- CITY GUIDE
- PODCAST
-
14°
Ένα σκεπτικό για την αξιολόγηση των παραστάσεων
Η ίδια η πράξη της κριτικής και η ίδια η παράσταση θέτουν τους όρους της αξιολόγησης, της κατάταξης και της επιβίωσής τους
Οι θεατρικές παραστάσεις και η αρνητική/ελεγκτική/επιφυλακτική κριτική τους.
Από την ημέρα που ολοκλήρωσε τον κύκλο της και αυτή η θεατρική (καλοκαιρινή) σεζόν, παρακολουθούμε ένα μπρα ντε φερ απόδοσης (ή αφαίρεσης) ευσήμων. Γνώριμο φινάλε. Η αγωνία της τακτοποίησης, η τοποθέτηση των θεατρικών πεπραγμένων του φεστιβαλικού (και όχι μόνο) θέρους σε ευανάγνωστα κουτάκια. Η ώρα του απολογισμού, όπου όλοι έχουν να (αντι)προτείνουν και κάτι, του τύπου: «Αυτή η παράσταση ήταν μακράν η καλύτερη, αυτή μακράν η χειρότερη, αυτή κάπου στη μέση, αυτή αδιάφορη, αυτή απογοητευτική, αυτή έτσι, αυτή αλλιώς» και πάει λέγοντας. Όλα αναμενόμενα. Πάντοτε. Συνεπώς, λογικός και ο ισχυρισμός που λέει ότι από τη στιγμή που είναι δυσεύρετη η «μία» κοινή, ενοποιητική αλήθεια των τελικών κρίσεων (και επικρίσεων), καμιά παράσταση δεν είναι πρώτη και καμιά τελευταία. Όλες είναι (και δεν είναι) κάπου ενταγμένες στη σκάλα αξιών, του καθενός, της καθεμιάς.
Προφανώς και δεν είναι ενοχλητική αυτή η διασπορά, ο πληθυντικός των αναγνώσεων και η απουσία σύγκλισης. Το αντίθετο, θα έλεγα. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να υπάρξει εκείνη η συνεύρεση σε κάποιο ιδεατό κέντρο ομοιομορφίας που να σφραγίζει οριστικά το θέμα, όταν κάθε κατάταξη/αξιολόγηση είναι ζήτημα προσωπικών θέσεων, γνώσεων, εμπειρίας, παιδείας, ενημέρωσης, εμμονών, αγκυλώσεων, πιστεύω, συμφερόντων πολλές φορές όπως και δημοσίων σχέσεων, εξυπηρετήσεων, συμπαθειών και αντιπαθειών του εκάστοτε κρίνοντος; Όλα λοιπόν πιθανά και ανοικτά. Κάτι βέβαια που δεν ενδιαφέρει τους ίδιους τους καλλιτέχνες, οι οποίοι καραδοκούν να αγκαλιάσουν μία κριτική που ποικιλοτρόπως τους βολεύει/συμφέρει, προκειμένου να την περιφέρουν από site σε site και από το ένα διαφημιστικό flyer στο άλλο, προς ενίσχυση της εμπορικής αξίας του καλλιτεχνήματός τους, χωρίς να δίνουν και ιδιαίτερη σημασία ποιος την υπογράφει. Καταλαβαίνω απόλυτα την αγωνία τους. Ηλίου φαεινότερο ότι πρέπει να κάνουν κάτι να επιβιώσουν οικονομικά σε μια αγορά σκληρή και ανταγωνιστική. Έχουν ανάγκη την έξωθεν καλή μαρτυρία, κάποιο εγκωμιαστικό «διαβατήριο» περιπλάνησης στις αγορές του τόπου. Απλώς, στο σημείο αυτό, θα ήθελα να προσθέσω και το σκεπτικό μιας αντιπρότασης:
Μια αρνητική/ελεγκτική/επιφυλακτική κριτική, εφόσον
- είναι καλοπροαίρετη, εμπεριστατωμένη, ενημερωμένη, γενναιόδωρη, υποψιασμένη και ισορροπημένη,
- προδίδει με τις τοποθετήσεις της βαθιά γνώση/κατανόηση του αντικειμένου και φυσικά αγάπη για το χώρο που διακονεί, δηλαδή γράφεται για να βοηθήσει και όχι να καταστρέψει, και κυρίως και πάνω από όλα
- δεν επιδεικνύει, ναρκισσευόμενη και κοκορευόμενη, την αρνητική της διάθεση για να προκαλέσει θόρυβο και μόνο, λέγοντάς μας εμμέσως πλην σαφώς, "θαυμάστε με που τολμώ και τα χώνω, προσέξτε εμένα που γράφω και όχι την παράσταση που επιτελεί" (που δυστυχώς είναι το χειρότερο αλλά και το πλέον σύνηθες, γιατί είναι και το ευκολότερο και το πλέον ευπώλητο είδος κριτικής γραφής: η εντυπωσιολογία και ο αισθησιασμός που προκαλεί η κραυγαλέα απόρριψη, με τον υπογράφοντα την άρνηση να εμφανίζεται ως ο απόλυτος/αδέκαστος κριτής του ορθού και του λανθασμένου),
Εφόσον λοιπόν ισχύουν τα παραπάνω, τότε μια κριτική η οποία με τον τρόπο της, τις γνώσεις της, την ταπεινότητα και τη νηφαλιότητά της προ(σ)καλεί και συνάμα εμπλουτίζει (ελέγχοντας) τον διάλογο κριτικού/θεατή και θεάτρου είναι παρασάγγας καλύτερη, αποδοτικότερη και ουσιαστικότερη από μία εγκωμιαστική.
Πιστεύω πως ο καλλιτεχνικός χώρος κερδίζει πολλαπλάσια αντιμετωπίζοντας με θετική διάθεση τις αρνητικές ή επιφυλακτικές κρίσεις που κρύβουν μέσα τους καλό και ανθεκτικό μέταλλο, δηλαδή ποιότητα ευεργετική για την πρόοδο του χώρου (ο οποίος περιλαμβάνει εννοείται και τον θεατή), παρά τις διθυραμβικές. Και για να μην παρεξηγηθούν τα σχόλιά μου, διευκρινίζω ότι φυσικά και δεν απορρίπτω τον έπαινο. Πώς είναι δυνατόν! Απλώς το εγκώμιο ενδέχεται να οδηγήσει στον εφησυχασμό (γιατί να προσπαθήσει κάποιος να πάει πιο πέρα και πιο ψηλά αφού όλα τα κάνει πολύ καλά;), ενώ αντίθετα, ο εποικοδομητικός και εμπεριστατωμένος κριτικός έλεγχος/σχολιασμός, η αμφισβήτηση, πυροδοτεί τη δημιουργική αγωνία, καθώς αναστατώνει, προκαλεί αταξία και πολλαπλασιάζει τις αβεβαιότητες. Η ιστορία άλλωστε έχει δείξει πως το θέατρο προοδεύει σε στιγμές βαθιάς κρίσης και αμφισβήτησης. Και μια ποιοτική κριτική που προκαλεί κάποια μορφή κρίσης βοηθά στην περαιτέρω εξέλιξη του χώρου. Και για να επιχειρήσω μια διάκριση ανάμεσα στον απλώς καλό και τον σπουδαίο κριτικό, θα πω το εξής: καλός κριτικός είναι εκείνος που μπορεί και καταγράφει με ακρίβεια και υποστηρίζει με σαφήνεια και επιχειρήματα αυτά που του δίνει μια παράσταση. Σπουδαίος είναι εκείνος που μαζί με αυτά που του δίνει μια παράσταση καταγράφει και αυτά που δεν του δίνει, που ξεχνάει ή καταπιέζει. Δηλαδή, αυτός που προκαλεί κρίση πηγαίνοντας πέρα από την ορατότητα των παραδοτέων του (σκηνικού) κόσμου.
Εν πάση περιπτώσει, επειδή η αξιολόγηση και η συνακόλουθη κατάταξη δεν μπορεί να αποφευχθεί, ούτε το υποκειμενικό στοιχείο να παρακαμφθεί, και από την άλλη ούτε το σλόγκαν των μεταμοντέρνων που διατείνεται πως όλα χωράνε (anything goes) μπορεί να είναι μια λύση (θα ήταν καταστροφική για τις τέχνες), θα έλεγα πως ένας, σχετικός πάντοτε, γενικός μπούσουλας (κάτι σαν ποιοτικό δίκτυ μερικής ασφαλείας) που θα βοηθούσε ενμέρει όλες αυτές τις προσπάθειες τακτοποίησης των θεατρικών πεπραγμένων, θα μπορούσε να είναι το σκεπτικό που λέει ότι:
Μια παράσταση είναι μεγάλη/σπουδαία όταν ξεπερνά σε μέγεθος τον κόσμο που την ενέπνευσε. Όταν το μέγεθος είναι το ίδιο, είναι απλώς μια παράσταση και όταν είναι μικρότερο δεν έχει λόγο ύπαρξης.
Και με αυτό το σκεπτικό κατά νου, ας σκεφτούμε τώρα που κάνουμε ταμείο πριν μπούμε στη χειμερινή σεζόν: ποιες αλήθεια από τις παραστάσεις που είδαμε πρόσφατα ήταν όντως μεγάλες/σπουδαίες (=αξιομνημόνευτες), δηλαδή ξεπέρασαν ευεργετικά τα όρια της φαντασίας μας και το φράγμα του οικείου μας κόσμου;
Υστερόγραφο
Αντί άλλου καταληκτικού σχολιασμού, ας θυμόμαστε και αυτό: το μόνο πράγμα που κληροδοτεί το λείψανο μιας κριτικής ή μιας παράστασης είναι η ποιότητα που αφήνει σε αυτούς που ακολουθούν. Οι προθέσεις μπορεί να ποικίλουν και να είναι όλες εξαιρετικές. Όμως δεν παύουν να είναι προθέσεις. Το αποτέλεσμα ενδιαφέρει. Που σημαίνει ότι η ίδια η πράξη της κριτικής και η ίδια η παράσταση θέτουν τους όρους της αξιολόγησης, της κατάταξης και της επιβίωσής τους.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ένα έργο για τη μνήμη που καλπάζει ερήμην. Τη μνήμη που ξεδιπλώνει αναμνήσεις, που όμως δεν είναι αληθινές, αλλά επινοημένες ιστορίες.
Κλασικά κείμενα, σύγχρονη ελληνική δραματουργία και διεθνείς συμπράξεις
Mια ιστορία ενηλικίωσης, μνήμης και εσωτερικής αναζήτησης
Ο Μιχάλης Σαράντης πρωταγωνιστεί ξανά στην παράσταση του Γιώργου Κουτλή
Η παράσταση των Θέμη Πάνου και Βίλιας Χατζοπούλου επιστρέφει στη σκηνή στο πλαίσιο της φθινοπωρινής δέσμης δράσεων «Απόηχοι» του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου
30 και πλέον χρόνια που γράφω για θέατρο προβάλλω καλλιτέχνες του θεάτρου και παραστάσεις κυρίως μικρών χώρων
Η κορυφαία τραγωδός Λυδία Κονιόρδου επιστρέφει σε έναν από τους πιο απαιτητικούς ρόλους της καριέρας της
Το πρώτο σκηνοθετικό εγχείρημα της Κόρας Καρβούνη, με τους Μιχάλη Συριοπούλο, Βάσω Καβαλλιεράτου, Στάθη Κόικα επί σκηνής
Ο Γιώργος Καπουτζίδης στήνει έναν καθρέφτη απέναντι στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα
Ο σταρ του «Μπόρατ» συνεργάζεται με τον Αμερικανό σκηνοθέτη στο Γουέστ Εντ του Λονδίνου
Ο Λάζαρος Βαρτάνης και ο Στέφανος Παπατρέχας ανεβάζουν ένα από τα πιο ποιητικά έργα του Ονορέ ντε Μπαλζάκ
Η κριτικός θεάτρου απαντά στην ανάρτηση του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών για το άρθρο της στην Athens Voice
Μια διαδραστική, αλλοπρόσαλλη κωμωδία όπου το κοινό αποφασίζει ποιος είναι ο δολοφόνος
Η ηθοποιός μίλησε για τη θεατρική μεταφορά του έργου της νομπελίστριας Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
Ο Οκτώβριος είναι ο μήνας που ξεκινούν οι περισσότερες θεατρικές παραστάσεις της σεζόν
Είναι ώριμη πλέον η εποχή να δούμε με σοβαρότητα τι σημαίνει υποκειμενικότητα στην καλλιτεχνική κριτική
Η ζωή μετά τη Λυρική, ο Μαζωνάκης, οι Dreamers και ο Μάης του ’68
Μιλήσαμε με τη σκηνοθέτρια της παράστασης «Χρόνος από δεύτερο χέρι» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
Για άλλη μια χρονιά παρουσιάζονται σπουδαία έργα, διεθνείς συνεργασίες και οπτικές που καλύπτουν κάθε γούστο
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.