίαιη σήμερα απ’ ό,τι παλιότερα. Οι γυναικοκτονίες, η βία κατά των γυναικών, η βία κατά των παιδιών, η σκοτεινιά που εκλύεται από ανθρώπους που θα ’λεγε κανείς ότι ανήκουν σ’ έναν πολιτισμένο κόσμο... Βλέπει κανείς πόσα δαιμόνια αναδύονται σε “πολιτισμένες” κοινωνίες που εντελώς παράλογα εξαπολύουν φονικές δυνάμεις. Αυτό που κάνουμε στη φύση, με τους πολέμους, οδηγούμε τον εαυτό μας στην καταστροφή. Όλοι έχουμε ένα μερτικό, από το πώς φερόμαστε στα ίδια μας τα παιδιά και στην ίδια μας τη γυναίκα στο σπίτι, μέχρι το τι ψηφίζουμε».
Αναλύοντας τον ψυχισμό της ηρωίδας, τη συνδέει ευθέως με τη Μήδεια:
«Η Φόνισσα συνδέεται με τη Μήδεια. Όπως και η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της, όχι δολοφονώντας τα, αλλά για να τα προστατέψει από την κακοποίηση που υφίστανται από τον περίγυρό τους. Έτσι και η Φόνισσα, σε έναν εκπληκτικό μονόλογο, βάζει τον εαυτό της σαν έναν άγγελο θανάτου που θα βοηθήσει τους αγγέλους να πάρουν τα κορίτσια για να μην κακοπάθουν και δυστυχήσουν όπως δυστύχησε η ίδια. Και γι’ αυτό, όπως η Μήδεια ανεβαίνει στον ουρανό, έτσι κι ο Παπαδιαμάντης βάζει τη Φόνισσα να φεύγει πέρα από την ανθρώπινη και τη θεϊκή δικαιοσύνη. Δεν την τιμωρούν ούτε οι άνθρωποι ούτε ο Θεός. Ξαναγυρνάει στη θάλασσα, στο νερό, εκεί απ’ όπου ξεκινάνε όλα, στη μεγάλη μήτρα».
Επανέρχομαι στον χαρακτήρα της Φραγκογιαννούς και τη ρωτώ ποια είναι εκείνα τα σημεία της προσωπικότητάς της που συνθέτουν τη μοναδικότητα της ηρωίδας του Παπαδιαμάντη, αλλά και που ενδεχομένως τη δυσκόλεψαν στην ερμηνεία του ρόλου.
«Δεν υπάρχει καμία ευκολία σε τέτοιους ρόλους. Πρέπει απλώς να εγκαταλειφθείς στο πνεύμα του συγγραφέα και στο πνεύμα του προσώπου. Μέσα από το πρόσωπο της Φραγκογιαννούς, ο Παπαδιαμάντης αποκαλύπτει σφαιρικά όλες τις όψεις της γυναίκας. «Της γυναίκας μάνας, της γυναίκας κόρης, της γυναίκας μητέρας και συζύγου. Στη Φόνισσα βλέπει κανείς τη γυναικεία δύναμη που δίνει ζωή αλλά και που παίρνει ζωή, τη σοφία της γυναίκας μέσα από τους αιώνες, αυτή που αποκαλούσαν παλιά “μάγισσα”, που ήξερε τα βότανα. Αυτή τη σοφία την είχε κληρονομήσει από τη μητέρα της η Φραγκογιαννού.
»Ύστερα, η Χαδούλα προδόθηκε και αδικήθηκε ως κορίτσι από τους ίδιους της τους γονείς, ο άντρας της δεν τη βοήθησε ποτέ, ήταν συγχρόνως και μήτηρ και πατήρ των παιδιών της. Τι μας θυμίζει σήμερα; Τις γυναίκες που –όχι μόνο σε μονογονεϊκές οικογένειες– αναγκάζονται να δουλεύουν, να μεγαλώνουν τα παιδιά, να φροντίζουν τους ηλικιωμένους. Η Χαδούλα Προσπαθεί με τα πενιχρά της μέσα να επιβιώσει. Ειδικά σήμερα, που βλέπουμε να φτωχοποιούνται όλο και περισσότερες κοινωνικές ομάδες, το στοιχείο της επιβίωσης έχει έρθει πάλι στην επικαιρότητα και οι άνθρωποι δεν κάνουν παιδιά, γιατί φοβούνται την επιβίωση. Και πάσχουμε από έλλειψη γεννήσεων όχι μόνο στην Ελλάδα άλλα και στο εξωτερικό».
«Στη Φόνισσα βλέπει κανείς τη γυναικεία δύναμη που δίνει ζωή αλλά και που παίρνει ζωή, τη σοφία της γυναίκας μέσα από τους αιώνες, αυτής που αποκαλούσαν παλιά “μάγισσα”, που ήξερε τα βότανα»
Όταν της θυμίζω πως παλιότερα είχε πει ότι εκείνα τα χρόνια ζούσε μόνο γι’ αυτόν τον ρόλο, παραδέχεται πως η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται με την ίδια ένταση:
«Και τώρα έχει αρχίσει να συμβαίνει αυτό. Ξυπνάω τη νύχτα και περνάω όλο τον ρόλο στο μυαλό μου. Έχει αρχίσει και με κατοικεί. Και χαίρομαι πάρα πολύ γι’ αυτό, δεν το κρύβω. Το ότι ζούσα γι’ αυτόν τον ρόλο σημαίνει ότι εκείνο το διάστημα υπήρχα μόνο γι’ αυτό, δεν χωρούσε τίποτα άλλο στη ζωή μου.
»Και τώρα που έχει αρχίσει να μου ξανασυμβαίνει, αρχίζω και στοιχειώνομαι από το πρόσωπο αυτό και δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα άλλο, χαίρομαι πάρα πολύ γι’ αυτό. Είναι τόσο ανακουφιστικό να νιώθεις ότι υπάρχεις για έναν στόχο και ότι δεν διασπάσαι σε χίλια δυο πράγματα της καθημερινότητας. Ότι έχεις μια αποστολή που σε ξεπερνάει. Και αισθάνομαι ευγνώμων. Και γι’ αυτό που είχαμε ζήσει τότε με τον Σωτήρη Χατζάκη και την ομάδα».
Στη συνέχεια της συζήτησης, η Λυδία Κονιόρδου αναφέρεται με θέρμη στους συντελεστές που πλαισιώνουν την παράσταση. Η συντριπτική πλειονότητα της ομάδας παραμένει η ίδια από το πρώτο ανέβασμα, με τις συναδέλφους της Ανδριανή Τουντοπούλου και Μίνα Λουίζου, ενώ η ομάδα ανανεώνεται με δύο νέες ηθοποιούς, την Αμαλία Τσεκούρα και τη Φανή Λύκου, που, όπως σημειώνει, διαθέτουν εξαιρετικές φωνές και δυναμική παρουσία. Η διαρκής μουσική παρτιτούρα του Τάκη Φαραζή –με τους ψαλμούς, τα τραγούδια και τις απόμακρες καμπάνες– υπηρετείται από νέους, εξαιρετικούς μουσικούς που έχουν μπει απόλυτα στο κλίμα, καθώς οι αρχικοί συνεργάτες βρίσκονται πλέον στο εξωτερικό και την επαρχία.
Η παράσταση εγκαινιάζει τον νέο θεατρικό χώρο του Γιώργου Βάλαρη, το Έργον, που έρχεται για να φιλοξενήσει παραστάσεις ρεπερτορίου.
«Γνωριστήκαμε με τον Γιώργο Βάλαρη στην “Όμορφη πόλη” και εκτίμησα τη δουλειά του. Στις συζητήσεις μας με τον Σωτήρη Χατζάκη αντιληφθήκαμε ότι αυτό το έργο χρειαζόταν έναν ιδιαίτερο χώρο, με ειδικές προδιαγραφές, που να είναι κάπως σαν αγκαλιά. Το νέο αυτό θέατρο έχει εξώστες γύρω γύρω και μια πλατεί, η οποία επιτρέπει μια αμφιθεατρική σχέση με το δρώμενο, όχι μια κοινή σκηνή προσκηνίου.
»Από την άλλη, είναι μεγάλη χαρά να ανοίγουν καινούργια θέατρα. Όλοι χαιρετίζουμε όταν νέες σκηνές ανοίγουν, γιατί συχνά συμβαίνει το αντίθετο: κλείνουν θέατρα, κλείνουν σινεμά, γίνονται σουπερμάρκετ. Συγχαρητήρια στον Γιώργο Βάλαρη, γιατί παίρνει ένα ρίσκο και προσφέρει έναν καινούργιο χώρο στο θεατρικό γίγνεσθαι της Αθήνας».
Όταν η κουβέντα περνά στο αθλητικό της παρελθόν και το βόλεϊ στα σχολικά της χρόνια, τη ρωτώ αν θεωρεί ότι το θέατρο μπορεί να συγκριθεί με τον πρωταθλητισμό.
«Όταν ασχολείσαι με το αρχαίο δράμα ή με τέτοια απαιτητικά κείμενα, εκεί αισθάνεσαι τη διαφορά ανάμεσα σ’ έναν αθλητή ενός τοπικού συλλόγου και έναν ολυμπιακό αθλητή. Ο ολυμπιακός αθλητής αφιερώνεται απόλυτα σ’ αυτό που κάνει. Εκεί είναι άλλα τα στάνταρ: όχι μόνο σωματικές αντοχές, φωνητική ικανότητα, αναπνοή, αλλά και πνευματικές. Πρέπει να μπορείς να συλλαμβάνεις τα υψηλά νοήματα. Όπως οι απαιτήσεις που βάζει σ’ έναν τραγουδιστή η όπερα. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η “Φόνισσα”, αποτελεί παράσταση υψηλών απαιτήσεων».
Καθώς κλείνει αισίως τα 50 χρόνια στο θέατρο, δεν γίνεται να μην αναφερθούμε στις αλλαγές που εκείνη έχει παρατηρήσει στη μακρόχρονη πορεία της αλλά και στο πώς βλέπει την τρέχουσα εποχή στο θεατρικό γίγνεσθαι.
«Είμαστε μια χώρα που η φύση μας είναι κοντά στο θέατρο. Και δεν είναι τυχαίο που παρ’ όλη την κρίση, βλέπεις ότι ο κόσμος γεμίζει τα θέατρα. Φυσικά κάθε περίοδος είναι διαφορετική. Παλιότερα ήταν η εποχή των πρωταγωνιστών, μετά περάσαμε στην εποχή των σκηνοθετών, έπειτα μπήκαμε στην εποχή των νεανικών ομάδων. Είμαστε σ’ ένα σταυροδρόμι, σε μια εποχή τομής, με έντονους πειραματισμούς και αναζητήσεις. Όπως έλεγε ο Αγγελόπουλος, “βρισκόμαστε στο μετέωρο βήμα”. Το έχουμε σηκώσει το πόδι, δεν πατάμε με τα δυο πόδια στο παρελθόν, αλλά δεν ξέρουμε πού ακριβώς θα προσγειωθεί. Τώρα μπαίνει το βίντεο, μπαίνει το AI, καινούργιοι τρόποι. Όμως η αξία του θεάτρου είναι ότι είναι κάτι χειροποίητο. Φτιάχνεται από ανθρώπους για ανθρώπους. Εγώ πιστεύω ότι θεατρική πράξη συμβαίνει όταν υπάρχει ένας ηθοποιός επί σκηνής και ένας θεατής. Αυτό είναι το απόλυτο μίνιμουμ. Να είσαι γυμνός πάνω στη σκηνή, χωρίς να μπορείς να κρυφτείς πίσω από κουίντες ή σκηνικά. Να είσαι εσύ, ο ρόλος, ο παρτενέρ σου, ο συγγραφέας και το κοινό. Και να συμβαίνει αυτό το μυστήριο της επικοινωνίας εδώ και τώρα. Αυτό είναι σχεδόν ανακουφιστικό. Δεν χρειάζονται πολλά για να συμβεί αυτή η μέθεξη και το μυστήριο της ένωσης των ψυχών».
Φεύγοντας για να μπει στην πρόβα, μου τονίζει τη χαρά της που επιστρέφει σε αυτό το έργο τόσα χρόνια μετά, αλλά και την ανυπομονησία της για την πρεμιέρα:
«Όταν παιζόταν η Φόνισσα επί τρία χρόνια, κάθε βράδυ σκεφτόμουν “τι ευλογία” να αναμετράται κανείς με αυτό το κείμενο. Τώρα έχω τόση ευτυχία που το συναντώ ξανά. Νιώθω –το ’χω ξαναπεί αυτό– σαν το άλογο που περιμένει ν’ ανοίξουν οι πόρτες για να τρέξει στην κούρσα! Αισθάνομαι μεγάλη χαρά που μου δόθηκαν οι συνθήκες να το ξανακάνουμε αυτό το έργο».
ΙΝFO
Έργον, Πρεμιέρα 1 Οκτωβρίου
Δείτε περισσότερα για την παράσταση στον city guide της Athens Voice
Δειτε περισσοτερα
Ένας κόσμος κρυμμένος πίσω από τις προσόψεις των παλιών σπιτιών, εκεί όπου κινούνταν οι οικιακές εργάτριες και αποτυπωνόταν ο κοινωνικός διαχωρισμός μιας άλλης εποχής
Ο δημιουργός μιλά για το νέο του άλμπουμ και τη σημασία της γυναικείας φωνής στη μουσική του
Όλα όσα συμβαίνουν όταν τελικά αυτοί οι δύο κόσμοι αποφασίζουν να μοιραστούν την ίδια σκηνή
Ο Οκτώβριος είναι ο μήνας που ξεκινά παραδοσιακά η σεζόν στα περισσότερα θέατρα
Στην Αίγινα, ένας νέος σεφ συναντά τον κόσμο μέσα από τη γεύση, κρατώντας την ελληνική παράδοση στο κέντρο της κουζίνας του. Μιλήσαμε μαζί του.