Χορος

Αθανασία Κανελλοπούλου: «Όλα έγιναν κάτω από το βλέμμα της Πίνα Μπάους, σε μια μητρική αγκαλιά»

Η διεθνής χορεύτρια και χορογράφος μιλά για τη μαθητεία της δίπλα στην κορυφαία Γερμανίδα δημιουργό και το σόλο της «Inside Out»

Ειρήνη Παδουβά
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Αθανασία Κανελλοπούλου μας συστήνει τον δικό της εσωτερικό κόσμο όπου ο χορός και η ζωή γίνονται ένα.

Την Παρασκευή 8 Μαΐου βρέθηκα στην προβολή του ντοκιμαντέρ «Pina» στον κινηματογράφο Δαναό, του πολυβραβευμένου σκηνοθέτη Βιμ Βέντερς, αφιερωμένο στη χορογράφο Πίνα Μπάους. Ένα ιδιότυπο ποτ πουρί από εμβληματικά έργα όπως τα Café Müller, Le Sacre du printemps, Vollmond και Kontakthof ζωντάνεψε στη σκηνή και στον φακό με έναν τρόπο καθηλωτικό.

Κι όμως, το πιο συγκινητικό στοιχείο της βραδιάς δεν ήταν το ντοκιμαντέρ. Ήταν η παρουσία της Αθανασίας Κανελλοπούλου, της επί έξι χρόνια guest χορεύτριας στο Wuppertal Tanztheater της Πίνα Μπάους, με το σόλο της «Inside Out», μια performance βαθιά επηρεασμένη από το χορογραφικό σύμπαν της Μπάους. Μια ερμηνεία που δεν παρακολουθείς απλώς· σου μιλά, σου απευθύνεται, σε προκαλεί να συνδιαλλαγείς μαζί της. Όταν η παράσταση τελείωσε και τα φώτα άναψαν, η Αθανασία μου είπε αυτό που ίσως συμπυκνώνει τα πάντα: «Τελικά, ναι, η Πίνα με καθόρισε. Δεν υπάρχει κανένας άλλος καλλιτέχνης με αυτό το απύθμενο βάθος... Το βλέμμα της ζει και θα ζει πάντα μέσα μου.»

Της αρέσει να μιλά, να διαβάζει βιβλία, αγαπάει τον χορό μα ίσως πιο πολύ την έβδομη τέχνη. «Αν δεν έκανα χορό, θα ασχολούμουν με τον κινηματογράφο» μου λέει. Μιλά για την «Ασκητική» που διάβαζε στο τρένο από Χάγκεν για Βούπερταλ, πηγαίνοντας να συναντήσει την Πίνα για να της πει πως θέλει να χορέψει στην ομάδα της. Εικόνες που, όπως λέει, τη σημάδεψαν βαθιά.

Φτάνουμε στο σόλο της, το «Ιnside Οut», που παρουσιάζει πριν από κάθε προβολή του ντοκιμαντέρ. Θέλω να καταλάβω τι σημαίνει για κείνη αυτή η δημιουργία, τι σκεφτόταν στη διαδικασία και πώς είναι να στήνεις ένα έργο εκεί όπου συνήθως «μιλά» η εικόνα.

Μιλά για «οπτική», για γωνίες, για φωτισμούς, για το πώς το βλέμμα του θεατή οργανώνει ένα σώμα όπως η κάμερα οργανώνει ένα πλάνο. Το «Inside Out» είναι ένα έργο που ακροβατεί, λέει, ανάμεσα στον χορό και στο αυθόρμητο του χορού, αυτή την ενστικτώδη διάθεση που υπάρχει πριν από κάθε ερμηνεία. Και ταυτόχρονα, προσπαθεί να το περάσει «μέσα από ένα κινηματογραφικό βλέμμα», γι’ αυτό και συντελείται πάνω σε μια μεγάλη σκηνή κινηματογράφου, με την οθόνη πίσω, παρούσα σαν δεύτερος συνομιλητής.

Το νήμα, όμως, δεν ξεκινά στις πρόβες για την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» που χόρεψε με την Πίνα Μπάους στο Lichtburg, «μια παλιά κινηματογραφική αίθουσα», όπως λέει.

«Ήμουν καλεσμένη χορεύτρια. Με καλούσαν για συγκεκριμένα έργα, ανάλογα τις ανάγκες». Αυτό το «μπαινοβγαίνω» δεν ήταν μόνο πρόγραμμα. Ήταν ψυχική στάση. Σαν να ήθελε να ανήκει και ταυτόχρονα να μην παραδοθεί ολοκληρωτικά.

«Ταυτόχρονα υπήρχε μέσα μου ένας πολύ μεγάλος φόβος αν θα μπορούσα να τα καταφέρω εκεί… ήθελα να κάνω μια πορεία, να συνεργαστώ και με άλλους χορογράφους και μετά, κοντά στα 30, να της χτυπήσω ξανά την πόρτα».

Μου λέει πως υπήρχε μια αγωνία και φόβος στη δέσμευση. Πως δεν βίωσε την Πίνα όπως ένας μόνιμος χορευτής δέκα ετών: «γευόμουν γωνίες και κρυφές πτυχές… μετά έφευγα». Και ύστερα επέστρεφε σε μια άλλη, πιο προσωπική ερώτηση: Τι θα κάνω εγώ με όλο αυτό; Πώς θα βρω τη δική μου χορογραφική γλώσσα;

Παραδέχεται πως ενώ της είχε γίνει πρόταση να γίνει μόνιμο μέλος της ομάδας της Πίνα Μπάους, αντιστεκόταν σε αυτό. Από τη μία θαύμαζε την ομάδα, τους χορευτές, τον καθένα ως «μεγάλη προσωπικότητα», κι από την άλλη δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να είναι μόνιμο μέλος.

Την ρωτώ αν η συνεργασία της με την Πίνα αποτελεί τη μέγιστη επιβράβευση της καλλιτεχνικής της πορείας κι εκείνη γυρνά ακόμα πιο πίσω στο χρόνο, στα 21 της, όταν στο Χάγκεν γνώρισε τον Δάφνη Κόκκινο, τον Έλληνα χορευτή του Βούπερταλ της Πίνα Μπάους, ο οποίος της έγραψε ένα ποίημα για το πόσο τον συγκίνησε η παρουσία της στη σκηνή. «Ήταν η πρώτη επιβράβευση που πήρα και ένα έναυσμα για να πλησιάσω την Πίνα».

Αναρωτιέμαι μία καλλιτέχνιδα τόσο πετυχημένη, όσο εκείνη, έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό της; «Αυτή την εμπιστοσύνη δεν μπορούμε να τη βρούμε ούτε στα 20, ούτε στα 30… χτίζεται διαρκώς, ακόμη και σήμερα υπάρχουν στιγμές που λέω στους μαθητές μου σήμερα αισθάνομαι πολύ ανεπαρκής».

Στο μυαλό της είχε ένα σχέδιο: Να κάνει πρώτα μια πορεία και «κοντά στα 30» να ξαναχτυπήσει την πόρτα. Όταν λοιπόν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για κείνη και επέστρεψε στη «μητρική» της αγκαλιά, όπως η ίδια περιγράφει την Πίνα Μπάους, δυστυχώς πως η Πίνα είχε πεθάνει.

Επιστρέφει στο 2008, τη χρονιά πριν τον θάνατο της και θυμάται μια ιστορία. Αφού ξεκίνησε τη δική της χορογραφική έρευνα, δημιούργησε ένα πρώτο σόλο και το έστειλε στην Πίνα ως δώρο, από τον Αμπελώνα Λάρισας, τον τόπο καταγωγής της. «Παίρνω το θάρρος να σου στείλω την πρώτη μου χορογραφική δουλειά, με πολλή αγάπη, δεν σε ξεχνώ ποτέ. Αθανασία» της έγραψε. Μια βδομάδα μετά, την παίρνει τηλέφωνο ο βοηθός της, Robert Sturm: «Είμαι ο Ρόμπερτ απ' το Βούπερταλ… άρεσε πάρα πολύ το σόλο στην Πίνα και θέλει να το εντάξει στο φεστιβάλ».

Όταν αργότερα παρουσίασε το σόλο αυτό σε ένα γκαλά, η Πίνα την αγκάλιασε και της είπε «συνεχίσε να κάνεις τα δικά σου έργα». «Η Πίνα με στήριξε πολύ στο να βρω τον δικό μου εαυτό μέσα στον χορό. Όλα έγιναν κάτω από το δικό της βλέμμα… σε μια μητρική αγκαλιά, και από εκεί έπρεπε να πάρω αυτό το μικρό δώρο και να το εξελίξω με τον δικό μου τρόπο. Είναι μια παρακαταθήκη, μια συμπόρευση».

«Ευχή και κατάρα» ήταν για κείνη η επιθυμία της Πίνα, σπεύδει γελώντας να εξηγήσει. Γιατί η «γέννα» κάθε έργου είναι επώδυνη και κάθε φορά που λέει πως θα είναι το τελευταίο έργο κάτι την κρατάει και την επαναφέρει, σαν να υπάρχει ακόμη ένα βλέμμα που την ωθεί να συνεχίσει.

Τη ρωτάω πώς ένιωσε όταν η Πίνα Μπάους έφυγε από τη ζωή, αν ένιωσε ματαίωση. Μιλά για ευγνωμοσύνη. Στο επάγγελμα του χορευτή υπάρχει έτσι κι αλλιώς μια διαρκής συνθήκη ματαίωσης και ακύρωσης, μια συνεχής προσπάθεια να αγγίξεις κάτι άπιαστο, να υπερβείς όρια που διαρκώς μετακινούνται.

Η κουβέντα μετατοπίζεται στους μαθητές της, τη ρωτώ τι θα ήθελε να τους μείνει από εκείνη. «Η ανθρωπιά και η ευθύνη», λέει αυθόρμητα. Μιλά για εκείνες τις στιγμές που είναι αυστηρή, που επιστρέφει σπίτι και νιώθει ενοχές, όχι γιατί δεν υπάρχει αγάπη, αλλά γιατί υπάρχει απαίτηση. «Βλέπω τις δυνατότητές τους και θέλω να φτάσουν ψηλά». Αυτό που την απασχολεί, τελικά, δεν είναι μόνο η τεχνική, είναι το πλαίσιο, να υπάρχει εμπιστοσύνη, να υπάρχει φροντίδα. Ακόμη κι όταν τους σπρώχνει πέρα από τα όριά τους, να ξέρουν πως υπάρχει ένα σταθερό έδαφος.

Η μεγαλύτερη επιβράβευση, λέει, δεν είναι ότι συνάντησε την Πίνα. Είναι το αν οι μαθητές της πάρουν κάτι από εκείνη, όπως η ίδια πήρε από την Πίνα. Θέλει, με έναν τρόπο, να γίνει κι εκείνη ένας φάρος.

Παράλληλα, μιλά για την ίδια την τέχνη και ξεκαθαρίζει ότι δεν της αρέσει η μετριότητα, τη συνδέει με μια προχειρότητα, μια έλλειψη φροντίδας. Προτιμάει τη φράση του Winnicott, «αρκετά καλή», για μια δουλειά που έχει βάθος, συνέπεια, αλλά και ειλικρίνεια. Γιατί, όπως λέει, αυτό που κάνει τελικά έναν καλλιτέχνη μεγάλο δεν είναι το σκοτάδι του, αλλά το φως που κουβαλά.

Η συζήτηση έρχεται στην ελληνική πραγματικότητα, όπου ο χορός ακόμη δεν αναγνωρίζεται όπως θα έπρεπε: «Η χώρα μας είναι μια βασανισμένη χώρα, οπότε αυτό έχει αντίκτυπο στους ανθρώπους. Είναι διαφορετικό να πας να χορέψεις σε μια βόρεια ευρωπαϊκή χώρα και είναι διαφορετικό να δουλέψεις σε μια χώρα που το 2026 δεν θεωρεί ότι ο χορός είναι επάγγελμα»

Καλύτερα να είσαι χορεύτρια ή χορογράφος, τη ρωτάω. Γελάει και σκέφτεται συνειρμικά τη Σιλβί Γκιγιέμ  και αυτοσαρκάζεται. Τελικά καταλήγει: μάλλον χορογράφος. Αλλά τελικά δεν έχει σημασία, γιατί γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο πως, για εκείνη, ο χορός δεν είναι ρόλος, είναι τρόπος ύπαρξης. Προσπαθεί να μου εξηγήσει τι εννοεί ανατρέχοντας στον «Ζορμπά» του Καζαντζάκη: «εγώ μόνο το σαρκίο μου έχω. Και με αυτό το τρόπο μου περιγράφει τη δική της παρουσία σήμερα: κάτι μικρό, ταπεινό, σχεδόν αθόρυβο. «Σαν μια αναπνοή που έρχομαι στη σκηνή και φεύγω», λέει, αφήνοντας χώρο στο έργο να υπάρξει.

Και όταν τη ρωτάω αν αύριο θα μπορούσε να σταματήσει τον χορό, η απάντηση έρχεται με μια απροσδόκητη γαλήνη. Θα ήταν ευτυχισμένη γιατί ο χορός δεν τελειώνει στη σκηνή. Είναι ο τρόπος που ζεις.

Αναρωτιέμαι λίγο πριν τελειώσει η συζήτηση μας η μικρή Αθανασία θα ήταν ευχαριστημένη βλέποντας τη μεγάλη. Το σκέφτεται για λίγο. «Θα της έλεγε: κάτσε και λίγο να ξεκουραστείς. Και η μεγάλη θα της απαντούσε  ότι πολύ σύντομα θα το κάνει».

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ακριβές πορτρέτο της. Μια γυναίκα που κινείται ανάμεσα στο μέσα και στο έξω, στην ένταση και στην παύση, στην ανάγκη για δημιουργία και στην ανάγκη για ησυχία. Ένας άνθρωπος δοτικός, ευφυής, έξυπνος, γειωμένος, χαρισματικός, «ανθρώπινος - πάρα πολύ ανθρώπινος». Ανήσυχη, με πλήρη συνειδητότητα της ευαλωτότητάς της. Δυναμική και γλυκιά, ανοιχτή αλλά και μυστηριώδης. Η Αθανασία τελικά είναι μια παλέτα με όλα τα χρώματα μαζί.