Μουσικη

Η εμπειρία που λέγεται Λεωνίδας Καβάκος

Ένα βράδυ με Μπαχ στην Επίδαυρο την εποχή του Covid-19

_mg_7139.jpeg
Λίνα Στεφάνου
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ο Λεωνίδας Καβάκος στην Επίδαυρο ανοίγει το Φεστιβάλ Αθηνών
Ο Λεωνίδας Καβάκος στην Επίδαυρο

Το Φεστιβάλ Αθηνών άνοιξε και επισήμως την αυλαία του στην Επίδαυρο με τον βιολονίστα Λεωνίδα Καβάκο να κλέβει το χειροκρότημα παίζοντας Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ

Το πρώτο έργο το εκτέλεσε άψογα. Εκείνος παρέμεινε αυστηρός και ασφαλής στις γραμμές του, κι εμείς, έχοντας βιώσει τα μέτρα ασφαλείας κι έχοντας ακόμα τον φόβο του covid-19 στο κεφάλι μας, ήμασταν ανέτοιμοι. Σχεδόν απρόθυμοι. 

Πώς είναι να παίζεις μόνος σου, όρθιος, στην ορχήστρα (τη σκηνή του θεάτρου) μπροστά στη θυμέλη (βωμός), χωρίς παρτιτούρα, χωρίς μικρόφωνο, με το κοίλον να υψώνεται από πάνω σου και να σ' εκμηδενίζει με το βάρος του; Πώς είναι να στέκεσαι μόνος μ' ένα βιολί και να παίζεις, μέσα σ' ένα ημικύκλιο από 100 κεριά, σ' ένα από τ' αρχαιότερα θέατρα του κόσμου που φημίζεται για την ακουστική του; Μπροστά σε υπουργούς, ισχυρούς των τεχνών και των γραμμάτων, απλούς ανθρώπους που ταξίδεψαν χλμ από διαφορετικά μέρη της Ελλάδας, για να σε ακούσουν;

Δεν ξέρω αν ο Λεωνίδας Καβάκος τα σκεφτόταν όλα αυτά. Δεν μπορώ να φανταστώ καν τι ένιωθε την Παρασκευή το βράδυ, στις 17 Ιουλίου, που στάθηκε μπροστά μας, σήκωσε το χέρι του με το δοξάρι και άρχισε να παίζει για μια ώρα κι ένα τέταρτο, χωρίς να πάρει ανάσα, χωρίς να σταματήσει, όπως μας είχαν προειδοποιήσει ότι ήταν λογικό να συμβεί, χωρίς να διακόψει τη μυσταγωγία. Κραταιός!

Ξέρω ότι όσο έπαιζε, τόσο συγκεντρωνόταν στον εαυτό του. Κι όσο συγκεντρωνόταν τόσο μεγάλωνε η δύναμή του. Αποσπούσε μία μία τις νότες και μας τις πρόσφερε λαμπερές, απαστράπτουσες, κάθε μία να έχει το δικό της χώρο και χρόνο και όλες μαζί να δημιουργούν ένα τέλειο σύνολο. Ο Καβάκος άπλωσε επάνω μας ένα δίχτυ και μας τράβηξε όλους μαζί, στο δικό του ταξίδι. Και το δύσκολο αυτό έργο του Μπαχ –τετραμερείς σονάτες όπου εναλλάσσονται αργά μέρη με πολυφωνίες και παρτίτες με χορευτικά μέτρα– έγινε κοινός τόπος μυστηρίου. 

Ο Προυστ έλεγε πως είναι η όσφρηση και η γεύση οι αισθήσεις που βαστούν το τεράστιο οικοδόμημα της ανάμνησης. Χθες ο Καβάκος πρόσθεσε σ' αυτές και την αίσθηση της ακοής. Δεμένες με τον ήχο, άρχισαν να αποσπούνται από τα βάθη της συνείδησής μου, και να σχηματίζονται μπροστά μου πέτρα πέτρα, πρώτα οι τρούλοι κι ύστερα τα τείχη του κάστρου της Μονεμβασιάς, εκεί όπου παλιά συνήθιζα πάντα να περνάω λίγες μέρες κάθε φθινόπωρο, ακούγοντας από ένα παλιό γουόκμαν, ανάμεσα στ' άλλα και τα έργα αυτά του αγαπημένου Γερμανού συνθέτη.  

Στην επετειακή συναυλία για τα 65 χρόνια του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου υποπτεύομαι πως κι άλλοι θεατές που είχαν την τύχη να παραβρεθούν στη συναυλία, έζησαν τέτοια μικρά δώρα-θαύματα. Ίσως γιατί ο Ασκληπιός στάθηκε πραγματικά δίπλα στον μεγάλο αυτό σολίστα και πρόσδωσε θεραπευτικές ιδιότητες στη μουσική του, αποδίδοντας στο αρχαίο θέατρο ξανά τον παλαιό του ρόλο ως ιερό θεραπευτήριο. 
Όταν ο Καβάκος, εξουθενωμένος, κατέβασε τελικά το βιολί από τον ώμο του, το χειροκρότημα ήταν χαλαρό, λες και η σιωπή που είχε πέσει σαν πέτρα ξαφνικά, είχε σπάσει τα μάγια και μας είχε αποσπάσει από το συλλογικό όνειρο που ζήσαμε εκείνη τη νύχτα. 

Στο δεύτερο και τρίτο μπιζάρισμα που ακολούθησαν, το κοινό απελευθερωμένο πλέον ζητωκραύγαζε, ενώ στο τέταρτο μπιζάρισμα όταν ο καλλιτέχνης, σεμνός και ευτυχής, γονάτισε και άγγιξε με το χέρι του τη θυμέλη, ο κόσμος έφτασε στα όρια παραληρήματος και οι ουρανομήκεις κραυγές του έραναν, σαν λουλούδια, τον εμφανώς κουρασμένο αλλά και συγκινημένο Λεωνίδα Καβάκο.  

ΠΡΟΣΦΑΤΑ