Θεατρο - Οπερα

Ο Τσίπρας είναι ο ήρωας της όπερας «Το λυκόφως των χρεών»;

Θελήσαμε να γνωρίσουμε αυτόν που είχε την ιδέα, τον Αλέξανδρο Ευκλείδη, σκηνοθέτη της παράστασης και καλλιτεχνικό διευθυντή της εναλλακτικής σκηνής για να μας λύσει την απορία

4741-35213.jpg
Δημήτρης Μαστρογιαννίτης
ΤΕΥΧΟΣ 627
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
372625-769550.jpg
Θανάσης Καρατζάς

Περίεργο επώνυμο. Χρειάζεται να το σκεφτώ ότι το Ευκλείδης δεν είναι το μικρό σου όνομα…

Δεν είσαι ο μόνος. Το επώνυμο είναι κωνσταντινουπολίτικο. Υπήρχε μια μόδα το 19ο αιώνα, εξαιτίας της ανόδου του ελληνικού πατριωτισμού, να αλλάζουν οι αστοί Έλληνες τα επώνυμά τους με ένα πιο αρχαιοπρεπές. Νομίζω το επώνυμό μας ήταν Μικρόπουλος.

Εσύ πού γεννήθηκες;

Γέννημα θρέμμα Θεσσαλονίκη, αν και από το λάμδα μου δεν μπορείς να το καταλάβεις (γέλια). Στην Αθήνα ήρθα πολύ αργά. Το 2013. 

Πώς προέκυψε η ενασχόληση με την κλασική μουσική;

Ξεκίνησα τη μουσική στα τέσσερά μου, το 1979, λόγω του ψώνιου των γονιών μου. Ήμουν τυχερός γιατί στη Θεσσαλονίκη η μουσική εκπαίδευση ήταν πολύ πιο μοντέρνα απ’ ό,τι στην Αθήνα. Υπήρξε το σύστημα Ορφ που ήταν νεωτερικό για την εποχή. Έπαιζα φλάουτο με ράβδο σ’ ένα ρεπερτόριο το οποίο δεν υπήρχε σε άλλη πόλη τότε. Η μέθοδος διδασκαλίας έμοιαζε περισσότερο με παιχνίδι και έτσι ενισχύθηκε η αγάπη μου για τη μουσική.

Αλήθεια ήσουν κι εσύ ένα εσωστρεφές παιδί;

Υπάρχει το παράδοξο να μην έχω γνωρίσει ούτε έναν που ασχολείται με την κλασική μουσική και να μη μου έχει πει ότι έζησε λίγο μοναχικά παιδικά χρόνια. Ισχύει και στην περίπτωσή μου. Ζούσα σε μια κανονική γειτονιά στα κάστρα, πήγαινα σ’ ένα δημόσιο σχολείο και η ενασχόλησή μου με τη αυτή τη μουσική δεν άφηνε περιθώρια για πολλές σχέσεις με τους άλλους συμμαθητές. Κρατάω όμως κάποιες –λίγες– φιλίες από τότε.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Δεν ξέρω την απάντηση. Ξέρω πως μου ήταν πολύ πιο αρεστός ο κύκλος του ωδείου απ’ ό,τι του σχολείου. Ένιωθα καλύτερα.

Υπήρξες ένα είδους «παιδί θαύμα» στη μουσική;

Όχι, καμία σχέση. Απλά κάποια στιγμή ξεχώρισα και φάνηκε ότι είχα ένα ταλέντο στο φλάουτο, το οποίο μάλιστα το είχαν επιλέξει οι γονείς μου για να μάθω.

Ένα καλό και υπάκουο παιδί…

Ναι, δεν υπήρξα ποτέ επαναστάτης. Αφήνομαι στη ροή των πραγμάτων και μάλλον συντηρητικό με χαρακτηρίζεις.

Συντηρητικός; Μου προκαλεί τεράστια έκπληξη. Γιατί όταν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε τόσο το πρόγραμμα της Εναλλακτικής Σκηνής, που έχεις την ευθύνη, όσο και κάποιες σκηνοθεσίες σου, χρησιμοποιούμε λέξεις όπως νεωτερικότητα, ανατροπή, τολμηρό...

Δεν ξέρω, δεν το βλέπω έτσι. Ούτε θεωρώ πως μέσα από την τέχνη βγάζω έναν πιο επαναστατικό εαυτό – όλο αυτό που περιέγραψες έχει περισσότερο διανοητική παρά ψυχαναλυτική βάση. Η πιο επαναστατική μου πράξη μπορείς να πεις ότι ήταν η ενασχόλησή μου με το μουσικό θέατρο παρατώντας την καριέρα του φλαουτίστα. Σπούδασα σκηνοθεσία, έχοντας στο μυαλό μου να ασχοληθώ με την όπερα, ενώ στο μεταξύ είχα κάνει μια μεγάλη παράκαμψη. Σπούδασα θεατρολογία, έκανα διδακτορικό κι ακόμη δημοσιεύω, πάω σε συνέδρια και μέχρι να γίνω σταθερός συνεργάτης της Λυρικής δίδασκα στο Πανεπιστήμιο. Η σκηνοθεσία ξεκίνησε το 2002 ως πάρεργο, για να μην πω για την πλάκα μου. Το 2008, που τελείωσα τη διδακτορική μου διατριβή, κατά τύχη μού δόθηκε η πρώτη παραγγελία για μεγάλη παραγωγή από την Όπερα της Θεσσαλονίκης – η Όπερα ήταν ένα τμήμα του ΚΘΒΕ που μετά κακοπάθησε και έκλεισε εν μέσω οικονομικών σκανδάλων. 

Ποια είναι η μεγάλη διαφορά, εκτός από το μέγεθος, μεταξύ της σκηνοθεσίας στο θέατρο και της σκηνοθεσίας στην όπερα;

Δεν είναι καθόλου εύκολο να διαχύσεις τη σκηνοθετική σου ιδέα σε 150 άτομα. Οι συνθήκες μοιάζουν αντικαλλιτεχνικές. Το να σκηνοθετήσεις μια χορωδία έχει να κάνει λιγότερο με την τέχνη και περισσότερο με τη δυναμική των ομάδων. Πρέπει να είσαι ένας ισορροπιστής. Ένας ηθοποιός παίζει σε δύο, το πολύ τρεις παραστάσεις το χρόνο. Ένας χορωδός εμφανίζεται σε πολύ περισσότερες και αυτό είναι ένα θέμα. 

Είσαι ψύχραιμος; Δεν έχεις βγει ποτέ από τα ρούχα σου;

Κάθε άλλο. Είμαι γνωστός για τις υστερίες μου… πετάω πράγματα… αλλά όλα είναι υπολογισμένα. Δεν το κάνω για ψύλλου πήδημα.

Γνωρίζεις τι λένε πίσω από την πλάτη σου; Αν σου έχουν βγάλει κάποιο παρατσούκλι;

Σε γενικές γραμμές, ναι. Η γκάμα περιλαμβάνει από το μαλάκας μέχρι το καταπληκτικός. Για υποκοριστικό δεν ξέρω… Η όπερα θυμίζει λίγο αρένα και γι’ αυτό δεν πρέπει να πας εκεί με τη διάθεση να είσαι αγαπητός από όλους. 

Οι συγκρούσεις είναι καλλιτεχνικού ή συνδικαλιστικού χαρακτήρα;

Και τα δύο, αλλά και ψυχολογικού. Ας πούμε εσύ έχεις ξεκινήσει πρόβες και εμφανίζεται ο πρωταγωνιστής δύο εβδομάδες πριν την πρεμιέρα – αυτό είναι μια διεθνής πρακτική. Δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολο να προσαρμοστεί ούτε αυτός στις απαιτήσεις σου ούτε εσύ στις δικές του. Μετά εσύ καλείσαι να σκηνοθετήσεις μια όπερα της οποίας τους ερμηνευτές έχουν επιλέξει άλλοι. Πολλές φορές θυσιάζουμε τη σκηνοθετική εμβάθυνση γιατί μας αφορά μόνο το πώς θα τραγουδήσει ο άλλος. Είναι λογικό. Μια τραγουδίστρια, ακόμα και αν έχει υποκριτικές ικανότητες, αν δεν έχει καλή φωνή, θα κάνει την Αίντα να φαίνεται σαν μια γυναίκα που σφαδάζει στο άσχετο.

Τι γίνεται όμως με την εικόνα; Ο σωματότυπος της τραγουδίστριας ή του τραγουδιστή δεν θα σας αλλάξει το όραμα;

Το θέμα της εικόνας είναι που μας οδήγησε ώστε στο σύνολό τους οι όμορφοι καλλιτέχνες της όπερας να έχουν μια πιο εύκολη καριέρα κι ας μην αξίζουν φωνητικά ή και υποκριτικά. Τα σεξιστικά πρότυπα ισχύουν πολύ στην όπερα και πάλι εδώ οι γυναίκες είναι περισσότερο χαμένες. Προσωπικά προσαρμόζω τη σκηνοθεσία μου στο έμψυχο υλικό που θα έχω επί σκηνής και όχι το αντίθετο. Το θεωρώ και πιο σωστό. Όλα αυτά όμως αφορούν τις μεγάλες παραγωγές της βιομηχανίας που λέγεται όπερα. Γι’ αυτό κι εγώ επιλέγω παράλληλα να ασχοληθώ και με παραστάσεις που γίνονται σε μικρότερο φορμά ώστε να έχω με την ομάδα μου μεγαλύτερη καλλιτεχνική ελευθερία.

Ποια είναι η μεγαλύτερη ελληνική παθογένεια σε ό,τι αφορά στην όπερα;

Ότι σε σταθερή βάση ασχολείται μαζί της μόνο ένας κρατικός οργανισμός. Η Εθνική Λυρική Σκηνή. Όταν παίζεις μόνος σου δημιουργούνται συνθήκες ιδρυματισμού. Πλήρους εξάρτησης. Όταν δεν υπάρχει δε ο ανταγωνισμός, η ευγενής ή η αγενής άμυλα, έχουμε συνθήκες επανάπαυσης. 

Η ιδέα της Εναλλακτικής Σκηνής προέκυψε μόνο και μόνο γιατί δημιουργήθηκε η δεύτερη αίθουσα στο ΚΠΙΣΝ;

Κάπως έτσι. Πολλές όμως όπερες στον κόσμο που διαθέτουν δεύτερη αίθουσα την χρησιμοποιούν για να ανεβάσουν μικρές παραγωγές όπερας ή πρόβες. Εμείς όχι. Ήταν μια ιδέα του Γιώργου Κουμεντάκη να γίνει η εναλλακτική σκηνή και τη βρήκε σύμφωνο και το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος χάρη στου οποίου τη στήριξη έγινε και το εγχείρημα βιώσιμο. Δεν θα μπορούσε να γίνει ο προγραμματισμός χωρίς τη δωρεά του Ιδρύματος. 

Όταν τελειώσει η δωρεά;

Θέλω να εξηγήσω πως οι δωρεές από το Ίδρυμα δεν είναι κάτι αυτονόητο ούτε για εμάς. Τις διεκδικούμε και θα τις διεκδικούμε ακολουθώντας τους κανόνες που βάζει. Επίσης πρέπει να είναι κατανοητό ότι σε όλες τις χώρες του κόσμου η όπερα δέχεται κρατική υποστήριξη. Όμως στην περίπτωσή μας δεν φτάνει – και μιλάω για όλη την ΕΛΣ. Γι’ αυτό έχουμε αναπτύξει μια χορηγική πολιτική. Ο Γιώργος Κουμεντάκης έχει κάνει τρομερή δουλειά που έχει ήδη αποδώσει – αυτή τη στιγμή έχουμε χορηγίες της τάξης των 1.300.000 ευρώ για τη χρονιά που έρχεται, ένα ποσό πολύ μεγαλύτερο από αυτό που η ΕΛΣ είχε πάρει τις προηγούμενες χρονιές. Και η προσπάθεια συνεχίζεται.

Ποιοι είναι οι άξονες πάνω στους οποίους θα λειτουργήσει;

Έχουμε τη λογική των ζωνών που ανταποκρίνονται σε τρεις άξονες: εκπαίδευση, κοινωνία και καλλιτεχνική δημιουργία, που αλληλοσυμπληρώνονται. Σε ό,τι αφορά τις παραστάσεις θέλαμε να παραμείνουμε φανατικά στο πεδίο του μουσικού θεάτρου, το οποίο έχει και τη μικρότερη παρουσία στο τοπίο της θεατρικής Αθήνας. Θεωρήσαμε πως έπρεπε να καλύψουμε το κενό που υπάρχει σε νέα έργα, να παραγγείλουμε από έλληνες δημιουργούς έργα στην ελληνική γλώσσα και όλο αυτό έπρεπε να παρακολουθεί το σήμερα. Γιατί το μουσικό θέατρο δεν είναι ένα μουσειακό είδος αλλά μπορεί να είναι ζωντανό και επίκαιρο. Δεν συμφωνώ στη λογική ότι η οπερέτα, για παράδειγμα, πρέπει να ανεβαίνει μόνο ως ένα νοσταλγικό ταξίδι στην Αθήνα που έφυγε ώστε να έρχονται γιαγιάδες και να θυμούνται τα περασμένα. Υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι αντιμετώπισης.

Όπως με τη βαγκνερική όπερα «Το λυκόφως των Χρεών»… Πώς προέκυψε η ιδέα;

Αυτό που κάνουμε θα έλεγα ότι είναι αρκετά τολμηρό. Αποδομούμε και αναδομούμε μια τόσο κλασική όπερα, αλλά με σοβαρούς όρους. Το αποτέλεσμα είναι ένα νέο έργο που βρίσκεται σε διάλογο με το παλιό. Όλα ξεκίνησαν από μια εικόνα που μου δημιουργήθηκε όταν πριν από χρόνια είχα δει, σε συναυλιακή μορφή, την όπερα του Βάγκνερ. Αυτή η όπερα είναι το τελευταίο έργο της τετραλογίας του, «Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν», και τελειώνει με την καταστροφή της Βαλχάλα, του σπιτιού των θεών. Σκέφτηκα λοιπόν πως θα ήταν ωραίο να βλέπαμε μια όπερα με ένα ελληνικό δαχτυλίδι διαδοχής, όπου στο τέλος του έργου γκρεμίζεται η Ακρόπολη.

«Ο νικητής των εκλογών Σωτήρης έρχεται για να πάρει την ευχή της Βρουγχίλδης και κατόπιν αναχωρεί για το εξωτερικό. Αναμένοντας την προγραμματισμένη άφιξη του νέου Ήρωα, ο Δόκτωρ Μέρτεν πείθει τον Εκσυγχρονισμό και τη Λογική να πλανέψουν τον Σωτήρη με το μαγικό φίλτρο της Δύσης. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να δεχτεί τους διπλούς γάμους που σχεδιάζουν για να σωθούν από την πρωτοφανή κρίση που επηρεάζει τους πάντες. Ο Σωτήρης καταφτάνει με σκοπό να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της χώρας του, αλλά ανυποψίαστος πίνει το φίλτρο και υποχωρεί μπροστά σε όσα του προτείνονται: ο Εκσυγχρονισμός θα πάρει νύφη τη Βρουγχίλδη και ο Σωτήρης τη Λογική…»

Μου φάνηκε τρομερή ιδέα αυτή η παράφραση, αλλά διαβάζοντας το λιμπρέτο που γράψατε είχα την εντύπωση πως πρόκειται για μια όπερα για την τωρινή κυβέρνηση, όπου στο ρόλο του Σωτήρη είναι ο Τσίπρας, που πάει ανυποψίαστος και με τις καλύτερες προθέσεις να διαπραγματευτεί και πέφτει θύμα των δόλιων ξένων! Δεν είναι λίγο απλοϊκό όλο αυτό; Ή είναι μια λάθος ανάγνωσή μου;

Απολύτως συνειδητά παίξαμε με τον κίνδυνο της παρεξήγησης γιατί σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται μια ταυτολογία με τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης. Το θέμα είναι όμως να διαβάσεις τον Τσίπρα ως Σωτήρη και όχι το αντίθετο. Να διαβάσεις δηλαδή το επαναλαμβανόμενο μοτίβο της ελληνικής ιστορίας, αυτό του ήρωα λυτρωτή. Μάθαμε ως έθνος να διαχειριζόμαστε έτσι τα προβλήματά μας. Να ακολουθούμε ένα λυτρωτή είτε τον λένε Παπανδρέου, Καραμανλή ή Τσίπρα. Εμείς με το λιμπρέτο δεν παίρνουμε κάποια θέση. Δεν μας αφορά το ποιος φταίει, εξάλλου όλα στο τέλος καταρρέουν. Ενδιαφερόμαστε για το μύθο πίσω από την επικαιρότητα. Για τις μυθολογικές εμμονές πίσω από την κρίση. Καταγράφουμε τη σύγχυση του νεοκλασικού φαντασιακού με τη νεοελληνική πραγματικότητα. Ακολουθώντας το μύθο της αυθεντικής όπερας χτίσαμε το δικό μας μύθο. Για παράδειγμα, το σκηνικό είναι ένα Ηρώο όπου συνυπάρχουν διάφορα δίπολα της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού φαντασιακού απέναντι στους ηγέτες ή στους ήρωές του.

Τελικά η ψηφοφόρος Βρουγχίλδη απορρίπτει στο τέλος την έννοια του σωτήρα;

Ναι, γιατί αυτό ταίριαζε και στο τέλος της όπερας του Βάγκνερ. «Λυτρωθήκαμε από το λυτρωτή» έλεγε ο Βάγκνερ. Το γεγονός πως στο τέλος η Βρουγχίλδη πατάει το κουμπί της καταστροφής είναι και γιατί πρέπει να μάθουμε πως η καταστροφή, στις συνθήκες που ζούμε, παίζει ως σενάριο.

Η μουσική κρατήθηκε ως έχει;

Κατά 90%. Ο Χαράλαμπος Γωγιός έκανε μια πάρα πολύ περίπλοκη επεξεργασία της μουσικής. Για μένα έκανε κάτι πολύ έξυπνο. Το μουσικό μορφολογικό στοιχείο της μουσικής του Βάγκνερ είναι τα περιβόητα λάιτμοτίβ – ένα μοτίβο συνδέεται είτε με έναν ήρωα είτε μια ιδέα ή κατάσταση. Κάποια από αυτά έγιναν «ελληνικά». Το δαχτυλίδι συνδέθηκε με το «πού ‘ν’ το, πού ‘ν’ το, το δαχτυλίδι», το σπαθί με το μουσικό μοτίβο της φράσης «του σπαθιού την τρομερή» από τον εθνικό ύμνο. Αυτός ο διάλογος με το πρωτότυπο κείμενο έχει τεράστιο ενδιαφέρον. Νομίζω ότι εδώ τελικά κάνουμε ένα πολιτικό θέατρο με μεταφυσικά εργαλεία. Μια παράσταση όπου συνομιλεί ο επιθεωρησιακός παροδιακός (πολιτικός) λόγος στο λιμπρέτο με το μουσικό μεγαλείο της μουσικής, δημιουργώντας κάτι καινούργιο, που εύχομαι να αρέσει.

Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση στο Guide της Athens Voice

ΠΡΟΣΦΑΤΑ