Με αφορμή την πρώτη της έκθεση στην Ελλάδα με τίτλο «Από τις σκοποβολές στην ελευθερία» στο ΜΟΜus – Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Άλεξ Μυλωνά, θυμόμαστε στιγμές από τη συναρπαστική ζωή της
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Σινεμά και φωτογραφία στο Βερολίνο: Όταν η τέχνη σε κάνει μάρτυρα
Βερολίνο: Εντυπώσεις από ταινίες στη Berlinale και φωτογραφικές εκθέσεις στο C/O Berlin και το Fotografiska
Μετά από 3 σχεδόν χρόνια επέστρεψα και πάλι στο Βερολίνο. Είχα καιρό να έρθω. Είχα βάλει άλλα μέρη σε προτεραιότητα. Το αγαπημένο μου Βερολίνο, το οποίο μετά από δεκάδες επισκέψεις τα τελευταία 20 χρόνια, νιώθω πια κάπως δικό μου, για πρώτη φορά το επισκέφθηκα Φεβρουάριο και ο λόγος ήταν συγκεκριμένος: τόσα χρόνια, τόσες επισκέψεις, και δεν είχα ποτέ παραβρεθεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, τη Berlinale. Μου είχε μιλήσει τόσες φορές η αδερφή μου γι’ αυτό, και στα τέλη του 2025 θεώρησα ότι είχε έρθει η ώρα. Ήταν ένα πενθήμερο ταξίδι γεμάτο κυρίως με τέχνη, γεμάτο εικόνες, γεμάτο εκθέσεις. Γεμάτο.
Την πρώτη ταινία την επέλεξα ενστικτωδώς. Διάβασα μια παράγραφο στην ιστοσελίδα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου (Berlinale) και μου φάνηκε ενδιαφέρουσα, οπότε και έκλεισα εισιτήρια. Λίγες ώρες πριν την προβολή της έμαθα ότι ήταν ένας περίεργος συνδυασμός ταινίας και ντοκιμαντέρ, το οποίο δεν κατάλαβα τι ακριβώς σήμαινε, και άρχισα να ανησυχώ ότι είχα κάνει λάθος επιλογή, ότι έπρεπε να το είχα ψάξει καλύτερα και ότι θα ήταν κάτι πολύ πειραματικό. Η ταινία «The Loneliest Man in Town» είναι αυστριακής παραγωγής και πρωταγωνιστεί ένας πολύς γνωστός αυστριακός μουσικός μπλουζ, ο Αλ Κουκ, ο οποίος υποδύεται τον εαυτό του, και εξιστορεί τι συνέβη όταν το κτίριο στο οποίο έμενε κυριολεκτικά όλη του τη ζωή, πουλήθηκε και εκείνος ήταν ο τελευταίος ένοικος που έμεινε καθότι αρνείτο να φύγει.
Ο Αλ είναι ένας άνθρωπος ο οποίος ζει περιτριγυρισμένος από αναμνήσεις. Η βαθύτερη αλήθεια όμως είναι ότι ζει πλέον μόνο μέσα από αυτές. Είναι μοναχικός, μόνος, παιδιά δεν έχει, η σύζυγός του πέθανε χρόνια πριν, και η καθημερινή του ρουτίνα συμπεριλαμβάνει τη θέαση παλιών βίντεο από μικρές συναυλίες και συνεντεύξεις που είχε δώσει στο απόγειο της μουσικής του καριέρας, και στιγμές με τη σύζυγό του. Το διαμέρισμα και το στούντιό του στο υπόγειο είναι γεμάτα βιβλία, βιντεοκασέτες και δίσκους βινυλίου ― ό,τι έχει απομείνει από μια ζωή που κάποτε είχε ζήσει πλήρως.
Είναι ο μοναδικός ένοικος ενός τεράστιου κτιρίου, του οποίου οι καινούργιοι ιδιοκτήτες προσπαθούν με διάφορους τρόπους να τον διώξουν: με διακοπή ρεύματος ή νερού, με απειλές, και με έναν νταή ο οποίος του προσφέρει λεφτά για να φύγει ειδάλλως θα εγκατασταθεί στο σπίτι του και θα του τρώει το φαγητό. Ο χρόνος για τον Αλ έχει σταματήσει να κυλάει εδώ και καιρό, φαίνεται για χρόνια, ενώ ο κόσμος έχει προχωρήσει. Ακόμα και τα μπλουζ, η μουσική που είναι όλη του η ζωή, ξεχνιέται σιγά σιγά. Η γενέτειρά του δεν είναι πια αυτό που ήταν και η απώλεια της αγαπημένης του συζύγου, Σίλβια, εξακολουθεί να βαραίνει την καρδιά του.
Στο τέλος, η αδίστακτη εταιρεία ακινήτων καταφέρνει να τον πείσει να φύγει ―μεταξύ μας δεν έχει και επιλογή― και ο Αλ αποφασίζει να κάνει κάτι ακραίο. Κάτι που δεν τόλμησε ποτέ στη ζωή του να κάνει: να ταξιδέψει στον βαθύ νότο της Αμερικής, εκεί όπου γεννήθηκε το αγαπημένο είδος μουσικής του, και να ζήσει εκεί. Ξεκινά, λοιπόν, να πουλάει όλα του τα υπάρχοντα, τα ερείπια της ζωής του, και αγοράζει εισιτήριο για μια Αμερική η οποία δεν αντιλαμβάνεται ότι δεν υφίσταται πια. Ταυτόχρονα, όμως, πέφτει τυχαία σε έναν παλιό του έρωτα, στην πρώτη του ίσως κοπέλα, μετά από 50 χρόνια, και εκεί ξεκινά μια καινούργια φιλία. Το ερώτημα που πρεσβεύει στην ταινία είναι το πώς πας μπροστά όταν οι αναμνήσεις είναι το μόνο που σου έχει απομείνει;
Η ταινία ήταν όμορφα παράξενη, μελαγχολική ―ένα χαρακτηριστικό που ο γαμπρός μου μού είπε ότι είναι ενδεικτικό της αυστριακής κουλτούρας, και δη της Βιέννης― γεμάτη όμορφες μουσικές, λίγο αλλά καλό χιούμορ, και ξεχείλιζε αναμνήσεις και μια νοσταλγία που αναπόφευκτα σε έκανε να λυπάσαι τον Αλ, αλλά ταυτόχρονα να αναρωτιέσαι και εσύ για το κόστος του να κοιτάς συνέχεια πίσω, είτε γιατί μετάνιωσες, είτε γιατί είσαι πεπεισμένος ότι όλα ήταν καλύτερα τότε.
Τη δεύτερη ταινία την επέλεξε η αδερφή μου. Είχα πολύ καιρό να δω animation, αλλά γενικά έχω δει πολλά και το συντριπτικό ποσοστό μού αρέσει. Ήμουν λοιπόν ενθουσιασμένη και μπήκα με σχετικά μεγάλες προσδοκίες στην αίθουσα. Η ιστορία της ταινίας «A New Dawn» έχει να κάνει με ένα εργοστάσιο πυροτεχνημάτων που κάποτε βρισκόταν σε ένα δάσος με πλούσια βλάστηση, και το οποίο πρόκειται να κλείσει καθότι ένας μεγάλος δρόμος σχεδιάζεται να επεκταθεί απευθείας μέσα από τις εγκαταστάσεις του. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ο Κεϊτάρο, ένας από τους πρωταγωνιστές μας, έχει κλειδωθεί μέσα στο κλειστό εργοστάσιο και φτιάχνει πυροτεχνήματα μόνος του.
Είναι αποφασισμένος να ξετυλίξει το μυστήριο του Σουχάρι, ενός μυθικού πυροτεχνήματος που αντιπροσωπεύει το σύμπαν και το οποίο οραματίστηκε ο πατέρας του πριν εξαφανιστεί χωρίς ίχνος. Δεν ακούγεται πάρα πολύ ωραίο και γεμάτο δυνατότητες; Δυστυχώς, δεν ήταν. Όντας animation, και δεδομένης της ελευθερίας που είχε, περιορίστηκε, για μένα, σε πολύ βασικούς συμβολισμούς, χωρίς ίχνος φαντασίας, και χωρίς ένα τέλος το οποίο να σε εκπλήξει ή να σε καταπλήξει. Έμεινε ασφυκτικά προσγειωμένο στην πραγματικότητα, και τελείωσε με έναν, για μένα, ηττοπαθές επίλογο χωρίς λόγο. Do not recommend.
Το C/O Berlin είναι ένας πολύ ιδιαίτερος και βαθιά βερολινέζικος χώρος εκθέσεων σύγχρονης τέχνης και φωτογραφίας, και τον έχω επισκεφθεί αρκετές φορές καθότι δεν έχει μόνιμες εκθέσεις. Αυτή τη φορά, φιλοξενούσε τρεις διαφορετικές εκθέσεις, εκ των οποίων, οι δύο παραήταν «σύγχρονες» για εμένα ―ας το αφήσουμε εκεί γιατί, λυπάμαι, αλλά απλά με ξεπερνά και δεν μπορώ αυτό που είδα να το θεωρήσω τέχνη απλά επειδή έχει μια περίπλοκη και καλά δομημένη ανάλυση―, και την έκθεση «Eyes to Fly With», την πρώτη μεγάλη αναδρομική έκθεση της Graciela Iturbide (γεν. 1942, Μεξικό), μιας από τις κορυφαίες φωνές της σύγχρονης φωτογραφίας.
Η έκθεση, που αναπτύχθηκε σε στενή συνεργασία με την καλλιτέχνιδα, περιλαμβάνει εμβληματικές σειρές μαζί με φωτογραφίες που σπάνια έχουν παρουσιαστεί, παρακολουθώντας την εξέλιξη της φωτογραφικής πρακτικής της καλλιτέχνιδας, η οποία έχει συμβάλει στη διαμόρφωση της εικόνας του Μεξικού και του λαού του για πάνω από πέντε δεκαετίες.
Όσον αφορά στην τέχνη, αν πρέπει να επιλέξω κάτι όταν ταξιδεύω, θα είναι πάντα πινακοθήκες και εκθέσεις φωτογραφίας. Τις απολαμβάνω και τις «νιώθω» μακράν πιο έντονα από ένα μουσείο με αρχαιολογικά ευρήματα. Και αυτή η έκθεση δεν υπήρξε εξαίρεση. Τη φωτογράφο αυτή δεν τη γνώριζα, αλλά τα συναισθήματα και οι ιστορίες που πηγάζανε μέσα από τις εικόνες της ήταν εκπληκτικές. Ενώ δεν υπήρχαν χρώματα, ο τρόπος με τον οποίο μπόρεσε να εξισορροπήσει τόσο το φως και το σκοτάδι, όσο και το βάθος―την απεραντοσύνη του τοπίου σε μία εικόνα και την αμεσότητα και εγγύτητα ενός υποκειμένου στην άλλη―σε έκαναν να στέκεσαι για ώρα μπροστά σε κάθε μία για να εξετάσεις τι ήταν αυτό που σε έκανε να νιώσεις. Σε κάποιες, μάλιστα, επέστρεψα μετά από λίγο, γιατί δεν είχαν φύγει από μέσα μου. Αν αυτό δεν είναι τέχνη, τότε δεν ξέρω τι είναι.
Η έκθεση «Eyes to Fly With» περιέχει φωτογραφίες με ευαίσθητο περιεχόμενο, που ασχολούνται ιδιαίτερα με τον θάνατο και τις τελετουργίες στη μεξικανική κουλτούρα. Το έργο της διερευνά τις συχνά στενές σχέσεις μεταξύ ταυτότητας, τελετουργίας και κοινωνίας. Ο τίτλος της έκθεσης («Μάτια με τα οποία να πετάξω») εμπνέεται από τον τίτλο μιας από τις αυτοπροσωπογραφίες της και αναφέρεται, σε μεταφορικό επίπεδο, στην κατανόηση της φωτογραφίας από την Iturbide ως μέσο εξερεύνησης τόσο του εαυτού της όσο και του κόσμου, ένα μέσο που είναι απελευθερωτικό και ανοίγει νέες προοπτικές.
Και τέλος, φτάνουμε στις εκθέσεις του πολυχώρου Fotografiska, ο οποίος αν ποτέ βρεθείτε στο Βερολίνο, αξίζει πραγματικά να επισκεφθείτε. Εκεί φιλοξενούσαν τρεις εκθέσεις: την «Photo Synthesis» του Shepard Fairey, την έκθεση «Father» της Diana Markosian, και την έκθεση «Memoria» του James Nachtwey.
Οι δύο τελευταίες ήταν αυτές που με καθήλωσαν περισσότερο για διαφορετικούς λόγους. Η έκθεση «Memoria» έχει να κάνει με απουσία, μνήμη και συμφιλίωση. Είναι μια αυτοβιογραφική έκθεση της καλλιτέχνιδας, η οποία αναλογίζεται πως οι αποφάσεις που παίρνουμε διαμορφώνουν το ποιοι γινόμαστε. Γεννημένη στη Μόσχα, σε ηλικία επτά ετών, η Μαρκόσιαν έφυγε από τη Ρωσία με τη μητέρα και τον μεγαλύτερο αδελφό της για να μετακομίσουν στην Καλιφόρνια. Η μετακίνηση αυτή ήταν που κατακερμάτισε ολοκληρωτικά τους δεσμούς της οικογένειάς της.
Η μητέρα της είχε εξαφανίσει κάθε ίχνος του πατέρα της, ακόμα και τις φωτογραφίες του, και έτσι η Μαρκόσιαν, ως ενήλικας χρόνια μετά, προσπάθησε να τον βρει, και τα κατάφερε. Η έκθεση αυτή ουσιαστικά αποθανατίζει την προσπάθειά της να ξαναχτίσει τη σχέση της με τον πατέρα της σε βάθος μιας δεκαετίας, με την κάθε επίσκεψη να αποκαλύπτει και να φέρνει στο φως καινούργιες λεπτομέρειες και δεδομένα της «άλλης πλευράς» τα οποία δεν γνώριζε η ίδια. Οι φωτογραφίες αποθανατίζουν τόσο το τι βίωσε και τι έχασε, όσο και το ποια είναι ως αποτέλεσμα αυτού.
Είναι δύσκολο να περιγράψω τι ένιωσα βλέποντας τις φρικτές εικόνες της έκθεσης «Memoria». Ο πιο απλός τρόπος να περιγράψω την έκθεση καθαυτή είναι με τα λόγια που αναγράφονται και στην ιστοσελίδα του Fotografiska: «Τι σημαίνει να είσαι μάρτυρας στα χειρότερα πράγματα που κάνουν οι άνθρωποι ο ένας στον άλλον (να βλέπεις ουσιαστικά τη χειρότερη πιθανή πτυχή της ανθρώπινης φύσης) και να εξακολουθείς να πιστεύεις στη συμπόνια;» Η έκθεση επικεντρώνεται στις ανθρώπινες συνέπειες του πολέμου και σε κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα, αναδεικνύοντας τον άνθρωπο μέσα σε μεγάλης κλίμακας ιστορικές αναταραχές. Επίσης, αναλογίζεται τον ουσιαστικό ρόλο της ίδιας της φωτογραφίας: ως μέσο μνήμης, ως πράξη διατήρησης και ως εργαλείο που αντιστέκεται στη λήθη.
Δεν μου είχε ξανατύχει να νιώθω να δένεται ένας τεράστιος κόμπος στο στέρνο μου, να βουρκώνω και να έχω ταχυπαλμία σε μια έκθεση φωτογραφίας. Αλλά ο Νάχτγουεϊ καταφέρνει ακριβώς αυτό, σε σημείο που ντρέπεσαι να σκεφτείς πόσο όμορφες είναι μερικές εικόνες δεδομένης της συνθήκης που αποθανατίζουν. Γιατί είναι όμορφες, και φρικαλέες, και σπαρακτικές, και δυστυχώς, μια πραγματικότητα την οποία εκτός και αν δεις κατάματα, μπορείς τόσο εύκολα να «αρνηθείς» ότι συμβαίνει. Και περπατώντας στους διαδρόμους της έκθεσης δεν μπορούσες να σταματήσεις να κοιτάζεις, ενώ δεν άντεχες να κοιτάζεις άλλο. Μας κάνει όμως μάρτυρες, γιατί οφείλουμε να γίνουμε.
Οφείλουμε στη ζωή μας, αν μη τι άλλο, να βλέπουμε, να κοιτάμε, να γινόμαστε μάρτυρες.
Δειτε περισσοτερα
Mη σοκάρεστε, το naked dress δεν είναι «γυμνό», είναι απλά μία προκλητική σκηνοθεσία
Πίνακες, γιγαντοοθόνες, VR γυαλιά. H διαδραστική έκθεση του Βίνσεντ Βαν Γκογκ στο Ολυμπιακό κέντρο Γουδί, τα είχε όλα
Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης συναντά τη Λένα Κιτσοπούλου στην πολύκροτη διασκευή του «Σωσμένου» και μιλάει στην Athens Voice για το θέατρο, το σινεμά και τη ζωή του
Ένα πενθήμερο ταξίδι γεμάτο τέχνη και συναίσθημα
Η μεγάλη γιορτή της μουσικής ξεκινά στις 7 Μαρτίου και ολοκληρώνεται στις 3 Απριλίου