Arte Biennale Βενετίας 2026: Στις χαμηλές συχνότητες της τέχνης
© Βλαδίμηρος Νικολούζος
Εικαστικα

Arte Biennale Βενετίας 2026: Ανταπόκριση από την 61η διοργάνωση

Η φετινή διοργάνωση μοιάζει να θέτει ένα ερώτημα που ξεπερνά την ίδια την τέχνη: Πώς μπορούμε να υπάρχουμε μέσα σε έναν κόσμο που απαιτεί διαρκή αντίδραση, διαρκή εικόνα, διαρκή θέση;
357216-740135.jpg
Νεκταρία Ζαγοριανάκου
11’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Arte Biennale Βενετίας 2026 με τίτλο «In Minor Keys»

Η Βενετία δεν είναι ποτέ απλώς ένας τόπος. Είναι μια σκηνή που επιμένει να στήνεται πάνω στο νερό. Ένα παλίμψηστο από μνήμη. Παρακμή. Χρυσόσκονη. Υγρασία και φαντάσματα. Κάθε δύο χρόνια, όταν ανοίγει η Biennale, η πόλη μοιάζει να εγκαταλείπει την καθημερινή της τουριστική κόπωση και να μεταμορφώνεται σ’ έναν τεράστιο ζωντανό οργανισμό, όπου εικόνες, ιδέες, φήμες, επιθυμίες και πολιτικές εντάσεις κυκλοφορούν αδιάκοπα από κανάλι σε κανάλι και από περίπτερο σε περίπτερο. Ό,τι συμβαίνει στην τέχνη, στην αγορά, στην πολιτική, στην εικόνα, στο κύρος και στην επιθυμία περνά από εδώ, συμπυκνώνεται, εκτίθεται και επιστρέφει στον κόσμο με τη μορφή συμβόλου.

Τον Μάιο του 2026, η Βενετία δεν υποδέχθηκε απλώς μια ακόμη διεθνή έκθεση. Υποδέχθηκε μια Biennale βαριά από απουσία. Η 61η Διεθνής Έκθεση Τέχνης, με τίτλο «In Minor Keys», φέρει τη σφραγίδα της Koyo Kouoh, της σπουδαίας Καμερουνέζας-Ελβετίδας επιμελήτριας, η οποία έφυγε πρόωρα από τη ζωή πριν προλάβει να δει το όραμά της να παίρνει σάρκα και οστά. Κι όμως, η παρουσία της είναι παντού. Στους σκοτεινούς διαδρόμους του Arsenale, στις αυλές των Giardini, στους χαμηλούς ήχους, στις χειρονομίες, στα υλικά, στις σιωπές.

Ο τίτλος «In Minor Keys» μοιάζει σχεδόν προφητικός. Δεν υπόσχεται θρίαμβο. Δεν ζητά να επιβληθεί. Μιλά για ελάσσονες τόνους, για εκείνες τις χαμηλές συχνότητες που δεν κατακτούν αμέσως το βλέμμα αλλά, μένουν στο σώμα. Είναι μια Biennale που δεν θέλει να φωνάξει πιο δυνατά από τον κόσμο. Θέλει να τον ακούσει.

Οι πρώτες ημέρες, οι ημέρες των previews, έχουν πάντα κάτι από μυστική τελετή. Η επίσημη έκθεση αρχίζει αργότερα, όμως η πραγματική Βενετία της τέχνης συμβαίνει πριν ανοίξουν οι πύλες στο ευρύ κοινό. Στα βαπορέτα ή στα ξύλινα πολυτελή Riva, αναπνέουν τον ίδιο αέρα της Serenissima, επιμελητές, συλλέκτες, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, φοιτητές, διευθυντές μουσείων, άνθρωποι που μοιάζουν να ζουν σε διαρκή μετάβαση από ένα opening σε ένα δείπνο και από ένα δείπνο σε ένα ακόμη preview. Οι γλώσσες μπερδεύονται πάνω από το νερό: Ιταλικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Αραβικά, Ελληνικά, Πορτογαλικά, Κορεατικά. Η πόλη γίνεται ένα τεράστιο στόμα που μιλά ταυτόχρονα πολλές γλώσσες.

Εγκατάσταση της καλλιτεχνικής διευθύντριας Koyo Kouoh στην είσοδο του Κεντρικού Περιπτέρου της 61ης Μπιεννάλε
Εγκατάσταση της καλλιτεχνικής διευθύντριας Koyo Kouoh στην είσοδο του Κεντρικού Περιπτέρου της 61ης Μπιεννάλε © EPA/ANDREA MEROLA

Εγκατάσταση της καλλιτεχνικής διευθύντριας Koyo Kouoh στην είσοδο του Κεντρικού Περιπτέρου της 61ης Μπιεννάλε © EPA/ANDREA MEROLA

Και έπειτα έρχεται η βροχή. Όχι σαν εμπόδιο, αλλά σαν μέρος της σκηνοθεσίας. Οι πρώτες ημέρες της Biennale ήταν βρεγμένες, γκρίζες, υγρές. Κι όμως, κανείς δεν αποχωρούσε. Οι ουρές έξω από τα Giardini και το Arsenale μεγάλωναν σαν αργές πομπές. Άνθρωποι με βρεγμένα πανωφόρια, το μαύρο χρώμα κυριαρχεί στα ρούχα, με μικρές χρωματιστές προσμίξεις, προσκλήσεις στο χέρι, κινητά που φωτίζονταν μέσα στην ομίχλη της λιμνοθάλασσας, περίμεναν υπομονετικά. Υπήρχε κάτι σχεδόν παράλογο και ταυτόχρονα απολύτως κατανοητό σε αυτή την επιμονή. Δεν περίμεναν απλώς να μπουν σε μια έκθεση. Περίμεναν να γίνουν μάρτυρες ενός γεγονότος. Γιατί η Biennale δεν είναι ποτέ μόνο τέχνη. Είναι και το δικαίωμα να πεις: ήμουν εκεί.

Αυτή η μικρή φράση, τόσο ανθρώπινη και τόσο ματαιόδοξη, διατρέχει όλη τη διοργάνωση. Να είσαι εκεί όπου συγκεντρώνεται ο κόσμος της τέχνης. Να δεις πριν από τους άλλους. Να ακούσεις τα πρώτα σχόλια. Να σταθείς στην ουρά για το περίπτερο που «πρέπει» να δεις. Να γνωρίζεις ποιο έργο συζητιέται. Ποιο απορρίπτεται. Ποιο θεωρείται αποκάλυψη. Η Biennale είναι έκθεση, αλλά είναι και τελετουργία παρουσίας. Ένα παγκόσμιο ραντεβού όπου η τέχνη συναντά την αγορά, η ιδέα συναντά το παρασκήνιο, η ποίηση συναντά την εξουσία.

Στα τραπέζια των ξενοδοχείων, στα μπαρ κοντά στο Rialto, στα στενά γύρω από την Accademia, οι συζητήσεις έχουν πάντα έναν υπόγειο ηλεκτρισμό. Ποιο περίπτερο ξεχωρίζει; Ποιος επιμελητής επιβεβαιώθηκε; Ποια γκαλερί είχε τη μεγαλύτερη επιρροή; Ποιος καλλιτέχνης «ανέβηκε» μέσα σε ένα απόγευμα; Η Biennale εξακολουθεί να είναι ένας από τους μεγάλους μηχανισμούς νομιμοποίησης της σύγχρονης τέχνης. Όσο κι αν όλοι την κρίνουν, όλοι επιστρέφουν σε αυτήν.

Και μόνο η Βενετία μπορεί να αντέξει αυτή την αντίφαση. Μόνο αυτή η πόλη, χτισμένη πάνω σε κάτι τόσο ασταθές όσο το νερό, μπορεί να φιλοξενήσει έναν θεσμό τόσο βαρύ. Η Βενετία ξέρει από μεγαλείο και φθορά. Από επίδειξη και σιωπή. Από παλάτια που λάμπουν και τοίχους που διαλύονται αργά από την υγρασία. Ξέρει να είναι ταυτόχρονα σκηνικό και πληγή. Κάθε γέφυρα, κάθε πρόσοψη, κάθε στενό που καταλήγει ξαφνικά στο νερό θυμίζει ότι η ομορφιά δεν είναι ποτέ αθώα. Κουβαλά πάντα χρόνο, εξουσία, χρήμα, θάνατο και επιθυμία. Γι’ αυτό η Biennale δεν θα μπορούσε να υπάρξει αλλού με τον ίδιο τρόπο. Η πόλη δεν την περιβάλλει απλώς. Την απορροφά. Την κάνει μέρος του δικού της μύθου.

Η φετινή διοργάνωση, όμως, δεν κινείται μόνο μέσα στη γοητεία. Κινείται και μέσα στη σύγκρουση. Η 61η Biennale ανοίγει σε μια στιγμή όπου ο κόσμος δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από την αισθητική. Οι πολιτικές εντάσεις, οι πόλεμοι, οι διαμαρτυρίες, τα αιτήματα αποκλεισμού ή συμμετοχής, οι συζητήσεις για τη Ρωσία και το Ισραήλ, οι φωνές καλλιτεχνών και ακτιβιστών, όλα αυτά διαπερνούν τη διοργάνωση σαν ρωγμές. Η Βενετία δεν προσφέρει καταφύγιο από την Ιστορία. Αντίθετα, την κάνει πιο ορατή. Έξω από τα περίπτερα, οι διαμαρτυρίες υπενθυμίζουν ότι η τέχνη δεν υπάρχει σε κενό. Ότι κάθε εθνική συμμετοχή, κάθε επιλογή, κάθε απουσία, κάθε σιωπή, έχει πολιτικό βάρος. Η φετινή Biennale είναι πιο νευρική από άλλες χρονιές. Λιγότερο ανέμελη. Λιγότερο λαμπερή με τον παλιό τρόπο. Σαν να έχει σπάσει κάτι στην επιφάνεια του θεάματος και να φαίνονται από κάτω οι πραγματικές εντάσεις.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη νευρικότητα, το «In Minor Keys» προτείνει μια άλλη στάση. Δεν απαντά στον θόρυβο με περισσότερο θόρυβο. Δεν προσπαθεί να υπερβεί την ένταση με θεαματικότητα. Αντίθετα, χαμηλώνει τη φωνή. Σαν να λέει ότι ίσως, σε έναν κόσμο που ουρλιάζει, η πιο ριζοσπαστική πράξη είναι η ακρόαση. Μπαίνοντας στο Arsenale, αυτό γίνεται σχεδόν σωματικά αισθητό. Δεν υπάρχει η αίσθηση μιας έκθεσης που σε καταδιώκει με μηνύματα. Υπάρχει μια βραδύτητα. Σκοτεινοί χώροι, ήχοι χαμηλής έντασης, εγκαταστάσεις που δεν ζητούν να φωτογραφηθούν αμέσως, αλλά να κατοικηθούν για λίγο. Σώματα σε κίνηση, υφάσματα, ξύλο, πηλός, φυτά, πέτρα, μνήμη. Η έκθεση δεν προσφέρεται εύκολα. Σε αναγκάζει να επιβραδύνεις.

Arte Biennale Βενετίας 2026
© EPA/ZOLTAN BALOGH HUNGARY OUT

© EPA/ZOLTAN BALOGH HUNGARY OUT

Η Koyo Kouoh φαίνεται να είχε συλλάβει την Biennale ως ένα είδος πνευματικής γεωγραφίας. Όχι μια παράταξη έργων, αλλά ένα σύστημα συγγενειών. Τα «Shrines», οι «Processions», τα «Schools», η «Rest» δεν λειτουργούν σαν ψυχρές θεματικές ενότητες. Μοιάζουν περισσότερο με εσωτερικά ρεύματα. Με τόπους όπου η τέχνη ξαναβρίσκει την τελετουργική της διάσταση. Τα «Ιερά» δεν είναι μνημεία με την παραδοσιακή έννοια. Είναι χώροι συγκέντρωσης μνήμης. Οι «Πομπές» δεν είναι απλώς αναφορές σε καρναβαλικές ή αφροατλαντικές παραδόσεις, αλλά τρόποι να σκεφτούμε το σώμα ως συλλογικότητα. Τα «Σχολεία» δεν είναι ιδρύματα, αλλά οικοσυστήματα μάθησης, ανταλλαγής και αντίστασης στις λογικές της αγοράς. Η «Ανάπαυση» δεν είναι φυγή. Είναι πολιτική χειρονομία σε έναν κόσμο που απαιτεί ασταμάτητη παραγωγικότητα.

Και μέσα σε όλα αυτά, η φύση επιστρέφει όχι ως σκηνικό αλλά ως συνομιλητής. Κήποι, αυλές, φυτά, χώμα, ορυκτά και υλικά που κρατούν επάνω τους ίχνη χρόνου συνθέτουν μια άλλη γλώσσα. Η χειροποίητη δημιουργία αποκτά ξανά βάρος. Η τέχνη μοιάζει να απομακρύνεται από την ψυχρή λάμψη της ψηφιακής εικόνας και να επιστρέφει στην αφή, στην ύλη, στη δεξιοτεχνία, στο σώμα. Ίσως γι’ αυτό το «In Minor Keys» συγκινεί. Επειδή δεν προσπαθεί να εξηγήσει τα πάντα. Αφήνει χώρο στο μυστήριο. Δεν φοβάται την ομορφιά. Δεν φοβάται την πνευματικότητα. Δεν φοβάται τη σιωπή. Σε μια εποχή όπου η σύγχρονη τέχνη συχνά αισθάνεται υποχρεωμένη να αποδείξει διαρκώς την πολιτική της ορθότητα, η έκθεση αυτή επιμένει πως η συγκίνηση μπορεί επίσης να είναι γνώση.

«Escape Room», του Ανδρέα Αγγελιδάκη, σε επιμέλεια Γιώργου Μπεκιράκη
«Escape Room», του Ανδρέα Αγγελιδάκη, σε επιμέλεια Γιώργου Μπεκιράκη © Βλαδίμηρος Νικολούζος

«Escape Room», του Ανδρέα Αγγελιδάκη, σε επιμέλεια Γιώργου Μπεκιράκη © Βλαδίμηρος Νικολούζος

Ανάμεσα στις εθνικές συμμετοχές, το Ελληνικό Περίπτερο συγκέντρωσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον με την εγκατάσταση «Escape Room», του Ανδρέα Αγγελιδάκη, σε επιμέλεια Γιώργου Μπεκιράκη. Εδώ, η Ελλάδα δεν παρουσιάζεται ως σταθερή εικόνα, ούτε ως τουριστική μνήμη, ούτε ως ασφαλές εθνικό αφήγημα. Το περίπτερο μετατρέπεται σε ένα σύγχρονο πλατωνικό σπήλαιο, έναν λαβύρινθο από εικόνες, βίντεο, αρχιτεκτονικά θραύσματα, σύμβολα, ιστορικές αναφορές και πολιτικά ίχνη.

Στο κέντρο της εγκατάστασης, μια κάμερα παρακολούθησης κινηματογραφεί αδιάκοπα τον ίδιο της τον εαυτό. Είναι μια εικόνα απλή και ταυτόχρονα τρομακτικά ακριβής: ο σύγχρονος άνθρωπος παγιδευμένος στην ίδια του την εικόνα, μέσα σε ένα ψηφιακό πανοπτικό που καταναλώνει την προσοχή του. Γύρω της, αναφορές στον Εμφύλιο, στην Peggy Guggenheim, στη Βάσω Κατράκη, στον Γιάννη Τσαρούχη, στον Ζακ Κωστόπουλο και σε άλλες μορφές της ελληνικής μνήμης συγκροτούν ένα τοπίο όπου το εθνικό αφήγημα δεν επιβεβαιώνεται, αλλά αποδομείται. Το Escape Room δεν προσφέρει εύκολη έξοδο. Και ίσως αυτό είναι το νόημά του. Το δωμάτιο από το οποίο πρέπει να δραπετεύσουμε δεν είναι μόνο ο χώρος της εγκατάστασης. Είναι το ίδιο το σύστημα εικόνων, ιδεολογιών, αφηγήσεων και επιθυμιών μέσα στο οποίο ζούμε.

To «Escape Room» χρηματοδοτήθηκε από το υπουργείο πολιτισμού και με στρατηγικό υποστηρικτή το Onassis Culture. Καθοριστική για την ελληνική συμμετοχή υπήρξε η συμβολή του MOMUS, του Μητροπολιτικού Οργανισμού Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης, που ανέλαβε τον ρόλο του εθνικού επιτρόπου. Σε μια διοργάνωση τόσο απαιτητική, όπου η καλλιτεχνική πρόταση χρειάζεται ισχυρή θεσμική, τεχνική και οργανωτική υποστήριξη, το MOMUS, το Onassis Culture λειτούργησαν ως η αθόρυβη αλλά ουσιαστική υποδομή που επέτρεψε στο έργο να παρουσιαστεί με πληρότητα. Και αυτό έχει σημασία: γιατί πίσω από κάθε επιτυχημένη εθνική συμμετοχή υπάρχει πάντα μια εργασία που δεν φαίνεται, αλλά χωρίς αυτήν τίποτα δεν θα μπορούσε να σταθεί.

«Escape Room», του Ανδρέα Αγγελιδάκη, σε επιμέλεια Γιώργου Μπεκιράκη
«Escape Room», του Ανδρέα Αγγελιδάκη, σε επιμέλεια Γιώργου Μπεκιράκη © Βλαδίμηρος Νικολούζος

«Escape Room», του Ανδρέα Αγγελιδάκη, σε επιμέλεια Γιώργου Μπεκιράκη © Βλαδίμηρος Νικολούζος

Αν υπήρξε, πάντως, ένα περίπτερο που συμπύκνωσε όσο κανένα άλλο τη θεατρικότητα, την πρόκληση και την ακατανίκητη περιέργεια του κοινού, αυτό ήταν το Περίπτερο της Αυστρίας. Το «Seaworld Venice» της Florentina Holzinger, σε επιμέλεια Nora-Swantje Almes, ήταν ίσως το περίπτερο με τις μεγαλύτερες ουρές της φετινής Biennale και όχι τυχαία. Με γυμνά γυναικεία σώματα, νερό, σωματικά υγρά, τελετουργικές δράσεις, μηχανές, καμπάνες και εικόνες που κινούνταν ανάμεσα στο ιερό και το βλάσφημο, η αυστριακή συμμετοχή έμοιαζε να μεταφέρει στη Βενετία κάτι από τη σκοτεινή κληρονομιά του Βιεννέζικου Αξιονισμού, αλλά μέσα από μια σύγχρονη φεμινιστική και οικολογική ματιά.

Η Holzinger, γνωστή για τα έργα της που δοκιμάζουν τα όρια του σώματος, της αντοχής και της σκηνικής βίας, χρησιμοποίησε το νερό όχι απλώς ως σκηνικό στοιχείο, αλλά ως δύναμη απειλής και μεταμόρφωσης. Στη Βενετία, μια πόλη που ζει χάρη στο νερό αλλά και απειλείται διαρκώς από αυτό, το «Seaworld Venice» απέκτησε σχεδόν αλληγορική διάσταση. Performer λειτουργούσαν ως ζωντανές εικόνες, άλλοτε σαν μυθολογικά πλάσματα, άλλοτε σαν σώματα εκτεθειμένα στην επιτήρηση και στην κατανάλωση του βλέμματος. Το αποτέλεσμα ήταν ένα περίπτερο περίεργο, διχαστικό, υπερβολικό, αλλά αδύνατον να αγνοηθεί. Ένα θέαμα που προκαλούσε δυσφορία και έλξη ταυτόχρονα, αποδεικνύοντας πως η Biennale παραμένει και χώρος σκανδάλου, όχι μόνο περισυλλογής.

Η περίπτωση του Khaled Sabsabi έγινε τελικά κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια απλή καλλιτεχνική συμμετοχή. Μετατράπηκε σε σύμβολο για τα όρια της καλλιτεχνικής ελευθερίας και της πολιτιστικής εξουσίας. Όταν η Creative Australia απέσυρε αιφνιδιαστικά τη συμμετοχή του το 2025, η απόφαση προκάλεσε σοκ και οργή σε ολόκληρο τον αυστραλιανό καλλιτεχνικό κόσμο. Καλλιτέχνες, επιμελητές και θεσμοί αντέδρασαν δημόσια, ενώ πολλοί αρνήθηκαν ακόμη και να διεκδικήσουν τη θέση που άφησε πίσω του, θεωρώντας την απομάκρυνσή του πράξη λογοκρισίας και πολιτικής δειλίας. Η πίεση υπήρξε τόσο μεγάλη ώστε λίγους μήνες αργότερα ο Sabsabi επανατοποθετήθηκε επίσημα ως εκπρόσωπος της Αυστραλίας στην Biennale. Η επιστροφή του στη Βενετία, είχε έτσι κάτι σχεδόν θριαμβευτικό αλλά και βαθιά ανθρώπινο. Ένας καλλιτέχνης που βρέθηκε στο περιθώριο, επέστρεψε, όχι χάρη στους θεσμούς, αλλά χάρη σε μια κοινότητα που αρνήθηκε να αποδεχθεί τη φίμωση της τέχνης.

Το πιο εντυπωσιακό, όμως, ήταν πως ο ίδιος δεν σταμάτησε ποτέ να δουλεύει. Μέσα στο θόρυβο της δημόσιας διαμάχης, αποσύρθηκε για ένα διάστημα σε ένα δανεικό στούντιο στην Bangkok και συνέχισε σχεδόν εμμονικά να δημιουργεί. Εκεί ολοκλήρωσε το έργο khalil για το Arsenale και, όπως ο ίδιος περιγράφει, ένα δεύτερο έργο «του ήρθε σε όνειρο». Οι δύο εγκαταστάσεις, το khalil και το conference of one’s self στο αυστραλιανό περίπτερο, λειτουργούν σαν δύο μέρη του ίδιου σώματος: μνημειακοί, σκοτεινοί χώροι με υπνωτικούς ήχους, κινούμενες αφαιρετικές εικόνες και μαύρες επιφάνειες καλυμμένες με μυστικιστικές γραφές εμπνευσμένες από τη σουφική παράδοση. Η μυρωδιά του μαύρου oud ξύλου διαχέεται στον χώρο, ενώ οι τοίχοι λειτουργούν σαν προστατευτικά φυλαχτά, μετατρέποντας το περίπτερο σε έναν τόπο σχεδόν πνευματικής περισυλλογής. Μέσα σε μια Biennale γεμάτη θόρυβο, διαμαρτυρίες και πολιτική ένταση, τα έργα του Sabsabi έμοιαζαν να επιμένουν σε κάτι σπάνιο: στη σιωπή, στη μνήμη και στη δύναμη της εσωτερικής αντοχής.

Grass Babies, Moon Babies του Ei Arakawa-Nash
Grass Babies, Moon Babies του Ei Arakawa-Nash © EPA/ANDREA MEROLA

Grass Babies, Moon Babies του Ei Arakawa-Nash © EPA/ANDREA MEROLA

Ανάμεσα στα σκοτεινά, πολιτικά και συχνά βαριά φορτισμένα περίπτερα της φετινής Μπιενάλε, υπήρχε ένας χώρος που έμοιαζε σχεδόν ονειρικός. Σαν μια παράξενη παιδική τελετουργία χαμένη μέσα στην υγρασία της Βενετίας. Στο Περίπτερο της Ιαπωνίας, ο Ιαπωνοαμερικανός καλλιτέχνης Ei Arakawa-Nash παρουσίασε το έργο Grass Babies, Moon Babies, δημιουργώντας μια εμπειρία ταυτόχρονα τρυφερή, αμήχανη και βαθιά συμβολική. Με την είσοδό τους στον χώρο, οι επισκέπτες καλούνταν να πάρουν στην αγκαλιά τους μία από τις εκατοντάδες κούκλες «μωρά» και να την περιφέρουν μαζί τους μέσα στο περίπτερο, συμμετέχοντας έτσι σε μια ιδιότυπη τελετουργία συλλογικής φροντίδας. Άλλαζαν συμβολικά τις πάνες των κουκλών, ενεργοποιούσαν QR codes που παρήγαν μικρά «ποιήματα-γεννήσεις» και γίνονταν προσωρινοί φορείς μιας εύθραυστης ζωής. Πίσω από την παιχνιδιάρικη και σχεδόν σουρεαλιστική εικόνα των πλαστικών μωρών κρυβόταν μια βαθύτερη αλληγορία για την ευθύνη, τη φροντίδα, τη συλλογικότητα και την ανάγκη επανασύνδεσης σε έναν κόσμο ολοένα πιο αποξενωμένο. Μέσα στο γενικό κλίμα του «In Minor Keys», το ιαπωνικό περίπτερο λειτούργησε σαν μια μικρή όαση τρυφερότητας. Μια υπενθύμιση ότι ίσως η πιο ριζοσπαστική πράξη σήμερα να είναι ακόμη η φροντίδα του άλλου.

Ιαπωνικό Περίπτερο
Ιαπωνικό Περίπτερο © EPA/ZOLTAN BALOGH HUNGARY OUT

Ιαπωνικό Περίπτερο © EPA/ZOLTAN BALOGH HUNGARY OUT

Το Περίπτερο της Γαλλίας, με τη σειρά του, κινήθηκε σε μια πιο ποιητική και ατμοσφαιρική περιοχή. Μνήμη, αποικιοκρατία, ταυτότητα, εικόνα και φωνή συνυπήρχαν όχι ως διάλεξη αλλά ως αίσθηση. Ο επισκέπτης δεν έβγαινε απαραίτητα με ένα συμπέρασμα. Έβγαινε με μια ατμόσφαιρα. Και αυτή η μετατόπιση είναι ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της φετινής διοργάνωσης: η επιστροφή της εμπειρίας έναντι της εξήγησης.

Από τις πιο υποβλητικές παρουσίες της φετινής Μπιενάλε ήταν και το Περίπτερο των Σκανδιναβικών Χωρών, όπου ο Φινλανδός Benjamin Orlow μαζί με τις Klara Kristalova και Tori Wrånes δημιούργησαν ένα σχεδόν μυθολογικό περιβάλλον ανάμεσα σε όνειρο και ερείπιο. Στο κέντρο της εγκατάστασης Ritual City, μια μνημειακή μορφή από ακατέργαστο πηλό, χτισμένη επιτόπου, έμοιαζε να ισορροπεί διαρκώς ανάμεσα στη συνοχή και στην κατάρρευση, ενώ στην πρόσοψη του περιπτέρου ένα αποκομμένο κεφάλι με ξύλινες ακίδες στα μάτια λειτουργούσε σαν σκοτεινό σύμβολο θυσίας και αναγέννησης. Καθώς ο πηλός ράγιζε και ξεραινόταν μέσα στους μήνες της έκθεσης, το ίδιο το έργο μεταβαλλόταν, υπογραμμίζοντας τη φθορά, την ευθραυστότητα και την κυκλικότητα της ζωής. Μέσα από υβριδικές μορφές ανθρώπων, ζώων και φυτών, το περίπτερο χρησιμοποίησε τη γλώσσα του μύθου για να μιλήσει για την οικολογική κρίση, τη διάλυση των ταυτοτήτων και την αβεβαιότητα της σύγχρονης εποχής, δημιουργώντας μια από τις πιο ατμοσφαιρικές και ποιητικές εμπειρίες της Biennale Arte 2026.

Γαλλικό Περίπτερο
Γαλλικό Περίπτερο © EPA/ANDREA MEROLA

Γαλλικό Περίπτερο © EPA/ANDREA MEROLA

Η πολιτική ένταση της φετινής Biennale κορυφώθηκε την Παρασκευή 8 Μαΐου, όταν αρκετά εθνικά περίπτερα παρέμειναν κλειστά ή διέκοψαν προσωρινά τη λειτουργία τους στο πλαίσιο κινητοποίησης που οργάνωσε η συλλογικότητα Art Not Genocide Alliance (ANGA), ζητώντας τον αποκλεισμό του Ισραήλ από τη διοργάνωση λόγω του πολέμου στη Γάζα. Τα περίπτερα του Βελγίου, της Ολλανδίας, της Αυστρίας, της Ιαπωνίας, της Βόρειας Μακεδονίας και της Νότιας Κορέας παρέμειναν κλειστά καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, ενώ εκείνα της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Αιγύπτου, της Φινλανδίας και του Λουξεμβούργου έκλεισαν προσωρινά ή ολοκλήρωσαν νωρίτερα τη λειτουργία τους. Παράλληλα, καλλιτέχνες της κεντρικής έκθεσης «In Minor Keys» εξέφρασαν ανοιχτά τη στήριξή τους στους Παλαιστινίους μέσα από σημαίες, αφίσες και συνθήματα αλληλεγγύης, ενώ οι αντιδράσεις για τη συμμετοχή της Ρωσίας και του Ισραήλ είχαν κορυφωθεί με την ομαδική παραίτηση της διεθνούς επιτροπής των Χρυσών Λεόντων λίγο πριν από την έναρξη της διοργάνωσης.

Στην πραγματικότητα, η 61η Biennale μοιάζει να θέτει ένα ερώτημα που ξεπερνά την ίδια την τέχνη. Πώς μπορούμε να υπάρχουμε μέσα σε έναν κόσμο που απαιτεί διαρκή αντίδραση, διαρκή εικόνα, διαρκή θέση; Πώς μπορούμε να ξαναβρούμε χώρους ακρόασης, ανάπαυσης, συγκίνησης, κοινότητας; Πώς μπορεί η τέχνη να είναι πολιτική χωρίς να γίνεται σύνθημα; Πώς μπορεί να είναι όμορφη χωρίς να γίνεται διακόσμηση; Πώς μπορεί να είναι πνευματική χωρίς να γίνεται φυγή; Η απάντηση της Koyo Kouoh δεν είναι εύκολη. Είναι όμως βαθιά. Να χαμηλώσουμε τον τόνο. Να κινηθούμε σε ελάσσονες κλίμακες. Να εμπιστευτούμε όσα δεν φωνάζουν. Να ξαναδούμε την τέχνη όχι ως προϊόν κατανάλωσης αλλά ως χώρο σχέσης.

Ακτιβιστές και υποστηρικτές του συγκροτήματος Pussy Riot διαμαρτύρονται για το άνοιγμα του Ρωσικού Περιπτέρου
Ακτιβιστές και υποστηρικτές του συγκροτήματος Pussy Riot διαμαρτύρονται για το άνοιγμα του Ρωσικού Περιπτέρου © EPA/ANDREA MEROLA

Ακτιβιστές και υποστηρικτές του συγκροτήματος Pussy Riot διαμαρτύρονται για το άνοιγμα του Ρωσικού Περιπτέρου © EPA/ANDREA MEROLA

Κι όταν βγαίνεις ξανά στη Βενετία, μετά από ώρες μέσα στα περίπτερα, η πόλη φαίνεται διαφορετική. Η βροχή έχει αφήσει σημάδια στις πέτρες. Το νερό στα κανάλια μοιάζει πιο σκοτεινό. Οι ουρές συνεχίζονται. Τα βαπορέτα είναι ακόμη γεμάτα. Κάποιοι τρέχουν στο επόμενο opening, άλλοι ψάχνουν ένα τραπέζι για δείπνο, άλλοι στέκονται σιωπηλοί μπροστά στη λιμνοθάλασσα. Και τότε καταλαβαίνεις ότι η Biennale της Βενετίας είναι πάντα ένα παράδοξο. Ένα παγκόσμιο πανηγύρι τέχνης και εξουσίας που, παρά τα πάντα, μπορεί ακόμη να γεννά αυθεντικές στιγμές ομορφιάς. Ένας μηχανισμός αγοράς που αφήνει, πεισματικά, χώρο για ποίηση. Μια διοργάνωση γεμάτη αντιφάσεις, που μόνο μια πόλη τόσο αντιφατική όσο η Βενετία θα μπορούσε να φιλοξενήσει.

Δεν πηγαίνει κανείς στη Βενετία μόνο για να δει τέχνη. Πηγαίνει για να δοκιμάσει αν η τέχνη μπορεί ακόμη να τον αλλάξει, έστω και λίγο. Και το 2026, μέσα στη βροχή, στις ουρές, στο παρασκήνιο, στις πολιτικές εντάσεις και στις χαμηλές συχνότητες του «In Minor Keys», λίγο πριν το τελευταίο φως γλιστρήσει πάνω στα νερά της λιμνοθάλασσας κι ο ήλιος αγγίξει σχεδόν ερωτικά τις φθαρμένες προσόψεις των παλατιών, η Βενετία μοιάζει να παραδίδεται ξανά στη μεγάλη της τέχνη: την αποπλάνηση. Κι εκεί, ανάμεσα στην υγρασία, στις σκιές και στους ψιθύρους της πόλης, η απάντηση δεν έρχεται σαν βεβαιότητα, αλλά σαν μια αργή, αισθησιακή υπόσχεση ότι η ομορφιά, ακόμη και σήμερα, μπορεί να μας αγγίξει βαθιά και να μας αλλάξει.

Δειτε περισσοτερα