Μουσικη

Εκεί που ηχογραφούνται τα αγαπημένα μας τραγούδια: Στα Grindhouse Studios με τον Γιώργο Μπόκο

Ο κιθαρίστας, συνθέτης και μουσικός παραγωγός μας υποδέχεται στο ρετιρέ που μεταμόρφωσε στον Νέο Κόσμο

daad.jpg
Δημήτρης Αθανασιάδης
23’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Επίσκεψη στα Grindhouse Studios: Ο μουσικός παραγωγός Γιώργος Μπόκος μιλά για τη διαδικασία ηχογράφησης, την παραγωγή και την ολοκλήρωση ενός άλμπουμ
© Θανάσης Καρατζάς

Επίσκεψη στα Grindhouse Studios: Ο μουσικός παραγωγός Γιώργος Μπόκος μιλά για τη διαδικασία ηχογράφησης, την παραγωγή και την ολοκλήρωση ενός άλμπουμ

Με περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στη rock, metal, experimental σκηνή, ο Γιώργος Μπόκος, έχει ζήσει τη μουσική σε διάφορες φάσεις και από διάφορες πλευρές. Ως έφηβος που έκανε headbanging και air guitar, ως μαθητής σε ωδείο του Κιάτου, ως φοιτητής στο τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου στην Κέρκυρα, δάσκαλος κιθάρας σε ωδεία της Αθήνας, ως κιθαρίστας των Nightfall από το 2001 έως το 2005 και ως κιθαρίστας των Rotting Christ από το 2005 έως το 2012, ως leader της μπάντας του Stone Cold Dead. Έχει δώσει περισσότερες από 500 συναυλίες σε όλον τον κόσμο κι έχει πάρει credit σε περισσότερα από 120 albums με τα οποία έχει ασχοληθεί. Μετά από αλλεπάλληλες ακυρώσεις εξαιτίας θετικών rapid tests κι ένα σπασμένο κυριολεκτικά τηλέφωνο, τεστάρουμε ξανά τις συντεταγμένες. Grindhouse Studios, οδός Ιγγλέση 22, όροφος πέμπτος, ντριν ντριν…

Επίσκεψη στα Grindhouse Studios: Ο μουσικός παραγωγός Γιώργος Μπόκος μιλά για τη διαδικασία ηχογράφησης, την παραγωγή και την ολοκλήρωση ενός άλμπουμ
© Θανάσης Καρατζάς

Πότε δημιουργήσατε το studio και πώς βρεθήκατε σε αυτή την περιοχή; Γιατί επιλέξατε αυτό το όνομα;
Ξεκίνησε το 2004 σαν home studio όπως, νομίζω, τα περισσότερα, μέχρι που διαπίστωσα ότι αυτό είναι το επάγγελμα που θα ήθελα να κάνω. Αρχικά το όνομα ήταν «Crimson». Θυμάμαι έντονα μια από τις πρώτες ηχογραφήσεις, κατακαλόκαιρο, εδώ στον Νέο Κόσμο, στον πέμπτο όροφο της Ιγγλέση 22, με 39 βαθμούς Κελσίου έξω, να γράφουμε δίσκο με τους Terrordrome από τη Θεσσαλονίκη. Σούπερ τεχνικό brutal death metal, στην κυριολεξία bedroom «στούντιο» κατάσταση, με τους ενισχυτές στο τέρμα και στο ένα μέτρο, με ανοιχτά παράθυρα και μπαλκονόπορτες και να γίνεται χαμός. Μιλάμε για 18 χρόνια πριν. Το όνομα «Grindhouse» προέκυψε όταν ήμασταν σε περιοδεία με τον Ανδρέα Λάγιο των Nightstalker. Παίζαμε τότε μαζί στους Rotting Christ και μου λέει «γιατί δεν το λες Grindhouse που είναι και ταινίες του Tarantino»; Μου άρεσε πάρα πολύ και το κράτησα. Με λίγα λόγια, ο νονός του studio είναι ο Ανδρέας Λάγιος. Μου είπε «μια ιδέα σου έδωσα, δεν θα πάρω δικαιώματα». Και έτσι πήρε το όνομά του το studio. Έμεινε για πολλά χρόνια εδώ και μετά μεταφερθήκαμε στο Περιστέρι γιατί δούλευα με έναν συνεργάτη για μία πενταετία. Σιγά σιγά άρχισα να αναπτύσσω τον εξοπλισμό, κι έτσι επέστρεψα πάλι εδώ στον ανανεωμένο πλέον χώρο, όπου και συνεχίζω τα τελευταία 6-7 χρόνια.

Τι σας οδήγησε στον κόσμο της μουσικής παραγωγής;
Η ιδέα άρχισε να παίρνει πιο σοβαρή μορφή κατά τη διάρκεια των περιοδειών. Γνώριζα κόσμο και ήμουν στην καρδιά της μουσικής βιομηχανίας. Σιγά σιγά άρχισα να επενδύω σε εξοπλισμό, μάθαινα, έψαχνα συνέχεια, ασταμάτητα. Tο 2012, είπα ότι θα αφοσιωθώ πλήρως σε αυτό. Έχω μία πολύ ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική, και η οικογένειά μου με έσπρωξε από πολύ νωρίς σε αυτή, ασχέτως εάν δεν βρέθηκαν οι κατάλληλοι δάσκαλοι για να με κάνουν πραγματικά να καταλάβω τι σημαίνει μουσική. Από μικρή ηλικία έκανα πιάνο, κλασική κιθάρα, αρμονία, και ενώ γενικώς μου άρεσαν, κάτι αντιδρούσε μέσα μου. Ειδικά εκεί, στην ηλικία των 10 με 15 ετών που ψαχνόμουν γιατί καταλάβαινα ότι μου άρεσε πάρα πολύ η μουσική, κατάλαβα ότι κάτι άλλο αναζητάω. Με ενθουσίαζαν οι ήχοι και είχα μεγάλη περιέργεια να μάθω πώς γινόταν η ηχογράφηση των αγαπημένων μου δίσκων. Δηλαδή, τι είναι η ηχογράφηση, τι είναι η παραγωγή, τι συμβαίνει, πώς επεξεργαζόμαστε έναν ήχο; Και ευτυχώς βρέθηκε τότε στα 15 μου ο σωστός άνθρωπος που με έκανε να καταλάβω τη μαγεία της μουσικής. Ήταν ο Λάκης Μπόμπολας. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο τρόπος που με κέρδισε ήταν ότι αφού τελειώσαμε το μάθημα dictée και πιάνου –γιατί ετοιμαζόμουν να δώσω ειδικά μαθήματα για το Πανεπιστήμιο– μου λέει «κάτσε να ακούσεις κάτι». Και μου βάζει το «Meddle» των Pink Floyd. Είναι από τις πιο απίστευτες στιγμές που δεν πρόκειται να ξεχάσω στη ζωή μου. Ήταν ένα κλικ ότι αυτό για μένα σημαίνει μουσική. Και φυσικά τότε άρχισα ηλεκτρική κιθάρα. Τα προηγούμενα που έκανα με τις άλλες καθηγήτριες ήταν ξύλινη εκπαίδευση. Ενώ καταλάβαινα ότι η κλασική μουσική έχει ουσία και μεγάλη σύνδεση με το rock, δεν μου έδιναν να καταλάβω τι υπάρχει πίσω από τις νότες. Δεν είναι μαθηματικά. Υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που μπορούν να διδαχθούν. Πρώτη φορά στη ζωή μου μπήκα σε ένα studio σε ηλικία 14 ετών. Δεν θυμάμαι το όνομα, θυμάμαι μόνο ότι ήταν κοντά στη Βικτώρια, στον τελευταίο όροφο. Εκεί είδα κονσόλα, είδα κουμπάκια, είδα λαμπάκια, θυμάμαι ένα κόκκινο μηχάνημα που μετά κατάλαβα ότι ήταν ένα focusrite red compressor και είχα ενθουσιαστεί. Ήταν η πρώτη ηχογράφηση που κάναμε με τη χορωδία. Τότε άρχισα να βλέπω φωτογραφίες από studio, ό,τι μπορούσα γιατί δεν είχαμε και εύκολη πρόσβαση στο internet τότε, και είπα ότι αυτό θα κάνω στη ζωή μου. Πέρασα στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο στην Κέρκυρα. Εκεί, μεταξύ άλλων έκανα μαθήματα ηχοληψίας με τον Ανδρέα Μνιέστρη και πήρα ειδικότητα στην ηλεκτρονική μουσική για surround συστήματα. Και φυσικά μετά με πολλή δουλειά, εμπειρία και πάρα πολλά λάθη στην αρχή, το πράγμα πήρε τον δρόμο του. Και το ταξίδι, που μετράει πλέον πάνω από μια εικοσαετία στο νερό συνεχίζεται.

Ποιο είναι το πιο σπουδαίο ηχογράφημα που πέρασε από τα χέρια σας;
Δύσκολη ερώτηση για να ξεχωρίσω κάτι. Θεωρώ ότι το καθένα έχει μια σπουδαιότητα. Ασχέτως αν το κομμάτι που ηχογραφήθηκε είχε επιτυχία ή αν βγήκε το καλύτερο κομμάτι της χρονιάς ή δε βγήκε. Η εμπειρία που αποκτάς από ένα ηχογράφημα και η επαφή με τους ανθρώπους είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα στον χώρο μας, πέρα από τον εξοπλισμό, το vibe ενός studio, οπότε γι’ αυτόν τον λόγο μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω. Η εμπειρία που είχα για παράδειγμα όταν ηχογραφούσα τον δίσκο της δικής μου μπάντας, των Stone Cold Dead, η οποία δεν έγινε μόνο μέσα στο studio, αλλά ήταν και η πρώτη μου mobile recording εμπειρία ήταν ξεχωριστή. Φόρτωσα δύο αυτοκίνητα με εξοπλισμό και τύμπανα και μαζί με τον ντράμερ Γιάννη Σταυρόπουλο βρεθήκαμε σε έναν ξενώνα στο Φενεό, στην ορεινή Κορινθία. Έζησα μια εβδομάδα μέσα στη φύση όντας πλήρως αφοσιωμένος στη μουσική. Οπότε γι’ αυτό σας λέω, η σημαντικότητα του ηχογραφήματος έχει να κάνει με το τι μνήμες μου έχει αφήσει. Εν τέλει βγήκε μία πολύ καλή δουλειά σε ό,τι αφορά το τεχνικό αποτέλεσμα. Το μουσικό αποτέλεσμα είναι μια άλλη υπόθεση, που έχει να κάνει με μια προεργασία πριν το ηχογράφημα. Εδώ συνέβαλε και ο Χάρης Παζαρούλας, το άλλο μέλος της μπάντας, που εκτός από κοντραμπασίστας της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών είναι και ένας πολύπλευρος μουσικός και πολύ καλός φίλος. Αλλά θα έλεγα και τον δίσκο των Melechesh, που είχε γίνει πριν από 6 χρόνια, όπου είχα αναλάβει την ηχογράφηση του μπάσου, της κιθάρας και των φωνητικών. Ήταν μία πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία με τον Ashmedi, η οποία βέβαια μπορεί να πέρασε από πολλά κύματα, αλλά η καταγραφή του υλικού αυτού με συνδέει με πολύ καλές στιγμές.

Επίσκεψη στα Grindhouse Studios: Ο μουσικός παραγωγός Γιώργος Μπόκος μιλά για τη διαδικασία ηχογράφησης, την παραγωγή και την ολοκλήρωση ενός άλμπουμ
© Θανάσης Καρατζάς

Ποιο είναι το άλμπουμ στο οποίο θα θέλατε να είστε παρών ή να συμμετέχετε στην παραγωγή του;
Πρέπει να πω ένα μόνο ε; Σε κάποιο από τα τρία πρώτα άλμπουμ των Black Sabbath. Εκεί που ξεκίνησε το heavy metal. Πιο οργανικές καταστάσεις, πιο ωμές, πιο γρήγορες. Τότε έγραφαν όλον τον δίσκο και τον μείξαραν μέσα σε τρεις μέρες, καμία σχέση με το τι κάνουμε τώρα. Μου σκάνε πάρα πολλά άλμπουμ στο κεφάλι αυτή τη στιγμή, αλλά θα διάλεγα το «Sabbath Bloody Sabbath».

Ποιες παραγωγές σας απασχολούν αυτή την περίοδο;
Mια μπάντα από την Κρήτη, οι Skandal όπου έχω αναλάβει όλη την παραγωγή και τη μείξη και πρόκειται για έναν φανταστικό heavy-rock 'n' roll δίσκο, το νέο EP των Black Kaiser από Λος Άντζελες. Επίσης μείξη και mastering για ένα EP μιας νεοσύστατης ελληνικής thrash μπάντας, το mastering του επερχόμενου EP της Ayrenn, μείξη και mastering για ένα death metal σχήμα από τη Βραζιλία όπου συμμετέχουν και πρώην μέλη των Death. Και ένα κομμάτι του δικού μου προσωπικού project, Bokoz όπου συμμετέχει ο Πέτρος Τσαμπαρλής, ντράμερ των SixForNine. Σύντομα θα ξεκινήσει και η παραγωγή του νέου άλμπουμ των Warhammer, οι οποίοι τώρα γύρισαν από περιοδεία στη Λατινική Αμερική.

Ποιο studio απ’ όσα έχετε επισκεφτεί στη ζωή σας, σας έχει εντυπωσιάσει περισσότερο;
Δεν έχω ενθουσιαστεί ακόμα με κάποιο από τα στούντιο που έχω επισκεφτεί, οπότε θα πω τα Real World Studios του Peter Gabriel στην Αγγλία που δεν έχω πάει αλλά είναι το όνειρό μου να πάω. Σκίζει από εξοπλισμό και δυναμικό, αλλά αυτό το τεράστιο control room 200 τετραγωνικών με τη τζαμαρία που κοιτάει στη φύση, με ξεπερνάει.

Πώς ανακαλύπτετε νέους καλλιτέχνες; Πώς διακρίνετε ότι ένας καλλιτέχνης έχει δυνατότητες και επιλέγετε να συνεργαστείτε μαζί του;
Μου έχει τύχει να ακούσω ένα κομμάτι από συγκρότημα που δεν ξέρω, είτε από ένα post στα social media, είτε σε κάποια streaming πλατφόρμα, να τους ψάξω να δω πού βρίσκονται και να τους πω «παιδιά, μου άρεσε πολύ το υλικό σας, έχω αυτό το studio, θα με ενδιέφερε να συνεργαστώ μαζί σας». Ο άλλος τρόπος που για μένα είναι πιο ωραίος και έχει μια αμεσότητα, είναι στις συναυλίες. Πάω όσο το δυνατόν περισσότερο σε συναυλίες, είναι παράλληλα και η διασκέδασή μου, δεν είναι μόνο το κομμάτι ότι συναναστρέφεσαι με μουσικούς, συγκροτήματα και καλλιτέχνες. Πολλές φορές θα πάω να δω ένα συγκρότημα που μου αρέσει για να δω πώς παίζουν live και μετά θα μιλήσω μαζί τους. Μπορεί πάλι να είναι απλά ένα e-mail, όπως αντίστοιχα να λειτουργήσει και ανάποδα. Να με βρει ο καλλιτέχνης μέσω διαδικτύου, είτε από το word of mouth, είτε επειδή άκουσε τη δουλειά μου και του άρεσε. Όταν βλέπω έναν καλλιτέχνη με προσωπικότητα καταλαβαίνω ότι έχει δυνατότητες. Και προσωπικότητα έχει ένας καλλιτέχνης που δεν ακολουθεί την πεπατημένη, αλλά αναζητά τη δική του ηχητική ταυτότητα. Με έναν τέτοιο καλλιτέχνη συνεργάζομαι με μεγάλη χαρά.

Πώς ξεκινά μία παραγωγή ενός άλμπουμ από τη στιγμή που θα βρεθείτε με έναν καλλιτέχνη;
Υπάρχει πολύς κόσμος που δεν αντιλαμβάνεται τη διαφοροποίηση της ηχογράφησης από την παραγωγή. Από τις πρώτες κουβέντες μας, λοιπόν, είναι να καταλάβουμε τη διαφορά. Ξεκαθαρίζουμε ποιος θα είναι ο ρόλος μου, δηλαδή αν θα κάνω την παραγωγή μόνο εγώ, αν κάνουμε την παραγωγή από κοινού, ή αν θα είμαι απλά ο ηχολήπτης. Από εκεί και πέρα πάω σε μια πρόβα να ακούσω πώς παίζουν, συζητάμε για τον ηχητικό στόχο που έχουν, αλλά και τις επιρροές του κάθε μουσικού, ζητάω ένα demo ή ακόμη καλύτερα μια προπαραγωγή αν υπάρχει, ή αν δεν υπάρχει ξεκινάμε τη διαδικασία της προπαραγωγής. Το κομμάτι της παραγωγής περιλαμβάνει ένα πολύ μεγάλο φάσμα γνώσεων, απαιτήσεων και αρμοδιοτήτων. Ως παραγωγός εμπλέκομαι σε διάφορα θέματα, από τη σύνθεση και τη δομή του κομματιού, μέχρι την ενορχήστρωση, το tempo, την επιλογή των οργάνων, στο τι είναι καλύτερο για να βγει το συναίσθημα ενός κομματιού, στην κουβέντα με τον τραγουδιστή για να αποδώσει καλύτερα τους στίχους, πάρα πολλά πράγματα. Η λίστα πραγματικά είναι τεράστια. Και μετά θέτουμε τις ημερομηνίες, οργανώνουμε όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό, τα όργανα, τύμπανα, το σωστό σετάρισμα. Όλα αυτά απαιτούν προετοιμασία, κατάλληλη ψυχολογία, επικοινωνία και σωστή οργάνωση. O συνδυασμός όλων αυτών είναι σημαντικότατος για να βγει ένα καλό αποτέλεσμα.

Επίσκεψη στα Grindhouse Studios: Ο μουσικός παραγωγός Γιώργος Μπόκος μιλά για τη διαδικασία ηχογράφησης, την παραγωγή και την ολοκλήρωση ενός άλμπουμ
© Χρήστος Κισατζεκιάν

Ποια είναι η διαφορά ενός μηχανικού με έναν παραγωγό;
Έχει αλλάξει με τα χρόνια ο τρόπος αντιμετώπισης κάποιων πραγμάτων και λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας έχουν μπει νέα δεδομένα, οπότε έχει αλλάξει και η φύση της δουλειάς. Ακόμα και το πώς γίνεται η επικοινωνία πολλές φορές με κάποιους μουσικούς έχει αλλάξει. Ο παραγωγός έχει τον ρόλο του καπετάνιου ενός πλοίου, του σκηνοθέτης μίας ταινίας, ο οποίος μπορεί να είναι και ο σεναριογράφος και να παίξει σε ένα σημείο που δεν θα τον δει κανένας, σε μία σκηνή για πολύ λίγο, ή να κάνει και τον κομπάρσο. Μπορεί να φορέσει τόσα πολλά καπέλα ένας τέτοιος άνθρωπος. O μηχανικός ήχου έχει πιο πολύ τις αρμοδιότητές του στο τεχνικό κομμάτι. Στο πώς λειτουργεί μηχανικά, πρακτικά και λειτουργικά όλο το studio που εργάζεται, είτε είναι σε ψηφιακό, είτε σε αναλογικό περιβάλλον. Οφείλει κι αυτός να έχει την επαφή με τον καλλιτέχνη για να τον οδηγήσει σε ένα άρτιο και όσο το δυνατόν καλύτερο αποτέλεσμα, αλλά, εκεί κάπου, σταματάει ο ρόλος του. Δεν επεμβαίνει τόσο σε πιο ζωτικής σημασίας θέματα που έχουν να κάνουν με μουσική σύνθεση, με ενορχήστρωση, με θεωρία της μουσικής, με ήχους διαφορετικούς, ή στο να καλέσει έναν τσελίστα για να παίξει σε ένα σημείο που πιστεύει ότι θα ανεβάσει το ρεφρέν. Παρόλα αυτά και οι ηχολήπτες πλέον δεν περιορίζονται μόνο π.χ. στο input gain του μικροφώνου, αλλά μπαίνουν και σε άλλα μονοπάτια, όπως «εδώ σε αυτό το ρεφρέν αυτή η συγχορδία δημιουργεί πρόβλημα, ας ψάξω να βρω λύση». Και σε αυτό έχει βοηθήσει η εξέλιξη της τεχνολογίας που δίνει πλέον τόσες δυνατότητες σε αυτόν που ενδιαφέρεται να μάθει πολύ περισσότερα απ’ ό,τι παλιά. Έτσι, αν ο μηχανικός ήχου κάνει και τη μείξη μετά, είναι σημαντικό να είναι σε θέση να δώσει λύσεις, όπως ένα άλλο ακόρντο, έναν άλλο ήχο -π.χ. αντί για μπάσο να είναι κοντραμπάσο- και πολλά άλλα τέτοια παραδείγματα που πολλές φορές ένας καλλιτέχνης μπορεί να μην έχει σκεφτεί. Όπως επίσης αν ο μουσικός παίξει κάτι λάθος, είναι μέσα στις αρμοδιότητες του ηχολήπτη να τον καθοδηγήσει να το φτιάξει. Άρα πρέπει να έχει και μουσικές γνώσεις, να έχει επαφή με κάποιο όργανο για να μπορεί να καταλάβει αυτό που ακούει και να μπορεί να επικοινωνήσει με τον μουσικό καλύτερα και στη γλώσσα του, όποια κι αν είναι αυτή. Να μπορεί να πει «έλα, παίξε μου αυτό το riff αλά Testament» ή «βάλε μια λα μεθ’ εβδόμης». Αλλά σαφώς έχεις μια άλλη οπτική όταν φοράς το καπέλο του παραγωγού. Και εκεί είναι το πιο ενδιαφέρον. Η συναναστροφή και η σχέση που αναπτύσσεις με τον καλλιτέχνη που έχει δημιουργήσει το κομμάτι, όχι μόνο με τον μουσικό-εκτελεστή στο studio, αλλά κυρίως με τον συνθέτη και δημιουργό, είναι καθοριστική. Γιατί αυτός έχει ένα όραμα στο κεφάλι του. Κι εσύ καλείσαι να το φέρεις εις πέρας. Και αυτή η σχέση μπορεί να διαρκέσει μήνες.

Πώς έχει αλλάξει η δουλειά ενός παραγωγού σήμερα σε σχέση με το παρελθόν;
Παλιά ήταν όλα πιο ξεκάθαρα σε ότι αφορά τους ρόλους. Ο παραγωγός δεν εμπλεκόταν σχεδόν καθόλου στο τεχνικό κομμάτι, παρά μόνο στο καλλιτεχνικό-δημιουργικό. Και υπήρχε μια ομάδα ολόκληρη στο στούντιο όπου ο καθένας είχε διαφορετικές αρμοδιότητες. Μηχανικός ήχου, τεχνικός, μηχανικός για το μπομπινόφωνο, βοηθοί ηχοληπτών κ.ά. Μιλάμε για διαφορετικές συνθήκες και πολύ διαφορετικά ποσά, απίστευτα χρήματα σε μεγάλες παραγωγές. Μην ξεχνάμε ότι υπήρχε και η αγορά του φυσικού προϊόντος, κάτι που σήμερα έχει μειωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό. Σήμερα και κυρίως λόγου περιορισμένου budget, αυτός που θα αναλάβει μια παραγωγή, είναι πιθανότατα και μηχανικός ήχου και μουσικός και τεχνικός και πολλά ακόμη. Έχει γίνει λοιπόν μια συρρίκνωση των αρμοδιοτήτων και τον μεγάλο όγκο της δουλειάς αυτής, την αναλαμβάνουν ένας ή δύο άνθρωποι.

Ποια τεχνολογία σας έχει ενθουσιάσει και σας έχει φανεί χρήσιμη;
Θα ξεκινήσω από την digital τεχνολογία, και με όλο αυτό που έχει προσφέρει με τα προγράμματα που γράφουμε στον υπολογιστή μας. Όλες οι δουλειές που κάποτε γίνονταν σε ταινία –αν και κάποιοι ακόμα δουλεύουν ταινία– τώρα γίνονται με ένα rec button στον υπολογιστή. Αυτό που μου αρέσει είναι η ταχύτητα, η ευκολία να σου λύνει κάποια προβλήματα γρήγορα, επιτρέποντάς σου έτσι να αφοσιωθείς στο δημιουργικό και παραγωγικό κομμάτι. Δηλαδή να ξεπερνάς τεχνικά θέματα γρήγορα, είτε να χρησιμοποιείς plugins που έχουν βγει και σου κουρδίζουν μια λάθος νότα. Εδώ, βέβαια, θέλω να σημειώσω κάτι σημαντικό. Προσωπικά δεν με ενθουσιάζει η ιδέα της χρήσης της τεχνολογίας που μπορεί να κάνει έναν μέτριο παίκτη να ακούγεται λες και είναι ο Steve Vai αλλά με το ότι κάνει τη διαδικασία πιο γρήγορη, δίνοντας χώρο στον καλό παίκτη να απογειωθεί. Το άλλο, το «τα διορθώνω όλα, τα φτιάχνω, ένα ψέμα», αυτό δεν με ενθουσιάζει καθόλου. Όχι ότι δεν το έχω κάνει. Το έχω κάνει, το έχουμε κάνει όλοι μας, εκτός αν είσαι από εκείνους που δουλεύουν μόνο με ιδιοφυΐες, με μουσικούς οι οποίοι δεν χρειάζονται, όχι edit, αλλά απολύτως τίποτα. Έχω ζήσει και τα δύο. Έχω κάνει πάρα πολλά edits κι έχω ζήσει το να μη χρειαστεί να κάνω ούτε ένα cut και να λέω «αυτό είναι. Τι ωραία, δεν χρειάζεται να δω την οθόνη, γιατί αυτό που ακούω είναι άψογο». Οπότε στο ψηφιακό κομμάτι με ενθουσιάζει το γεγονός ότι σου λύνει πράγματα που κάποτε έκαναν ώρες ή εβδομάδες. Η λούπα που πλέον γίνεται με ένα copy-paste, έπαιρνε μέρες τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 για να γίνει. Τώρα αυτό για εμάς είναι κλάσματα δευτερολέπτου. Αυτό με ενθουσιάζει, μου λύνει τα χέρια. Ευχαριστώ πολύ αυτούς που δούλεψαν για να συμβεί αυτό. Επίσης θαυμάζω την τεχνολογία που έχει να κάνει με τον αναλογικό εξοπλισμό, με τον ηλεκτρισμό γενικότερα, τροφοδοτικά, λάμπες, μεγάφωνα, γιατί πραγματικά είναι τόσο διαχρονικά όλα αυτά τα πράγματα, που είναι εντυπωσιακό. Έχω στο studio ενισχυτή της δεκαετίας του 1950. Και παίζει. Και έχει γράψει σε death metal δίσκο. Αυτό με ενθουσιάζει, ότι μετά από τόσα χρόνια, ένα τέτοιο μηχάνημα, ή, το πιο απλό, ένα μικρόφωνο 70 ετών μπορεί ακόμη να λειτουργήσει. Πάρα πολλά παραδείγματα, κονσόλες, 50-60 χρόνια και λες «wow, παίζει»! Και όχι μόνο παίζει, λειτουργεί και θα λειτουργεί για πάντα. Ενώ οι υπολογιστές που παίρνουμε σήμερα και κάνουν τόσα λεφτά, μετά από μία δεκαετία, δεν ανοίγουν καν. Είναι σκουπίδια. Νομίζω είμαστε πάρα πολύ τυχεροί που ζούμε σε αυτήν την εποχή όπου συνδυάζει τα πάντα, γιατί έχουμε τη δυνατότητα να δούμε και την ιστορία της τεχνολογίας, της ηχοληψίας και της ηχογράφησης. Το θεωρώ πολύ σημαντικό για έναν ηχολήπτη - παραγωγό να έχει εικόνα για το πώς φτάσαμε ως εδώ. Και από τη μία έχουμε τα πιο γρήγορα και εξελιγμένα ψηφιακά μέσα, και από την άλλη κρατάμε στα χέρια μας μηχανήματα της δεκαετίας του 1940. Κάθε φορά που το σκέφτομαι λέω ότι μπορούμε να αναπαράξουμε ό,τι ήχο θέλουμε. Σκεφτείτε τη δεκαετία του 1970, τότε που ο ήχος είχε μια φυσικότητα που μας αρέσει πολύ και δεν είχαμε ιδέα τι μπορεί να σημαίνει το edit σε έναν υπολογιστή ή ένας ψηφιακά αναπαραγόμενος ήχος. Ενώ εμείς αυτήν τη στιγμή τα ζούμε και τα δύο. Είναι πολύ όμορφο αυτό.

Επίσκεψη στα Grindhouse Studios: Ο μουσικός παραγωγός Γιώργος Μπόκος μιλά για τη διαδικασία ηχογράφησης, την παραγωγή και την ολοκλήρωση ενός άλμπουμ
© Θανάσης Καρατζάς

Συνηθισμένες δυσκολίες στη συνεργασία με έναν καλλιτέχνη; Ποιο είναι το πιο δύσκολο πράγμα στη συνεργασία με έναν καλλιτέχνη;
Νομίζω ότι οι δυσκολίες είναι αντίστοιχες με αυτές που συναντάμε όλοι οι άνθρωποι στις καθημερινές μας σχέσεις, είτε είναι προσωπικές, είτε επαγγελματικές, είτε φιλικές. Όταν σε μια σχέση υπάρχει μια δυσκολία, τότε οφείλεις να βρεις τον τρόπο να την ξεπεράσεις. Αν για παράδειγμα έχεις κάποιο θέμα συμπεριφοράς με κάποιον καλλιτέχνη, τότε θα πρέπει να διαχωρίσεις το προσωπικό σου κομμάτι και να εστιάσεις στο έργο του για να βγει το όραμα που έχει στο κεφάλι του. Μια άλλη δυσκολία είναι να μεταπείσεις έναν καλλιτέχνη που έχει κολλήσει στη δική του εκδοχή, ενώ εσύ ξέρεις ότι από πλευράς παραγωγής και σύνθεσης θα ήταν καλύτερο αυτό που του προτείνεις. Αλλά οι πιο συνήθεις δυσκολίες θα έλεγα πως έχουν να κάνουν με τη συνέπεια και την τήρηση ωραρίων. Όταν βλέπεις μία ασυνέπεια στη συνεννόηση, σε ωράρια, σε οικονομικό –γιατί κακά τα ψέματα είναι η δουλειά μας και από αυτό ζούμε– τότε μπορεί να δημιουργηθεί πρόβλημα στη συνεργασία. Αν καταφέρεις να ξεπεράσεις αυτές τις δυσκολίες, τότε η δουλειά πάει καλά και το project έχει επιτυχία. Πολλές φορές μάλιστα προκύπτουν και φιλικές σχέσεις μέσα από τις συνεργασίες αυτές.

Εάν ένα συγκρότημα έχει κολλήσει κατά τη διάρκεια μιας ηχογράφησης, ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να το λύσετε και να προχωρήσετε;
Μου συνέβη πρόσφατα. Να έχει κολλήσει ο τραγουδιστής, να δουλεύουμε το ίδιο σημείο για αρκετή ώρα, και να μην του βγαίνει. Κάνουμε ένα μικρό break, πάμε σε άλλο κομμάτι ή σε άλλο σημείο του κομματιού. Να φύγει το μυαλό από εκεί, γιατί δεν πρόκειται για ανικανότητα του ανθρώπου εκείνη τη στιγμή. Κολλάς, κουράζεσαι, άνθρωποι είμαστε, σε όλους μας έχει συμβεί. Και σε μένα μπορεί να συμβεί και να πω ότι αυτήν τη στιγμή δεν είμαι συγκεντρωμένος, οφείλω απέναντι σε εμένα και στον καλλιτέχνη να πω ότι «είμαι κουρασμένος, δεν το έχω, δέκα λεπτά διάλειμμα γιατί θα κάνω λάθος. Και άμα κάνω λάθος θα το πληρώσουμε, και εσύ, και εγώ».

Πόσο σημαντικό είναι να κάνεις τον καλλιτέχνη να νιώθει άνετα στο στούντιο, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κάνεις πράγματα που είναι λίγο αντισυμβατικά;
Είναι πολύ σημαντικό ο καλλιτέχνης να νιώθει άνετα και οικεία, ασχέτως τεχνικών προδιαγραφών και εξοπλισμού. Γι’ αυτό πάντα συζητάω με τον καλλιτέχνη. Θέλω να είμαι σίγουρος ότι έχει εξοικειωθεί με τον χώρο. Θα τον ρωτήσω πώς νιώθει, τι του αρέσει, τι φωτισμό θέλει, τι θα του κάνει καλό, αν θέλει συχνά διαλείμματα. θέλω να γνωρίζω καλύτερα τον άνθρωπο, να προβλέπω το σημείο που θα κουραστεί, ότι εκεί θα του άρεσε να κάνει ένα διάλειμμά με έναν καφέ για να του έρθει η έμπνευση, τέτοια πράγματα. Μικρές, αλλά σημαντικές λεπτομέρειες, που θα τον βοηθήσουν να αφοσιωθεί σε αυτό που έχει να κάνει.

Υπάρχει κάποια αποτυχία που σας οδήγησε σε μία επιτυχία;
Ναι. Ξεκάθαρα. Για να το πω όσο πιο απλά γίνεται, η αποτυχία είναι συχνά το μέσο για να πας στην επιτυχία. Αρκεί μετά την αποτυχία να αποστασιοποιηθείς λίγο και να δεις με όσο πιο καθαρό μυαλό γίνεται πού έφταιξες και να το διορθώσεις. Γιατί μπορεί η αποτυχία να σε κάνει να απογοητευτείς, μπορεί να συμβεί αυτό. Είναι μεγάλη υπόθεση να κάνεις τον απολογισμό σου. Θέλει θάρρος, αλλά αυτό είναι που σε πάει μπροστά.

Με ποια προγράμματα ηχογράφησης δουλεύετε;
Με τα Pro tools της AVID εδώ και πάρα πολλά χρόνια, που είναι το industry standard, και πολύ αξιόπιστα.

Για ποια είδη μουσικής είναι πιο κατάλληλος ο χώρος που διαθέτετε;
Δεν είμαι πολύ fan της ταμπέλας, αλλά μιας και είναι ένας κώδικας επικοινωνίας μεταξύ μας, θα έλεγα κυρίως στον χώρο του metal, rock και experimental ήχου. Και οτιδήποτε τα συνδυάζει όλα αυτά. Μπορεί να είναι μία rock 'n' roll μπάντα με επιρροές από τη δεκαετία του 1970. Μπορεί να είναι μια μπάντα με στοιχεία jazz και death metal, είτε μια καθαρά πιο extreme μπάντα, είτε ακόμη και μια πιο ατμοσφαιρική και πειραματική.

Επίσκεψη στα Grindhouse Studios: Ο μουσικός παραγωγός Γιώργος Μπόκος μιλά για τη διαδικασία ηχογράφησης, την παραγωγή και την ολοκλήρωση ενός άλμπουμ
© Θανάσης Καρατζάς

Τι στοιχεία πρέπει να έχει μία δουλειά για να θεωρείται ολοκληρωμένη;
Το πιο σημαντικό πράγμα είναι η performance, η αρτιότητα των μουσικών εκτελέσεων. Αυτό είναι το πρώτο δεδομένο που πρέπει να υπάρχει για να πατήσουν όλα τα υπόλοιπα μέχρι να ολοκληρωθεί η μείξη και το mastering. Και, το ακόμα πιο ιδανικό, να υπάρχει αυτό που ουσιαστικά γεννάει η μουσική, το συναίσθημα, το κάτι διαφορετικό, τον χαρακτήρα. Ο χαρακτήρας για εμένα είναι πολύ σημαντικός σε ένα μουσικό αποτέλεσμα γιατί δημιουργεί την ταυτότητα της ηχητικής αναγνώρισης. Πάντα με απασχολεί να συνεργάζομαι με ανθρώπους που έχουν την ίδια φιλοσοφία, που θέλουν να αναπτύξουν κάτι δικό τους και να βάλουν το δικό τους λιθαράκι στην εξέλιξης της μουσικής δημιουργίας. Να βγαίνουν συνέχεια καλές συνθέσεις, με δυνατό songwriting και όλα αυτά ολοκληρώνονται με μια υψηλής ποιότητας ηχοληψία και παραγωγή.

Για ποιο λόγο να προτιμήσει κάποιος το δικό σας studio από κάποιο άλλο;
Γιατί, πιστεύω, έχει ένα διαφορετικό vibe από τα τυπικά recording studios. Είναι στον πέμπτο όροφο ενός κτηρίου με θέα την Ακρόπολη, έχει βεράντα έξω, θα βγεις, θα πιεις τον καφέ σου. Είναι μεν ένας μικρός χώρος, αλλά θεωρώ ότι υπάρχει μία ζεστή ατμόσφαιρα. Το Grindhouse μπορεί στεγάζεται σε ένα σπίτι, αλλά είναι ένα πλήρως εξοπλισμένο και καλοστημένο επαγγελματικό studio με ιδιαίτερη αισθητική. Οπότε έχει αυτή την ιδιαιτερότητα, να μπορείς να βλέπεις το φως της ημέρας, να νιώθεις άνετα και οικεία. Πέρσι προσθέσαμε ένα κορυφαίο σύστημα monitoring και ένα νέο recording room. Διαθέτουμε μια μεγάλη και ιδιαίτερη συλλογή με περισσότερες από 20 κιθάρες (Solar, Gibson, Ibanez κ.ά.), πληθώρα ενισχυτών και καμπινών (Mesa Boogie, KSR, Vox, Marshall κ.ά.), αλλά και μια μεγάλη γκάμα σε ταμπούρα και πιατίνια (Tama, Pearl, Meinl, Sabian κ.ά.) ικανά να καλύψουν ένα πολύ μεγάλο εύρος και την αισθητική του ήχου από 70s rock έως και death metal. Πρόσφατα το studio εξοπλίστηκε με ένα πιάνο Kawai και από φέτος ξεκινήσαμε μια εταιρία κατασκευής καμπινών κιθάρας. Αν συνυπολογίσεις και την 20ετή παρουσία μας στο χώρο, τότε έχεις ακόμη περισσότερους λόγους να επιλέξεις τα Grindhouse Studios Athens.

Πέραν της ηχοληψίας, ασχολείστε και με την παραγωγή; Ποια είναι η διαφορά; Υπάρχει extra χρέωση;
Όχι, δεν υπάρχει κάποια επιπλέον χρέωση, είναι στο κομμάτι της συνεργασίας και ανάλογα με τις ώρες που έχει γίνει booked το studio. Διαφορετική χρέωση υπάρχει μόνο αν κάνω την ηχοληψία ή την παραγωγή σε άλλο studio.

Ακούμε κάποιους που γράφουν στο σπίτι τους. Τι συμβουλή τους δίνετε;
Εκμεταλλευτείτε όσο μπορείτε αυτή τη φοβερή δυνατότητα να καταγράφετε μία ιδέα στο σπίτι σας! Στις δικές μας εποχές είχαμε ένα κασετόφωνο με κάτι κασέτες που μασάγανε, το βάζαμε κοντά στον ενισχυτή ελπίζοντας ότι κάτι θα γράψει! Άλλες εποχές. Έπρεπε όμως να βρεις έναν τρόπο, γιατί αλλιώς μόνο σε studio μπορούσες να ηχογραφήσεις κανονικά. Τα περισσότερα demo οι πιτσιρικάδες έτσι τα γράφαμε. Συμβουλευτείτε, λοιπόν, όσο μπορείτε tutorial videos στο YouTube, φίλους σας που ασχολούνται με το ίδιο αντικείμενο, αναζητήστε online recording workshops και τέλος το πιο σημαντικό για μένα, πειραματιστείτε!

Μπορεί να παντρευτεί το bedroom recording με το pro studio;
Ναι μπορεί, αρκεί να πληρούνται κάποιες minimum προδιαγραφές. Και ο τρόπος είναι ένας: πολλή καλή performance. Γιατί όπου και να λάβει μέρος μια ηχογράφηση, είτε στο bedroom είτε στο μεγαλύτερο studio του πλανήτη, αν είναι χάλια δεν σε σώζει κανένας.

Ακούμε πολλά για τον αναλογικό ήχο που θέλουν να παράξουν κάποιες μπάντες. Ποια είναι η πραγματικότητα; Γίνεται;
Φυσικά και γίνεται, με μία φουλ αναλογική αλυσίδα και όταν λέω φουλ, εννοώ φουλ. Πουθενά υπολογιστής. Η ηχογράφηση θα πρέπει να γίνει σε ταινία, η επεξεργασία σε αναλογική κονσόλα και εξωτερικούς επεξεργαστές και η χάραξη του μάστερ βινυλίου να γίνει απευθείας από μια mastering αναλογική αλυσίδα. Όλοι οι υπόλοιποι ψηφιακοί τρόποι αναλογικής προσομοίωσης είναι μεν πολύ κοντά σε αυτό που ονομάζουμε αναλογικό ήχο, αλλά δεν είναι το ίδιο πιστοί. Και ίσως και να μην έχει και νόημα αυτοί οι δυο κόσμοι να ταυτιστούν στον απόλυτο βαθμό.

Το live recording είναι πραγματικά live;
Σε πάρα πολλές περιπτώσεις είναι, σε άλλες όχι. Θα παίξουν και overdubs, θα παίξουν και διορθώσεις. Για μένα δεν είναι κακό αυτό. Δηλαδή, αν ένα συγκρότημα πρόκειται να κυκλοφορήσει σε δίσκο μια live συναυλία του και του τύχει να κάνουν κάποιο ακραίο λάθος, τότε δεν είναι κακό να κάνεις κάποια διόρθωση. Γιατί το ηχογράφημα μένει και σε ακολουθεί μια ολόκληρη ζωή. Δεν είναι ότι δεν παραμένει live, τον είδες, βγήκε στο σανίδι και το ’παιξε. Δεν έκατσε στο σπίτι του να το παίξει και να διορθώσει νότα νότα.

Τελικά τι κάνει μία παραγωγή τεράστια;
Έχει να κάνει με το πόσο ανοιχτή είναι η στερεοφωνική της εικόνα. Να έχεις καλύψει το εύρος των συχνοτήτων έτσι ώστε όλα τα όργανα να είναι ξεκάθαρα, να έχει το κάθε ένα τον χώρο του και το depth ή αλλιώς το βάθος πεδίου όπως λέγεται στα ελληνικά. Προσωπικά θεωρώ μια παραγωγή τεράστια όταν νιώθω τους μουσικούς να παίζουν μπροστά μου, ανεξαρτήτως είδους μουσικής.

Επίσκεψη στα Grindhouse Studios: Ο μουσικός παραγωγός Γιώργος Μπόκος μιλά για τη διαδικασία ηχογράφησης, την παραγωγή και την ολοκλήρωση ενός άλμπουμ
© Θανάσης Καρατζάς

Γνωρίζουμε μία διαφωνία που υπάρχει παγκοσμίως ανάμεσα σε αυτούς που θέλουν τις παραγωγές δυνατές (loudness war) και σε εκείνους που προτιμούν οργανικές, φυσικές. Τι προτιμάτε;
Κλασικό debate, αιωνίων αντιπάλων. Ως ακροατής αυτό που με κερδίζει είναι το να επιλέγεται αυτό που εξυπηρετεί το κομμάτι. Δηλαδή δεν έχω πρόβλημα αν για την εξυπηρέτηση του κομματιού το σήμα είναι υπερβολικά κομπραρισμένο. Αρκεί να μην έχει ενοχλητικές συχνότητες, εκεί για μένα είναι το ζητούμενο. Αντιστοίχως, αν σε ένα κομμάτι ταιριάζει μια πιο οργανική προσέγγιση, τότε το υπερβολικό compression δεν έχει καμία θέση. Τώρα ως μηχανικός ήχου προτιμώ το πιο οργανικό ή ένα balance μεταξύ οργανικού και κομπρεσαρισμένου ήχου, γιατί έχει κίνηση, έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Η μουσική είναι ένα ηχητικό κύμα. Οπότε όταν το κομμάτι είναι απλά ένα μονοδιάστατο block από το compression, ένας τσιμεντόλιθος όπως κάποιες φορές λέω χαριτολογώντας, μετά από λίγο κουράζει. Όταν έχει κύμα, έχει πιο πολύ ενδιαφέρον. Όπως είναι και η καθημερινότητά μας, η ίδια η ζωή έχει περισσότερο νόημα για εμένα όταν υπάρχει κύμα και κίνηση από το να είναι σταθερή, ή στα peaks συνέχεια. Κάπως έτσι το βλέπω.

Δώστε μας μία λίστα με πέντε πράγματα που πρέπει να έχει (κάνει) ένας μουσικός πριν μπει στο στούντιο να γράψει μαζί σας.
Θα ξεκινούσα με το πιο βασικό. Να είναι άψογα προετοιμασμένος όσο αφορά το τεχνικό και ερμηνευτικό κομμάτι, καθώς πολλές φορές ο στόχος στο στούντιο δεν είναι απλά να καταγραφεί το υλικό, αλλά να γίνει με τέτοιο τρόπο που ο μουσικός να ξεπερνά τον ίδιο του τον εαυτό. Τότε μιλάμε για κάτι μαγικό. Σε ό,τι αφορά στη σύνθεση των κομματιών, θεωρώ απαραίτητη την προπαραγωγή, είτε έχει γίνει σε συνεργασία μαζί μου, είτε την έχει κάνει το συγκρότημα. Υπάρχουν συγκροτήματα που έχουν μέλη που ασχολούνται με τη μουσική παραγωγή, άρα μπορούν να φέρουν εις πέρας ένα αξιοπρεπέστατο demo / προπαραγωγή, έτσι ώστε να παρουσιάσουν το υλικό στο studio. Άρα η προ-παραγωγή είναι πολύ σημαντική, είναι ο οδηγός του τι θα κάνουμε και ποιο είναι το μουσικό όραμα. Σε κάποιες φάσεις είναι ένας πολύ αυστηρός οδηγός που πρέπει να ακολουθηθεί, σε κάποιες άλλες ωστόσο φάσεις σου λέει «εδώ μπορείς να με ξεχάσεις και να κάνεις λίγο ό,τι σου βγει στο studio». Χωρίς αυτό είμαστε εντελώς στον αέρα, δεν ξεκινάω μία δουλειά χωρίς προπαραγωγή. Όσον αφορά στην προετοιμασία της ηχογράφησης, είναι απαραίτητο τα όργανα να είναι πολύ σωστά σεταρισμένα. Μεγίστης σημασίας είναι το κούρδισμα των τυμπάνων και η τοποθέτηση καινούργιων δερμάτων. Συνήθως και μετά από πολλή κουβέντα με τον ντράμερ για το τι ήχο θα προσεγγίσουμε, αφιερώνουμε στάνταρ μία ημέρα ολόκληρη για το κούρδισμα των τυμπάνων και για το πώς θα είναι τα sustains ανάλογα με το κούρδισμα. Η οργάνωση επίσης είναι πολύ σημαντική στην όλη διαδικασία. Last but not least, η πολύ καλή διάθεσή και αγάπη για αυτό που κάνουμε και η καλή ψυχολογία. Όρεξη. Μπαίνουμε, πάμε να κάνουμε άλμπουμ και είμαστε τρελαμένοι από την χαρά μας. Όταν αυτή η ενέργεια βγαίνει στο στούντιο τότε μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να φέρει.

Επίσκεψη στα Grindhouse Studios: Ο μουσικός παραγωγός Γιώργος Μπόκος μιλά για τη διαδικασία ηχογράφησης, την παραγωγή και την ολοκλήρωση ενός άλμπουμ
© Θανάσης Καρατζάς

Τελικά, τι κάνει ένα στούντιο ηχογραφήσεων καλό; Είναι ο εξοπλισμός του, το έμψυχο δυναμικό, ή οι χώροι του;
Θα έλεγα συνδυασμός και των τριών, μία ισορροπία όλων αυτών φέρνει το καλύτερο αποτέλεσμα. O εξοπλισμός θα σου δώσει αυτό το κάτι παραπάνω που όλοι αναζητούμε στον ήχο και που δεν μπορεί να σου παρέχει το bedroom studio που έχεις. Ο χώρος θα σε κάνει να νιώσεις ότι «εδώ έρχομαι αποκλειστικά για να δημιουργήσω ένα μουσικό έργο ή απλά για να συνθέσω και να ηχογραφήσω τη μουσική μου». Άρα ο χώρος έχει μεγάλη σημασία. Θα σε επηρεάσει στην απόδοσή σου, στην ενέργεια, στη διάθεση. Και φυσικά καθοριστικό ρόλο παίζει ο άνθρωπος που το τρέχει όλο αυτό. Δεν είναι μόνο ότι χειρίζεται τον εξοπλισμό και έχει επιμεληθεί του χώρου, αλλά θα αναπτύξει μια σχέση μαζί σου καθ’ όλη την διάρκεια των ηχογραφήσεων. Όλα τα παραπάνω αποτυπώνονται με έναν μαγικό πολλές φορές τρόπο στο τελικό μουσικό αποτέλεσμα που μένει άφθαρτο στον χρόνο.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.