Χαβαλές, έρωτας, ελευθερία και ζωή χωρίς ενοχές
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
15°
Ξένια Καλογεροπούλου: «Ακόμα κι όταν σου μένουν δυο-τρεις μέρες για να ζήσεις… έχεις μέλλον»
Μια ζωή γεμάτη θέατρο, βιβλία, φίλους και την επιμονή να συνεχίζεις να ονειρεύεσαι
Έχω έρθει στο διαμέρισμα της Ξένιας Καλογεροπούλου στην οδό Αλκμάνος. Μένει εδώ από το 1989. Όταν το αγόρασαν, ήταν ακόμη μια πολυκατοικία στα μπετά, περνούσαν κάθε μέρα με τον Κωστή, το κοιτούσαν και το φαντάζονταν: «Η λέξη Αλκμάνος σημαίνει για εμάς τον παράδεισο. Τώρα είχαμε ένα σπίτι όπως το θέλαμε, με μπαλκόνι που να βλέπει το δάσος, την Ακρόπολη και, καμιά φορά, μέχρι τη θάλασσα», θα διάβαζα λίγες μέρες αργότερα στο βιβλίο της, που ούτε φανταζόμουν πόσο ωραίο είναι.
Με υποδέχτηκε η γλυκύτατη Λούντα, που μένει μαζί της. Μετά από λίγο ήρθε και η Ξένια Καλογεροπούλου, και κάθισε απέναντί μου. Στα 89 της χρόνια, παίζει ακόμα στο θέατρο. Εκείνη τη μέρα, όμως, μου φάνηκε καταπονημένη. Τη ρώτησα αν θα προτιμούσε να έρθω μια άλλη μέρα. «Όχι, καλό θα μου κάνει. Απλώς χθες έκανα πολλά πράγματα και παρακουράστηκα», μου είπε κοιτάζοντάς με με αυτά τα γνώριμα μάτια που δεν βλέπουν πια παρά ελάχιστα, έχοντας κληρονομήσει γλαύκωμα, «την αρρώστια του παππού».
Την είχα δει σε ένα reel στο fb να λέει κάτι που από τότε το είχα στο μυαλό μου. «Δεν μπορούμε να ζούμε χωρίς όνειρα. Το λέτε από τη θέση που είστε, αλλά ισχύει για τον καθένα μας», της είπα... «Εγώ αυτό που λέω καμιά φορά είναι ότι, ακόμα κι όταν έχεις μπροστά σου δυο-τρεις μέρες για να ζήσεις… έχεις μέλλον. Δηλαδή, κάτι πρέπει να κάνεις με αυτές τις μέρες. Κι έτσι παλεύω για διάφορα πράγματα. Τώρα που παίζω σε αυτή την παράσταση, το “Άρωμα γυναίκας” του Κωνσταντίνου Ασπιώτη, μου δίνει πολύ μεγάλη χαρά, αλλά είναι και πάρα πολύ μεγάλος κόπος».
Μου λέει για το βιβλίο που ετοιμάζει, ένα picture book, με τον ανιψιό της Φίλιππο Φωτιάδη. Το δούλεψαν μαζί πολύ καιρό και έχει τον τίτλο «Κουρελοσκουφού» από ένα παλιό σκανδιναβικό παραμύθι. Κι όχι μόνο αυτό, κάνει τόσα πράγματα.
«Είναι πια πέντε χρόνια που έχασα την όρασή μου. Και όταν χάνεις την όρασή σου, δεν είσαι ανεξάρτητος, περιορίζεσαι. Κάνω όμως διάφορα... Μέχρι πριν από λίγο καιρό κολυμπούσα στην πισίνα, τώρα με τις πρόβες το άφησα λιγάκι. Ακούω βιβλία βασικά, όλων των ειδών, τώρα ακούω τα “Απομνημονεύματα της Σερ”. Και πολύ ραδιόφωνο, αφού δεν μπορώ να δω τηλεόραση. Ακούω Τρίτο Πρόγραμμα, κι αυτόν που κάνει μια εκπομπή για τα βιβλία στο Πρώτο… πώς τον λένε…;» προσπαθεί να θυμηθεί. Δεν πειράζει, όλοι ξεχνάμε πια ονόματα.
Ήθελα να μιλήσω μαζί της για αυτή τη σοφία που έρχεται με τα χρόνια· την εξυπνάδα του ανήσυχου ανθρώπου· τον ευθύ και ειλικρινή τρόπο της· την ακεραιότητά της και αυτή την αμεσότητα που –κατάλαβα αργότερα– είχε όλη της τη ζωή· και μια ακριβοδίκαιη αυστηρότητα, πρώτα απ’ όλα απέναντι στον εαυτό της, με την οποία σε βάζει στη θέση σου χωρίς περιστροφές.
«Έχεις διαβάσει το “Γράμμα στον Κωστή”;»
«Όχι, θα το διαβάσω».
«Έχω αυτό, κι ένα άλλο που λέγεται “Πριν τα ξεχάσω” (εκδ. Πατάκη). Είναι δύο βιβλία αυτοβιογραφικά. Όταν έχασα τον άντρα μου, έγραφα δύο χρόνια αφού πέθανε, το άλλο το έγραψα αργότερα για να μιλήσω για τη δουλειά μου στο θέατρο για παιδιά».
Είχε κάνει και η ίδια τη δημοσιογράφο. Μου διηγήθηκε εκείνη την ιστορία από την εποχή που δεν είχε δουλειά στο θέατρο, όταν ένας φίλος της θα πήγαινε στην Ευρώπη με αυτοκίνητο για να κάνει μία ταινία. Πήγε, λοιπόν, και έκανε συνεντεύξεις με τον Βιτόριο ντε Σίκα, τον Τρεντινιάν, τον Ζορζ Μπαρό, με σπουδαίους θεατράνθρωπους και συγγραφείς. «Αλλά για να κάνω συνέντευξη με έναν συγγραφέα, αγόραζα πρώτα όλα του τα βιβλία και τα διάβαζα…». Το περιστατικό αυτό περιγράφει στο βιβλίο της, το οποίο μου έδωσαν φεύγοντας, 13η έκδοση.
«Τότε ο Ρούσσος Κούνδουρος θα πήγαινε με αυτοκίνητο για Ρώμη, Παρίσι και Λονδίνο για να προετοιμάσει μια ταινία που θα γύριζε για τον Μεγαλέξανδρο. Μαζί του και ο φίλος του Φρέντι Κάραμποτ. “Δεν έρχεσαι μαζί μας;” μου είπε. Μου ήρθε μια ιδέα. Πήγα και βρήκα τον Μάριο Πλωρίτη, που ετοιμαζόταν να βγάλει μια καινούργια εφημερίδα, τη Νίκη, και του πρότεινα να πάρω συνεντεύξεις από διάσημα πρόσωπα και να τις δώσω στην εφημερίδα του. Συμφωνήσαμε να μου δώσει 150 δραχμές για την καθεμία. Πίστευα ότι έτσι θα μπορούσα να επιστρέψω στον Ρούσσο τα χρήματα που θα ξόδευε για μένα στο ταξίδι. Και έτσι φύγαμε και οι τρεις. Περάσαμε από τη Ρώμη, όπου πήρα συνέντευξη από τον Βιτόριο ντε Σίκα και τον Εντουάρντο ντε Φίλιππο. Στο Παρίσι πήρα από τον Τρεντινιάν, τον Ζαν-Λουί Μπαρό, τον Σασά Πιτουέφ και κάποιον ακόμη».
Την είχα στο μυαλό μου για ηθοποιό, όχι για συγγραφέα. Λάθος! Οι ερωτήσεις μου ήταν ήδη απαντημένες, με κάθε λεπτομέρεια, στα βιβλία της. Κι όταν τη ρώτησα κάτι για το παιδικό θέατρο, μου είπε: «Είδες; Αν είχες διαβάσει το βιβλίο μου, θα το ήξερες».
Έξι μήνες μετά τον θάνατο του συζύγου της, το 2013, μια πολύ δύσκολη χρονιά, άρχισε να γράφει ένα γράμμα 366 σελίδων, που ξεκινά «Κωστή, αγάπη μου» και τελειώνει «η Ξένια σου». Ήταν ένας τρόπος να τον κρατήσει μέσα της όσο πιο ζωντανό στα χρόνια που έμεναν. Εκεί μέσα χωράει τα παιδικά της χρόνια, όσα έζησε πριν τον γνωρίσει, την κοινή τους ζωή. Αφηγείται τις χαρές και τις δυσκολίες, εξομολογείται λάθη και μεταμέλειες, μιλά για τα σκαμπανεβάσματα της σχέσης της με τον Γιάννη Φέρτη, με τον οποίο ήταν παντρεμένη από το 1964 μέχρι το 1975 που μπήκε στη ζωή της ο κριτικός και μεταφραστής Κωστής Σκαλιόρας, για τα όνειρα που είχε όταν ξεκινούσε ως ηθοποιός, για τα παιδιά που ήθελε τόσο πολύ αλλά δεν κατάφερε να κάνει, για τις φιλοδοξίες της όταν άρχισε να φτιάχνει το δικό της θέατρο.
Γραφή άμεση, ζεστή, ενίοτε αστεία, όπως και η ίδια. Δεν γίνεται να μην την αγαπήσεις. Σαν να ακούς τη φωνή της στο κεφάλι σου, ή να την έχεις εκεί, απέναντί σου, να αφηγείται μια ολόκληρη εποχή.
Δεν μας γνωρίζει μόνο αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο και διανοούμενο με τον οποίο έζησαν μαζί 37 χρόνια. Με τα μικρά τους ονόματα παρελαύνει η πνευματική και καλλιτεχνική Αθήνα των μέσων του 20ού αιώνα: η παιδική της φίλη Μαρίνα Καραγάτση και ο πατέρας της στο σπίτι τους, τα Σημιτάκια, που έκαναν παρέα στις διακοπές, ο Τσαρούχης, που τους έκανε δώρο στον πρώτο της γάμο εκείνον τον πίνακα, η κολλητή της μια ζωή Άλκη Ζέη, η φίλη της μητέρας της Αμαλία Φλέμινγκ και ο Αλέξανδρος Φλέμιγκ, ο Ροζέ Μιλλιέξ, διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου, ο Διονύσης Φωτόπουλος, ο Τίτος Πατρίκιος με την οικογένειά του, ο κουμπάρος τους Παύλος Ζάννας και επιστήθιος φίλος του Κωστή, ο Νίκος Σβορώνος, ο Δημήτρης Μαρωνίτης, η Μελίνα Μερκούρη και ο Τζούλης, ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Μάριος Πλωρίτης, ο συνεργάτης της και αγαπημένος φίλος Σταμάτης Φασουλής, η φίλη της Μπέτυ Αρβανίτη… Αλλά και ζωγράφοι όπως ο Ζογγολόπουλος, ο Παρθένης, ο Περικλής Βυζάντιος (τα καλοκαίρια πήγαιναν με τη μητέρα της στο Παράρτημα Καλών Τεχνών στην Ύδρα, εξού και αυτός ο πίνακας που την απεικονίζει έφηβη), ο θείος και η θεία της μαμάς της Γιώργος Οικονομίδης, σημαντικός χαράκτης, και Σοφία Λασκαρίδου, η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος. Κάπου κάπου, παρεμβάλλονται ποιήματα και σκέψεις του Κωστή Σκαλιόρα: τα λόγια ενός σκεπτόμενου ανθρώπου, επίσης τρυφερού, με χιούμορ, που τόσο την αγάπησε… Ήταν όλα αμοιβαία. Το σκέφτεσαι συνέχεια καθώς διαβάζεις: τι ωραίο ζευγάρι, πόσο πλούσια ζωή.
Παίζοντας τη θεία του τυφλού στο «Άρωμα Γυναίκας»
Πέρσι έπαιζε στην παράσταση του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη «The Humans». Φέτος, στο «Άρωμα Γυναίκας», στο Θέατρο Βρετάνια, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ασπιώτη, με πρωταγωνιστή τον Άκη Σακελλαρίου, τον Προκόπη Αγαθοκλέους και άλλους εξαιρετικούς, όπως τους χαρακτηρίζει, ηθοποιούς.
Η Ξένια Καλογεροπούλου εμφανίζεται στον ρόλο μιας γυναίκας με ιδιαίτερο ταμπεραμέντο και λεπτή αίσθηση του χιούμορ. Η παρουσία της φωτίζει πλευρές του ήρωα και θέτει τον συναισθηματικό τόνο του έργου.
«Είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένη από την παράσταση. Ο ρόλος μου δεν είναι μεγάλος, αλλά είναι γουστόζικος, κάνω τη θεία του τυφλού, και μ’ αρέσει γιατί είναι λίγο αστείος. Αλλά είναι και η παρέα καταπληκτική, όλοι τους αξιαγάπητοι. Καταρχάς ο Κωνσταντίνος είναι υπέροχος σκηνοθέτης, αλλά είναι και πάρα πολύ αξιαγάπητος, και του είμαι τρομερά ευγνώμων, όχι μόνο γιατί μου πρότεινε τον ρόλο, αλλά κυρίως για τον τρόπο που με αντιμετωπίζει.
Δηλαδή; «Να, έχει ένα ιδιαίτερο ταλέντο στις σχέσεις του με τους ανθρώπους, με τρυφερότητα, με κατανόηση... Εκτός από τον Κωνσταντίνο, έπεσα σε μία αγκαλιά ανθρώπων. Και οι άλλοι ηθοποιοί, και ο Άκης και ο Προκόπης αλλά και τα τέσσερα κορίτσια με έχουν σαν να είμαι το παιδάκι τους. Εγώ δυσκολεύομαι τρομερά με το θέατρο, έχει κάτι φοβερές σκάλες και είναι μαρτύριο να τις ανεβαίνεις όταν είσαι λίγο… μεγαλούλα». (γελάει)
Μου λέει πόσο πολύ τη βοηθούν σε όλα. «Τα κορίτσια με γδύνουν, με ντύνουν, τακτοποιούν τα πράγματά μου, μου βάζουν ένα κατάλληλο φως να κάνω τις ασκήσεις μου, τι να σου πω… με τέτοια τρυφερότητα και αγάπη... Είναι 11 ηθοποιοί, όλοι πάρα πολύ καλοί. Αλλά είναι και το θέατρο τεράστιο, και αλλάζουν πολλά σκηνικά, επειδή η ιστορία διαδραματίζεται σε πολλούς χώρους. Και επειδή πίσω από τη σκηνή είναι πολύ σκοτεινά, και εγώ δεν βλέπω που δεν βλέπω… να, εσένα τώρα σε βλέπω, φοράς ένα μπεζ και ένα άσπρο, βλέπω τα μαλλιά σου τα μακριά… Αλλά πίσω από τη σκηνή είναι πίσσα σκοτάδι. Τα κορίτσια με παίρνουν από το χεράκι, γιατί πρέπει να κατεβαίνω από το καμαρίνι, να πηγαίνω στη σκηνή να παίζω και μετά να ανεβαίνω πάλι από αυτές τις δαιμονισμένες σκάλες. Η δε Μαριάννα φορά ένα κοστούμι που είναι σκελετός και με οδηγεί ένας σκελετός μέσα στο σκοτάδι…» Παύση. «Και πώς σας φαίνεται αυτό;» «Μου φαίνεται… τρομακτικό. Και αστείο!» λέει και γελάει.
«Είναι μια περιπέτεια όλο αυτό. Αλλά είναι πάρα πολύ γλυκά, και για μένα αυτό είναι σπουδαίο». Το έργο, που έγινε ευρέως γνωστό από τον κινηματογράφο, ένας ύμνος ανάμεσα σε άλλα στην ανδρική φιλία, είναι απολαυστικό και θα παίζεται μέχρι και τις 22 Φεβρουαρίου.
Της λέω και για το «Περιμένοντας τον Γκοντό» που είδα την άνοιξη στο Θέατρο Πόρτα, και πόσο ωραίο είναι το θέατρο όταν σε ωθεί να αναμετρηθείς με τον εαυτό σου και την ανθρώπινη συνθήκη. «Χαίρομαι! Ο Θωμάς Μοσχόπουλος, που το σκηνοθέτησε, είναι συνεργάτης μου πολλά χρόνια, από τότε που ήταν μικρός. Και εγώ αυτό το θέατρο, που είναι δικό μου, του το ’χω δώσει κατά κάποιον τρόπο να το δουλεύει εκείνος, να κάνει ό,τι νομίζει, και με κάνει πολύ χαρούμενη αυτό».
Ο «Οδυσσεβάχ» και τα τραγούδια του Σαββόπουλου | Ένα καινούργιο θέατρο για παιδιά
Την ξέρουμε όλοι από τις ελληνικές ταινίες. Είναι ωστόσο ο άνθρωπος που εφηύρε στην Ελλάδα το θέατρο για παιδιά. Όσο η γάτα της, η Μαρούλα, έρχεται κοντά να τη χαϊδέψουμε, τη ρωτάω πώς ξεκίνησε όλο αυτό.
«Κοίταξε, ήτανε δικτατορία, η ατμόσφαιρα ήταν πολύ βαριά, και ήθελα να κάνω κάτι καινούργιο, φρέσκο. Σκέφτηκα να κάνω θέατρο για παιδιά, κάτι που δεν είχα δει ποτέ μου. Θυμάμαι, τρώγαμε σε μια ψαροταβέρνα με τον φίλο μου τον Σταμάτη Φασουλή. Και του λέω: “Ρε Σταμάτη, δεν θα ’ταν ωραίο να κάνουμε μια παράσταση για παιδιά; Να δούμε πώς θα είναι;” Μου πρότεινε λοιπόν να συνεργαστούμε με κάποιους ηθοποιούς από το Ελεύθερο Θέατρο – το 1972 ήταν. Μαζεύτηκε ένας θίασος καταπληκτικός, και ήταν ένα γεγονός αυτή η παράσταση».
Είχε πράγματι εξαιρετική επιτυχία, καθώς κάτι τέτοιο δεν είχε ξαναγίνει στην Αθήνα. Αυτή η θριαμβευτική χρόνια πάντως τελείωσε δραματικά. «Την Κυριακή των Βαΐων ήρθαν και συλλάβανε κάποιους από τους ηθοποιούς γιατί είχαν μοιράσει προκηρύξεις, κι έτσι ματαιώθηκε η τελευταία παράσταση του “Πινόκιο”». Την επόμενη χρονιά ανέβασαν τον «Μορμόλη», με τραγούδια του Γιάννη Σπανού, σκηνικά του Διονύση Φωτόπουλου και ζωγραφικά στοιχεία στο σκηνικό του μικρούλη τότε Δημήτρη Τάρλοου. Και αυτή ήταν επεισοδιακή, καθώς τη βραδιά του Πολυτεχνείου το θέατρο γέμισε τρομοκρατημένους ανθρώπους, ενώ τις επόμενες μέρες κυκλοφορούσαν στην Αθήνα τα τανκς.
«Μετά ευτυχώς έγινε η μεταπολίτευση και με κάλεσαν σε ένα φεστιβάλ παιδικού θεάτρου στο Βερολίνο, που το εγκαινίαζε μια παράστασή μου. Εκεί ανακάλυψα ότι το παιδικό θέατρο μπορεί να είναι κάτι πολύ πιο σημαντικό απ’ ό,τι νόμιζα. Έπαθα μια πολύ μεγάλη υπερδιέγερση και επιθυμία να κάνω κάτι διαφορετικό και έτσι έγραψα τον “Οδυσσεβάχ”, που έκανε μια μεγάλη καριέρα και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και έχει παιχτεί Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Ρουμανία και αλλού…»
― Με τον Διονύση Σαββόπουλο είχατε καλή συνεργασία;
Ήταν μια περίεργη συνεργασία. Εμένα το όνειρό μου ήταν να κάνω μια παράσταση με τον Σαββόπουλο, επειδή τον θαύμαζα πολύ, και τον γνώριζα επειδή ήμασταν γείτονες στο Πήλιο – είχε ένα σπίτι στο Μούρεσι, το οποίο κάηκε (σ.σ. Το σπίτι της στις Μηλιές είναι ένα ολόκληρο κεφάλαιο της ζωής της). Όταν τελείωσα τον “Οδυσσεβάχ” εκείνος ήταν στο Πήλιο, ήταν χειμώνας. Πήρα το αυτοκίνητο, πήγα και του το διάβασα. Ήταν κάπως άκεφος και δεν μου είπε τίποτα, αν του άρεσε ή αν δεν του άρεσε. “Θα το σκεφτώ και θα σου πω”. Γύρισα στην Αθήνα, πέρασε καιρός, κι όταν κάποια στιγμή του τηλεφώνησα μου είπε: “Τα τραγούδια είναι έτοιμα, τα ηχογράφησα σε μια κασέτα, μπορείτε να τα πάρετε”. Τα οποία μου άρεσαν πολύ, και συνδεθήκαμε έτσι με αυτό το έργο. Τρία χρόνια μετά έγραψα την “Ελίζα”, που είχε μεγάλη επιτυχία, και μετά το “Σκλαβί”, από ένα λαϊκό παραμύθι της Σύμης – είναι καταπληκτικά τα τραγούδια που έχουν γραφτεί και για αυτή την παράσταση. Η Νικολακοπούλου έκανε τους στίχους και ο Κηπουργός τη μουσική. Τα έχουν πει καταπληκτικοί τραγουδιστές· ένα νανούρισμα το έχει τραγουδήσει ο Αηδονίδης, που πέθανε πρόσφατα. Μετά έγραψα διάφορα άλλα έργα μαζί με τον Θωμά Μοσχόπουλο…
― Και πώς σκέφτεστε το θέατρο για παιδιά;
Το σκέφτομαι όπως σκέφτομαι και τα έργα για μεγάλους. Τίποτε να μην εξηγεί, να τα κάνεις έτσι που να τα μαντεύουν οι θεατές, να είναι γεμάτα μυστικά.
― Θα έχετε πάρει πολλή χαρά από την επαφή με τα παιδιά όλα αυτά τα χρόνια.
Μεγάλη χαρά. Βέβαια ήταν και δύσκολα. Τα πρώτα χρόνια δεν είχε ξαναγίνει θέατρο για παιδιά. Και όταν έκανα περιοδείες, πήγαινα πρώτα να διαφημίσω την παράσταση σε σχολεία, να πείσω τους δασκάλους να με αφήσουν να μοιράσω διαφημιστικό υλικό. Γύριζα όλη την Ελλάδα έτσι.
Έπαιρνα το αυτοκίνητο και πήγαινα στην Καλαμάτα, στο Ηράκλειο… Αν έφτανα την ώρα της προσευχής, έβρισκα τους δασκάλους. Μετά έκλειναν οι πόρτες για μάθημα, και έπρεπε να βρω τον διευθυντή. Και πολλές φορές σκαρφάλωνα τις καγκελόπορτες για να μπω μέσα. Κάποιες φορές με δέχονταν συμπαθητικά γιατί με ήξεραν σαν ηθοποιό, αλλά τη δουλειά μου στο θέατρο δεν την ήξεραν. Κάποιες φορές μού φέρονταν πολύ άσχημα. Μια φορά μια διευθύντρια μού είπε “ποιος θα προστατεύσει τα παιδιά μας από εσάς;” Ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Είχα τρομερή κούραση και μεγάλη στεναχώρια, γιατί κάθε φορά που πήγαινα κάπου δεν ήξερα πώς θα με δεχτούν. Το έκανα όλο αυτό για κάποια χρόνια, έπρεπε να ζήσω κιόλας».
Μου λέει ότι είχε πολύ μεγάλη αγωνία για τα χρήματα και τη διαχείριση του θεάτρου, κι ότι δεν είναι πολύ καλή στα οικονομικά. Κάποια στιγμή, όμως, τα κατάφερε, απέκτησε το δικό της θέατρο.
Είχε πολύ μεγάλη αγωνία για τα χρήματα και τη διαχείριση του θεάτρου, κι όπως μου είπε, δεν είναι πολύ καλή στα οικονομικά. Κάποια στιγμή, όμως, τα κατάφερε, απέκτησε το δικό της θέατρο.
«Ονειρευόμουν να έχω ένα θέατρο δικό μου, να μην περιμένω από άλλους. Μια μέρα με πλησίασε ένας μεσίτης: “Υπάρχει ένα σινεμά, το Odeon, στη Μεσογείων, που πουλιέται πάρα πολύ φθηνά”. Πήγα να το δω και το πουλούσαν όντως σε τιμή διαμερίσματος. Εγώ είχα χρήματα από ένα διαμέρισμα που είχα κληρονομήσει από τον μπαμπά μου, και τελικά το αγόρασα. Δανείστηκα, βέβαια, είχα πολλά χρέη… Αλλά είμαι πάρα πολύ περήφανη, γιατί είναι πολύ ωραίο θέατρο, το είδες κιόλας»
Παίζοντας με τον Ίθαν Χοκ
Υπήρξε όμως και ηθοποιός του κινηματογράφου. Χάρη στις ελληνικές ταινίες έγινε πολύ αγαπητή σε ένα πολύ μεγάλο κοινό, όχι πάντα για τους λόγους που θα ήθελε. «Όχι ότι δεν με ζεσταίνει και δεν με συγκινεί η αγάπη τους. Συχνά όμως νιώθω ότι αγαπούν κάτι που δε με αφορά. Χαίρομαι πολύ περισσότερο όταν νιώθω ότι αναγνωρίζονται όσα έχω κάνει σε πιο προχωρημένη ηλικία» γράφει στο βιβλίο της.
Τη ρωτάω για αυτή την άλλη της πλευρά. «Κοίταξε, τον κινηματογράφο τον αγαπούσα και τον αγαπάω τρομερά. Έχω κάνει 40 ταινίες (τις 39 μέχρι το 1972), αλλά πολλές τις έκανα από ανάγκη, για να συντηρήσω το θέατρο. Έκανα και μερικές που ήτανε καλές, αλλά τότε το σινεμά δεν ήταν όπως το ονειρευόμουν. Κι αυτό το πρόλαβα ευτυχώς στο τσακ, στα 76 μου. Έχω κάνει μία ταινία τέτοια, το “Πριν τα μεσάνυχτα” του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ (η τρίτη ταινία της τριλογίας, “Πριν το ξημέρωμα”, “Πριν το ηλιοβασίλεμα”). Ήταν μια φοβερή συνεργασία με τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς, τον Ίθαν Χοκ και τη Ζουλί Ντελπί. Γυρίσαμε τη σκηνή στην Καρδαμύλη, και μάλιστα ο ρόλος μου ήταν ένας μονόλογος, τον οποίο δούλεψα κι εγώ σαν κείμενο. Ήταν κάτι υπέροχο, το σινεμά όπως το ονειρευόμουν».
Το λέει κι αμέσως κάνει τη σύγκριση: «Ενώ στο ελληνικό σινεμά η ιστορία ήταν πολύ συχνά “άντε να τελειώνουμε”. Πήγαινα, έκανα το γύρισμα κι έφευγα. Πολλούς ηθοποιούς με τους οποίους δουλέψαμε μαζί δεν τους γνώρισα καν. Ήταν και λίγο συνταγές. Τα χειρότερα ήταν τα μελό». Η αγαπημένη της είναι η πρώτη της επαγγελματική ταινία, «Η κυρά μας η μαμή», και την οφείλει στον Μάνο Χατζιδάκι που της πρότεινε τον ρόλο.
― Τι ήταν αυτό που έλειπε και λέτε «ευτυχώς το πρόλαβα»;
Καταρχήν το επίπεδο των ανθρώπων. Υπήρχε φοβερό μεράκι και τρομερή συνεργασία, ήμασταν όλοι μαζί για να κάνουμε κάτι. Όταν τελειώσαμε, μου είπε ο Ίθαν Χοκ: «Ήταν ευλογία να σε έχουμε εδώ μαζί μας», κι εγώ του έλεγα: «Όχι, είναι ευλογία για μένα». Ήταν ένας άλλος κόσμος! Κι εγώ σ’ αυτό το διάστημα είχα προχωρήσει σαν ηθοποιός. Δηλαδή τα τελευταία χρόνια νομίζω ότι είμαι πολύ καλύτερη απ’ ό,τι ήμουν παλιά. Έκλεισα τα 89, αλλά τώρα αισθάνομαι ότι έχω μάθει τη δουλειά μου… λίγο αργά, αλλά πρόλαβα». (γελάει)
Μου λέει ότι πολλά πράγματα δεν τα κατάλαβε παρά μόνο πολύ αργότερα. Όπως; «Πώς να αντιμετωπίσεις έναν ρόλο. Μέσα σου τι πρέπει να γίνεται, και σε σχέση με αυτούς που είναι απέναντί σου – τους άλλους ηθοποιούς, τον σκηνοθέτη. Έπαιξα τελευταία και σε μια ταινία μικρού μήκους, μιας νέας σκηνοθέτριας, της Στέλλας Σερέφογλου, που την αγάπησα πολύ. Ήταν μια ταινία για μερικά λεπτά, αλλά εγώ εκεί ξέρω ότι ήμουνα καλή. Είναι η τελευταία που έκανα ενώ έβλεπα κανονικά».
Η παιδική ηλικία
Η Ξένια Καλογεροπούλου γεννήθηκε το 1936 στην Αθήνα, έζησε τα παιδικά της χρόνια στο Ψυχικό και από το 1948, μετά τον χωρισμό των γονιών της, έμεινε με τη μητέρα της, τη ζωγράφο Ίρα Οικονομίδου, σε δωμάτια που νοίκιαζαν σε διαμερίσματα στην Κυψέλη. Τη δεκαετία του 1950, στα 18 της, μετακόμισαν μαζί στο Λονδίνο, όπου σπούδασε στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα, οπότε και ασχολήθηκε επαγγελματικά με το θέατρο και εμφανίστηκε σε ελληνικές και ξένες κινηματογραφικές ταινίες. Το 1972 ίδρυσε θίασο παραστάσεων για παιδιά, τη «Μικρή Πόρτα», πρωτοπόρος στον χώρο του παιδικού θεάτρου, που βρήκε μόνιμη στέγη το 1984 στο θέατρο Πόρτα.
― Αυτή την παιδεία που έχετε πώς την αποκτήσατε;
Κοίταξε, εγώ μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου η μάνα μου ήτανε ζωγράφος (σ.σ. η μητέρα της ήρθε στην Ελλάδα πρόσφυγας, με την οικογένειά της, 12 χρονών από την Αγία Πετρούπολη, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση). Και ο πατέρας μου ήταν βιβλιόφιλος. Νονός μου ήταν ο κύριος Κάουφμαν, που είχε το γαλλικό βιβλιοπωλείο στη Σταδίου. Λοιπόν, εγώ από μικρούλα πήγαινα στο βιβλιοπωλείο του νονού μου και μου έλεγε πάρε ό,τι βιβλία θες. Και διάβαζα βιβλία και για μικρούς και για μεγάλους. Είχα στο σπίτι μια δασκάλα Γαλλίδα και έμαθα να διαβάζω πρώτα στα γαλλικά, και όταν πήγα στο σχολείο είχα διαβάσει ήδη πολλά βιβλία. Ένα από το αγαπημένα μου, όταν ήμουν εννιά χρονών, ήταν η «Μαντάμ Μποβαρύ» στο πρωτότυπο. Ούτε ήξερε κανείς τι διάβαζα, εγώ διάβαζα συνέχεια, όλη μου τη ζωή – και τώρα ακούω.
Πριν κλείσει τα 12 είχε μια μεγάλη βιβλιοθήκη με γαλλικά βιβλία. Εκτός από Φλομπέρ, είχε διαβάσει σχεδόν όλους τους Γάλλους του 19ου αιώνα: Μπαλζάκ, Ουγκό, Σταντάλ, Αλέξανδρο Δουμά, Ιούλιο Βερν, Γεωργία Σάνδη, Εδμόνδο Ροστάν και πολλούς άλλους.
Στο «Γράμμα στον Κωστή» υπάρχουν πολλές αφηγήσεις από την Κατοχή. Τη ρωτάω για εκείνα τα χρόνια. «Είμαι προπολεμική. Και θυμάμαι πολλά πράγματα από τότε. Είχαμε έναν υπέροχο κήπο, και εκεί καθόμασταν με τη μαμά μου και τη δασκάλα μου. Ήμουν 4 χρονών, ξαφνικά άκουσα ένα μπουμπουνητό και λέω θα βρέξει; Ο ουρανός ήταν καθαρός. Μου λένε, όχι, δεν θα βρέξει, έχουμε πόλεμο. Βέβαια εγώ έμενα στο Ψυχικό, δεν είδα τους ανθρώπους να πεθαίνουν στον δρόμο. Και μετά την απελευθέρωση δεν ήταν όπως το φανταζόμασταν...»
Μερικές φορές σταματάει, θυμάται κάτι… «Μου είχε χαρίσει ο νονός μου μια υπέροχη κούκλα, και την έβγαζα περίπατο και αισθανόμουν ότι έχω και το παιδί μου, αλλά αυτή έπεσε χάμω κι έσπασε το κεφάλι της. Ήταν Σεπτέμβρης του ’40, μετά από λίγες μέρες ξέσπασε ο πόλεμος και δεν μου πήραν άλλη, κι ήταν πολύ τραυματικό αυτό για μένα. Το πραγματικά τραυματικό, βέβαια, ήταν όταν χώρισαν οι γονείς μου, 12 χρονών, στα γενέθλιά μου, φύγαμε από αυτό το υπέροχο σπίτι και περάσαμε με τη μαμά μου πολύ δύσκολα».
Είναι συναρπαστικό και αυτό το κεφάλαιο της ζωής της. Τα δύσκολα χρόνια στην Κυψέλη, και μετά οι σπουδές στο Λονδίνο, μαζί με τη μητέρα της, οι περιοδείες με αυτό τον γαλλικό θίασο σε 100 πόλεις της Μεγάλης Βρετανίας παίζοντας Μολιέρο, και μετά στην Ελλάδα με τον θίασο του Μίμη Φωτόπουλου. Θα τα βρείτε όλα αυτά στο βιβλίο της, όπως και πολλά άλλα. Όσο για τον δικό μου χρόνο μαζί της, εκείνο το πρωινό που ήταν τόσο κουρασμένη –και παρ’ όλα αυτά έκατσε τόση ώρα και μου μίλησε–, έφτανε στο τέλος του. Ήξερα πόση σημασία δίνει στη φιλία...
Οι καινούργιοι φίλοι
― Να πούμε λίγα πράγματα και για τους φίλους;
Είχα υπέροχους φίλους, όπως η Άλκη Ζέη, κι άλλους που δεν υπάρχουν πια. Και ενώ λένε ότι οι φίλοι είναι αυτοί που αποκτάς στα νιάτα σου, εγώ κάνω συνεχώς καινούργιους φίλους… Τώρα έχω εξαιρετικές φιλίες –να χτυπήσω ξύλο– με ανθρώπους 30-40 χρονών, που είναι πραγματικά πάρα πολύ κοντά μου. Νέους ανθρώπους, που τους καμαρώνω, και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που τους γνωρίζω, γιατί έχουν φοβερά προσόντα και στο μυαλό και στην ψυχή. Μόνο που δεν έχουμε καιρό, ούτε εγώ ούτε εκείνοι. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που είναι νέοι και ταλαντούχοι, δουλεύουν, δεν έχουν πολύ χρόνο, όχι μόνο για μένα, για τίποτα.
Αλλά υπάρχει γύρω μου πολλή αγάπη και κατανόηση. Αυτό είναι το καταπληκτικό, να μοιράζεσαι με τους ανθρώπους –ενθουσιασμό, προβλήματα, σκέψεις– σε αυτή την ηλικία. Θα μπορούσε να μη μου συμβαίνει…
Το πρόσωπό της σκοτεινιάζει.
«Ήτανε μια κυρία που μου τηλεφωνούσε, και ήταν τυφλή. Εντελώς τυφλή, όχι σαν κι εμένα που βλέπω κάπως. Αλλά αυτή δεν είχε κανέναν: ούτε συγγενείς ούτε φίλους. Είχε μόνο μία γατούλα. Και μου τηλεφωνούσε για να κουβεντιάζουμε. Και ζούσε έτσι, στα σκοτάδια, ολομόναχη. Της έφερναν μερικά πράγματα και της άφηναν κάτι να φάει, αλλά δεν είχε περιθώρια για τίποτα, και με έπαιρνε για παρηγοριά. Τι παρηγοριά να της έδινα… δεν μπορούσε τίποτα να κάνει. Κάποια στιγμή της ψόφησε το γατάκι, και ήταν απελπισμένη. Δεν ξαναμιλήσαμε. Ίσως την πήραν σε κάποιο ίδρυμα. Αλλά χωρίς να την ξέρω, τη σκέφτομαι, την καημένη. Είναι πολλοί άνθρωποι που ζούνε έτσι, πολύ μόνοι. Ευτυχώς δεν μου συμβαίνει αυτό εμένα».
― Υπάρχει κάτι για το οποίο μετανιώνετε στη ζωή σας; Ή δεν χρειάζεται να μετανιώνουμε;
Δεν θέλει να μετανιώνεις. Αλλά εγώ έκανα ένα λάθος που σπούδασα στην Αγγλία. Η σχολή αυτή, που ήταν διάσημη, ήταν ωστόσο πάρα πολύ κακή. Δεν έμαθα τίποτα εκεί. Εγώ ήθελα να πάω στο Θέατρο Τέχνης, αλλά ο μπαμπάς μου δεν με άφησε. Δεν ξεκίνησα καλά τα πρώτα μου χρόνια. Ούτε οι πρώτες μου δουλειές, ούτε οι σπουδές… Μετά βρήκα τον εαυτό μου σιγά σιγά. Αλλά οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάζομαι είναι εξαιρετικοί.
― Πείτε μας, ποιους θεωρείτε δασκάλους σας;
Ένας είναι ο Μοσχόπουλος. Υποτίθεται ότι είναι μαθητής μου, αλλά εγώ τον θεωρώ και δάσκαλό μου. Και άλλους φίλους, όπως τον Σταμάτη Φασουλή, που ήταν πάντα δίπλα μου. Για κάποια χρόνια σκηνοθετούσαμε μαζί, κι όταν κατάλαβα ότι εγώ ήμουν περιττή, σκηνοθετούσε πια μόνος του. Και άλλους, που μπορεί να μην τους ξέρεις. Την Πέγκυ Στεφανίδου, μια υπέροχη γυναίκα, με την οποία είχαμε ιδρύσει το θεατρικό εργαστήρι για παιδιά και για μεγάλους. Ήταν καταπληκτικό, αλλά για διάφορους λόγους διαλύθηκε κι εκείνη είναι τώρα στη Γερμανία. Όλοι αυτοί μπορεί να ξεκίνησαν σαν μαθητές μου, αλλά είναι δάσκαλοί μου.
― Είναι ωραίο να είμαστε χρήσιμοι ο ένας στον άλλον, έτσι δεν προχωράμε στη ζωή;
Εμένα τώρα δεν μου μένει πια πολλή ζωή, μπήκα στα 90. Αλλά έχω γύρω μου ανθρώπους που μ’ αγαπάνε και τους αγαπάω και που μπορούμε να μοιραζόμαστε πράγματα. Κι αυτό μου φτάνει. Κοίταξε, έζησα κι έκανα πολλά ωραία πράγματα, που με ενδιέφεραν, με ωραίους ανθρώπους – και κάνω ακόμα και τώρα. Όσο έχω την υγεία μου. Πάω στην πισίνα, για να βοηθήσω τον εαυτό μου, έκανα πιλάτες μέχρι πριν λίγες μέρες, τώρα δεν προλαβαίνω. Αλλά προχθές έπεσα και χτύπησα. Έχω εδώ τη Λούντα, που με περιποιείται και είναι πολύ καλή. Αλλά έχω μια τάση να είμαι λίγο βιαστική. Η μάνα μου ήταν έτσι, την έλεγαν «η κυρία πι και φι». Και όταν δεν μπορείς να δεις καλά και είσαι μεγάλος, είναι πρόβλημα να είσαι πι και φι.
Σηκώνεται να πάει να ξεκουραστεί. «Έλα να δεις την παράσταση…»
Δειτε περισσοτερα
Η συναρπαστική ζωή της, όπως μας την αφηγήθηκε
H φωτογραφία μέσα από τη ζωή, τον θάνατο και τα πάντα ανάμεσά τους
Όσα έμαθε, όσα άφησε πίσω και όσα εξακολουθεί να αναζητά
Ταξιδέψαμε μέχρι το Παρίσι, μιλήσαμε με τον Δημιουργικό Διευθυντή της Swatch και φτιάξαμε κάτι που... δεν μπορείς να αντιγράψεις
Η γυναίκα που αρνήθηκε να γίνει μούσα και μετέτρεψε τη ζωή της σε έργο τέχνης