Μουσικη

Χρήστος Ραφαηλίδης. Echo from ΝΥ

«Για μένα η τζαζ αποτελεί μέσο έκφρασης και επικοινωνίας»

4169-207182.JPG
Γιώργος Δημητρακόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 260
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
11552-26452.jpg

Συνέντευξη: Ο Χρήστος Ραφαηλίδης μιλάει για τη jazz, τους Manhattan Vibes, την Εύη Σιαμαντά και τον Μίμη Πλέσσα

Ένας Έλληνας στη Νέα Υόρκη. Από τους κορυφαίους βιμπραφωνίστες της παγκόσμιας jazz σκηνής. Αν δεν τον ξέρεις, μάλλον ήρθε η ώρα να κλείσεις την τηλεόραση. Δημιουργός μαζί με τους Steve Hass και John Benitez των Manhattan Vibes, που θεωρούνται ένα από τα πιο σημαντικά σχήματα της latin jazz. H συναυλιακή του συνάντηση με τον Μίμη Πλέσσα και τη συνεργάτιδά του και χαρισματική ερμηνεύτρια Εύη Σιαμαντά στο Ρίο επέφερε και τον πρώτο του ελληνικό καρπό. Το άλμπουμ «Hχώ» στην Emarel Music με δέκα τραγούδια του Έλληνα συνθέτη, διασκευασμένα και ενορχηστρωμένα από τον ίδιο. Μεταξύ εναέριων διαδρομών Αθήνας - Νέας Υόρκης και πολλών συναυλιών και ωρών σε στούντιο ηχογραφήσεων, πατάει για λίγο pause για να μιλήσει στην A.V. Μπες και δες manhattanvibes.com και emarelmusic.com.

Τι είναι η τζαζ για σένα;
Πολλοί τη βλέπουν σαν ένα απροσδιόριστο σύνολο ήχων, άλλοι σαν μια ανώτατα ανεπτυγμένη μουσική γλώσσα. Για μένα αποτελεί μέσο έκφρασης και επικοινωνίας. Είναι ο απόλυτος φιλελευθερισμός στη μουσική. Το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού την κάνει απρόβλεπτη και δεν την περιορίζει. Αυτό με γοητεύει.

Ποια είναι η ελληνική τζαζ πραγματικότητα;
Έχουμε πολλούς ταλαντούχους Έλληνες μουσικούς, που καλύπτουν τις ανάγκες της εγχώριας τζαζ σκηνής και που παίζουν και στην Ευρώπη. Ο κόσμος πλέον μέσω διαδικτύου μπορεί να επιλέξει τη μουσική που θέλει να ακούσει κι αυτό συμβάλλει στην ανάπτυξη της δημιουργικής μουσικής.

Τι «λείπει» από την ελληνική τζαζ σκηνή;
Το ενδιαφέρον του ευρύ κοινού, καθώς δεν προβάλλεται αρκετά.

Πώς και οδηγήθηκες στο βιμπράφωνο;
Από μικρός έκανα μαθήματα πιάνου και κρουστών. Έτσι, όταν κάποια στιγμή είδα το βιμπράφωνο, ένιωσα ότι βρήκα το όργανο που συνδυάζει με ιστορία τα τρία στοιχεία που με οδήγησαν στη μουσική: μελωδία, αρμονία, ρυθμό.

Έχεις εμφανιστεί δίπλα σε μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της τζαζ. Ποιες συνεργασίες ξεχωρίζεις;
Σημαντικές ήταν οι συναυλίες με την Charles Mingus “Epitaph” Band με μαέστρο τον Gunthner Schuller και καλεσμένο μπασίστα τον Christian McBride, οι εμφανίσεις στο Rose Theater του Lincoln Center στη NY με την Jazz at Lincoln Center Orchestra με σολίστ τον Wynton Marsalis και η συμμετοχή μου στην ηχογράφηση του χριστουγεννιάτικου single της Chaka Khan.

Πώς προέκυψε το «ηχώ/echoes»;
Η συνεργασία μου με τον κύριο Πλέσσα ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2006, με μια μεγάλη συναυλία στη γέφυρα του Ρίο. Μαζί μας ήταν κι η Εύη Σιαμαντά. Δεν χρειάστηκε πολύ για να δω τι μέλλει γενέσθαι. Αποφασίζω να κάνω το ντεμπούτο μου στην ελληνική δισκογραφία διασκευάζοντας τη μουσική ενός από τους πιο αξιόλογους και προοδευτικούς Έλληνες συνθέτες. Σαν τρίο –συνθέτης, ενορχηστρωτής, ερμηνεύτρια– θεώρησα ότι είχαμε όλες τις απαραίτητες προδιαγραφές για να δημιουργήσουμε κάτι καινούργιο και συνάμα διαχρονικό, και το τολμήσαμε.

Πώς θα περιέγραφες τον ήχο του σε 10 λέξεις;
Χειροποίητος, πολύχρωμος, φρέσκος, μελωδικός, ρυθμικός, συμπαγής, soulful, world, ελληνικός, γήινος.

Τι ξεχωρίζεις στη μουσική του Μίμη Πλέσσα που σ’ έκανε να ασχοληθείς με αυτήν;
Θα αναφέρω μερικά από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της που μου προκάλεσαν το ενδιαφέρον. Η αρχιτεκτονική της. Η δομής της είναι βασισμένη σε πλήρη αρμονία και σε εμπνευσμένες μελωδίες. Γίνεται ένωση ανατολής και δύσης με φινέτσα, μαεστρία, γνώση και λόγο, δηλαδή σκοπό. Η ικανότητα του συνθέτη να μπορεί να γράφει ειδικά για συγκεκριμένο ερμηνευτή – είναι χάρισμα μεγάλων δημιουργών όπως ο Duke Ellington. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο που ο κύριος Πλέσσας ανέδειξε τόσο σπουδαίους και σημαντικούς ερμηνευτές. Συναισθήματα όπως αγάπη, πάθος, ένταση, χιούμορ, λύπη, προβάλλονται πολύ έντονα μέσω της μουσικής. Υποθέτω πως σ’ αυτό συντέλεσε και η εμπειρία του συνθέτη στον κινηματογράφο. Το κυριότερο όμως χάρισμα αυτού του τόσο μεγάλου μουσικού έργου είναι πως διακατέχεται από ελληνική περηφάνια και διανόηση και δεν υπάρχει ίχνος μιζέριας.

Τι «έφερε» στη μουσική σου η Εύη Σιαμαντά;
Πολύ χαρισματική τραγουδίστρια και ολοκληρωμένη μουσικός. Συνεργαζόμαστε κοντά στα 10 χρόνια. Έχει παίξει με τους Manhattan Vibes και έχει βρεθεί δίπλα σε μεγάλους Αμερικανούς μουσικούς. Όταν βρίσκεται στη σκηνή βγάζει ψυχή και πάθος, ερωτισμό, ωριμότητα και σιγουριά. Το χαμόγελό της το ακούς στη μουσική της. Συνεχώς ψάχνει να ακούσει και να μάθει καινούργια πράγματα. Σ’ αυτό οφείλεται και το ότι μουσικά μπορεί να κινηθεί σε πολλά διαφορετικά είδη.

Αθήνα ή Νέα Υόρκη και γιατί;
ΝΥ: Έμπνευση από την πολιτισμικότητα. Αθήνα: Αναβάπτισμα στην κληρονομιά. Κοζάνη: Ηρεμία με τους αγαπημένους μου.

Τι μουσική υπόκρουση θα έβαζες σε μια βόλτα στη Νέα Υόρκη;
“I’ve got you under my skin”, από τον Sinatra και τους Count Basie Orchestra.

Αν η Αθήνα ήταν μουσική, τι θα ήταν;
Θα ήταν μια εμπνευσμένη μουσική, παιγμένη από ορχήστρα με μία μόνο πρόβα και χωρίς μαέστρο.

Tι ακολουθεί;
Εμφανιζόμαστε με τους Vibes για 4 παραστάσεις (3-6/6) στο Dizzy’s Club Coca Cola του Lincoln Center στη ΝΥ, μετά ακολουθεί η συμμετοχή μου στη συναυλία του Αλκίνοου Ιωαννίδη (12/6) στο Tribeca Performing Arts της ΝΥ. Μετά ξεκινάμε συναυλίες με τον πιανίστα Salvatore με στόχο την προώθηση του καινούργιου μας CD με τίτλο “Dark Sand”. Θα ολοκληρώσουμε τον κύκλο συναυλιών στις 30/10, παίζοντας στο ιστορικό Carnegie Hall.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ