45 χρόνια Νέα Υόρκη, μια νέα αρχή στην Αθήνα
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
15°
Μάρα Καρέτσου: Από το Studio 54 στο Κέντρο Πολιτισμού και Επιστήμης της Αθήνας
Μάρα Καρέτσου: Η γνωστή εικαστικός αφηγείται τη διαδρομή της και μιλάει για το νέο της εγχείρημα
Η Μάρα Καρέτσου ανήκει σ’ εκείνη τη σπάνια κατηγορία δημιουργών που η ιστορία της ζωής τους διαβάζεται σχεδόν σαν μυθιστόρημα. Γεννημένη στη Λάρισα, σε μια Ελλάδα που τη δεκαετία του ’70 δεν ευνοούσε ιδιαίτερα τις μεγάλες καλλιτεχνικές φυγές –και ακόμη λιγότερο τις τολμηρές γυναίκες– κουβάλησε από νωρίς μια αίσθηση προορισμού: ότι η τέχνη δεν είναι τόπος, αλλά κίνηση. Σπούδασε γλυπτική, κεραμική, μάρμαρο και ιστορία της τέχνης στη Σχολή Καλών Τεχνών, δίδαξε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και πολύ γρήγορα κατάλαβε πως το βλέμμα της έπρεπε να στραφεί αλλού, πιο έξω, πιο μακριά.
Το Παρίσι υπήρξε η πρώτη μεγάλη καμπή. Εκεί την ανακαλύπτει ο Αλέξανδρος Ιόλας, ο άνθρωπος που διέκρινε νωρίς το διεθνές της εκτόπισμα, κι εκεί πραγματοποιεί την πρώτη της έκθεση, ανοίγοντας τον δρόμο για μια καριέρα που σύντομα θα αποκτήσει παγκόσμια ακτινοβολία. Η Νέα Υόρκη γίνεται το δεύτερο σπίτι της, ο φυσικός χώρος μιας δημιουργού που κινείται άνετα ανάμεσα στις μεγάλες κλίμακες, τις αφαιρετικές φόρμες και τα χρώματα της ίριδας, έργα που μοιάζουν να συνομιλούν με την εποχή τους χωρίς να εγκλωβίζονται σ’ αυτήν. Τα γλυπτά και οι συνθέσεις της βρίσκονται σήμερα σε εμβληματικούς θεσμούς και συλλογές, από την Εθνική Πινακοθήκη και το Μουσείο Βορρέ έως το Kennedy Center και τη συλλογή του Λευκού Οίκου.
Η διαδρομή της, ωστόσο, δεν περιορίστηκε ποτέ αποκλειστικά στην τέχνη. Τιμήθηκε με το χρυσό κλειδί της πόλης των Αθηνών, ορίστηκε Πρέσβειρα Καλής Θελήσεως της Ελλάδας, έφτασε μέχρι την υποψηφιότητα για το αμερικανικό Κογκρέσο, κινήθηκε με άνεση στον δημόσιο χώρο, χωρίς να εγκαταλείψει ποτέ την ιδιότητα της καλλιτέχνιδας. Μια ζωή γεμάτη μετακινήσεις, ρίσκα και επιλογές που δεν υπάκουσαν στη λογική της ασφάλειας, αλλά σ’ εκείνη της πίστης στο έργο.
Τα τελευταία χρόνια, η Μάρα Καρέτσου επιστρέφει συνειδητά στην Ελλάδα με έναν νέο, συλλογικό στόχο: τη δημιουργία του Κέντρου Πολιτισμού και Επιστήμης «Mara Karetsos». Ενός ζωντανού οργανισμού που, μέσα σε μόλις έναν χρόνο λειτουργίας, έχει φιλοξενήσει εκδηλώσεις, διαλέξεις, συναυλίες και δράσεις με διεθνή προσανατολισμό, έχει φέρει σε διάλογο την τέχνη με την επιστήμη, την οικολογία, τη μουσική, και έχει προσελκύσει χιλιάδες συμμετέχοντες. Ένα Κέντρο που δεν λειτουργεί ως μνημείο προσωπικής διαδρομής, αλλά ως πλατφόρμα για νέους καλλιτέχνες, διεθνείς ανταλλαγές και δημιουργικές συναντήσεις.
Αφορμή για τη συνέντευξη που ακολουθεί είναι ακριβώς αυτή η νέα αρχή: η ίδρυση ενός Κέντρου που συνοψίζει, ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο, τη φιλοσοφία της Μάρας Καρέτσου ότι η τέχνη οφείλει να ταξιδεύει, να επιστρέφει, να μοιράζεται και, τελικά, να ανοίγει δρόμους για τους επόμενους.
Η συζήτηση ξεκινάει με το πόσο ανυπόφορη είναι η ζωή στην Αθήνα, αλλά η Μάρα Καρέτσου αλλάζει το θέμα: «Να μην ξεκινήσουμε από εκεί. Δεν είναι και ό,τι καλύτερο να το λέμε αυτό για την Ελλάδα, που την αγαπάμε. Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Ερχόμαστε με αγάπη, με χαρά, με τη διάθεση ότι προσφέρουμε κάτι, ότι έχουμε δημιουργήσει κάτι. Παρ’ όλα αυτά, η καθημερινότητα στην Αθήνα είναι πράγματι ανυπόφορη».
Μάρα Καρέτσου: Από τη Λάρισα στη Νέα Υόρκη και πίσω — μια ζωή σαν μυθιστόρημα
― Πάμε λοιπόν στο Κέντρο Πολιτισμού και Επιστήμης «Mara Karetsos», που συμπλήρωσε έναν χρόνο ζωής. Πού στεγάζεται σήμερα;
Πρόκειται για ένα Κέντρο που κινείται μεταξύ Αμερικής και Ελλάδας. Διοργανώνουμε εκδηλώσεις, δράσεις, πολιτιστικά και επιστημονικά γεγονότα. Διατηρούμε γραφείο στο Φάληρο – εκεί βρίσκεται και η διοικητική μας έδρα για όλα τα διαδικαστικά. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχουμε πραγματοποιήσει πολλές εκδηλώσεις. Από το Υπουργείο Πολιτισμού, ωστόσο, εξακολουθούμε να περιμένουμε την παραχώρηση ενός χώρου, όπως συνηθίζεται να γίνεται για κάθε ίδρυμα που αναλαμβάνει πολιτιστικό έργο.
― Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα; Πότε αρχίσατε να τη σκέφτεστε;
Η ιδέα γεννήθηκε πολύ νωρίς. Από τότε που έφυγα παιδί από τη Λάρισα –μια μικρή πόλη σχεδόν 60.000 κατοίκων– το 1970. Είχα τελειώσει τη Σχολή Καλών Τεχνών με βραβεία και, στα 23 μου, με διαγωνισμό, διορίστηκα επιμελήτρια και δίδασκα ήδη από το 1973 στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Ήμουν μια επαναστατική κοπέλα εκείνη την εποχή. Έβλεπα πολύ μακριά. Έτσι, έφυγα για την Ιταλία και στη συνέχεια για το Παρίσι, γνωρίζοντας μόνο βασικά αγγλικά. Ήθελα να βρω έναν άλλον κόσμο, μια άλλη κουλτούρα, με τη σκέψη ότι κάποια στιγμή θα επέστρεφα στην Ελλάδα. Για εξήντα χρόνια, ουσιαστικά έβλεπα τη μητέρα μου μόνο μία εβδομάδα τον χρόνο.
― Μιλήσατε πριν για τα χρόνια στο εξωτερικό. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία για εσάς;
Δεν ήταν εύκολα χρόνια. Ζούσαμε τη ζωή του καλλιτέχνη στο εξωτερικό, έξω από την πατρίδα, για πρώτη φορά. Έπρεπε να βρούμε ατελιέ, δουλειά, υλικά – γύψους, πινέλα… Έπρεπε να πουλάμε έργα για να ζούμε. Πολλές φορές μάς έκαναν έξωση. Μας πέταγαν έξω, βρίσκαμε τα χρήματα δύο μέρες μετά και ξαναμπαίναμε. Δουλεύαμε σε θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν, με γάντια, κόβαμε τα δάχτυλα από τα γάντια για να μπορούμε να πλάθουμε και να δουλεύουμε. Ήταν μια δεκαετία εξαιρετικά σκληρή, αλλά είχαμε επιμονή. Με την απόφαση ότι δεν θα γυρίζαμε πίσω ηττημένοι.
― Εκεί γνωρίσατε τον Αλέξανδρο Ιόλα;
Ναι. Μέσα από τα εγκαίνια, τον κύκλο των καλλιτεχνών στο Παρίσι. Ο Ιόλας ήταν μοναδική προσωπικότητα. Ο άνθρωπος που παρουσίασε πρώτος τον σουρεαλισμό διεθνώς. Εκείνος αναγνώρισε καλλιτέχνες όπως ο Μαγκρίτ, όταν ακόμη δεν άξιζαν τίποτα στην αγορά.
Θυμάμαι να μας μιλάει για τη δύναμη της φαντασίας. Έλεγε πως σε μια εποχή όπου όλοι ζωγραφίζουν ένα αντικείμενο, εκείνος φαντάστηκε να ζωγραφίσει ένα τεράστιο τριαντάφυλλο. Έτσι γεννήθηκαν κινήματα, κυρίως στην Ευρώπη. Ο Ιόλας ταξίδευε στο Βέλγιο, στο Παρίσι, σε όλη την Ευρώπη, αγόραζε έργα όταν ακόμη ήταν προσιτά. Σήμερα, ένας Μαγκρίτ κοστίζει 20 με 30 εκατομμύρια δολάρια.
― Ποια ήταν η σημασία του δικτύου που είχε δημιουργήσει;
Ήταν ο πρώτος που δημιούργησε πραγματικό διεθνές δίκτυο στην αγορά της τέχνης. Νέα Υόρκη, Γενεύη, Μιλάνο, Αθήνα – έξι γκαλερί σε όλο τον κόσμο. Κανείς άλλος δεν το είχε κάνει αυτό τότε. Ήταν πρωτοπόρος. Έφερνε έργα στην Ελλάδα που κανείς δεν καταλάβαινε τι είναι. Ήταν μπροστά από την εποχή του. Δυστυχώς, η Ελλάδα δεν τον κατάλαβε. Σήμερα, μεγάλα μουσεία στο Μαϊάμι τον τιμούν. Όταν βρέθηκα σε ένα από αυτά και είδαν το όνομά μου, με ρώτησαν αν συνεργαζόμουν με τον Alexander Iolas. «The unique Alexander Iolas», μου είπαν. «The only one». Κι όμως, εδώ τον πολέμησαν. Πολιτιστικά, η χώρα έχασε ανεκτίμητα έργα.
― Πιστεύετε ότι το κράτος δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων;
Απολύτως. Όταν έφερνε έργα, δεν ήξεραν τι να τα κάνουν. Αν αύριο, για παράδειγμα, ένας Ροκφέλερ ή ένας Νιάρχος –που ήταν πελάτες του Ιόλα– δώριζε έργα, όλοι θα έτρεχαν. Εκείνος είχε τους κορυφαίους, την elite του κόσμου. Αλλά ήταν μπροστά από την εποχή του.
― Πώς γνωριστήκατε προσωπικά με τον Αλέξανδρο Ιόλα; Ποιο ήταν το περιστατικό;
Στα εγκαίνια των εκθέσεων. Εκεί γνωρίζονταν όλοι. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια στιγμή: ήμασταν όλοι οι νεότεροι καλλιτέχνες συγκεντρωμένοι σε ένα μεγάλο δωμάτιο. Εκείνος μιλούσε για το πώς γεννιέται μια ιδέα. Έλεγε πως, όταν όλοι ζωγραφίζουν το ίδιο αντικείμενο, η επανάσταση είναι εσύ να δεις κάτι εντελώς αλλιώς. Αυτή ήταν η ματιά του. Το 1979 έκανα μια έκθεση στην Αθήνα, στην οδό Χάρητος. Είχα φέρει όλα τα έργα μου από το Παρίσι. Μια μέρα μπαίνει στην έκθεση ο Ιόλας. Κοιτάζει τα έργα και ρωτά: «Ποιος έκανε αυτά τα λεπτά γλυπτά;». Του λέω: «Εγώ». Και μου λέει: «Θα ήθελες να πας στην Αμερική;». Για μένα αυτό ήταν όνειρο ζωής. Έτσι, με μια μικρή βαλίτσα και τριάντα έργα –φτιαγμένα με κόπο– πήγα στη Νέα Υόρκη. Εκεί βρισκόταν η γκαλερί του. Εκεί ουσιαστικά ξεκίνησε η διεθνής μου καριέρα.
― Πώς σας υποδέχτηκε το αμερικανικό κοινό;
Με σεβασμό. Οι Αμερικανοί είχαν μεγάλο σεβασμό στην τέχνη που ερχόταν από το Παρίσι. Ήταν πια η εποχή του Andy Warhol, του Factory. Ο Ιόλας αγόραζε έργα, τα προωθούσε, τα πουλούσε. Εγώ ήμουν φίλη του, πήγαινα συχνά, μπήκα στον αμερικανικό καλλιτεχνικό κύκλο. Και δεν ξανάφυγα. Έμεινα εκεί 45 χρόνια.
― Πώς θα περιγράφατε την τεχνοτροπία σας; Με ποια υλικά ξεκινήσατε;
Ξεκίνησα με γλυπτική στο μάρμαρο. Ήμουν πολύ καλή στο μάρμαρο. Το έβλεπα σαν βελούδο. Στη Σχολή Καλών Τεχνών πήρα τα πρώτα βραβεία, με καθηγητή τον Ματαράγκα.
Σε έναν μεγάλο διαγωνισμό για το άγαλμα της Ασπασίας του Περικλή, έφτιαξα ένα έργο με ένα λεπτό μαντίλι που έπεφτε απαλά. Οι διαγωνιζόμενοι τότε κρίνονταν ανώνυμα. Δεν υπήρχαν «θείοι», δεν υπήρχαν παρεμβάσεις. Άνοιξαν τον φάκελο και είδαν το όνομά μου. Ήμουν 23 ετών. Αυτό το έργο βρίσκεται σήμερα στην Ακαδημία Αθηνών. Όταν περνάω από εκεί, συγκινούμαι. Το βλέπω και κλαίω. Έχει υποστεί φθορές, του έχουν σπάσει τη μύτη. Είναι σκληρό, αλλά είναι και η απόδειξη μιας αρχής.
― Είναι το έργο με τη μεγαλύτερη συναισθηματική αξία για εσάς;
Είναι σταθμός. Και είναι και η αρχή του κλασικού μου δρόμου. Μετά ακολούθησαν μεγάλα έργα, ο Μέγας Αλέξανδρος, οι κρυστάλλινες κολόνες στην Ιαπωνία, η ενότητα «From Egypt to Greece», όπου ένωσα δύο πολιτισμούς.
― Αναφερθήκατε στην Ιαπωνία. Τι ρόλο έπαιξε στη διαδρομή σας;
Η Ιαπωνία ήταν καθοριστική. Εκεί παρουσίασα τις κρυστάλλινες ελληνικές κολόνες, σε μια μεγάλη γκαλερί στην Γκίνζα. Το έργο πουλήθηκε για ένα εκατομμύριο δολάρια. Ήταν η μεγάλη μου επιτυχία το 1990. Από εκεί και μετά, η πορεία μου άρχισε να περνά σταδιακά στα μουσεία. Όχι απότομα, αλλά με σταθερότητα. Αυτή η διαδρομή, όμως, απαιτεί θυσίες. Δεν θα μπορούσα να την κάνω αν είχα παιδιά. Τα έργα μου είναι τα παιδιά μου. Αφιερώθηκα ολοκληρωτικά στην τέχνη. Τα έργα μου είναι η οικογένειά μου. Αυτός ήταν ο δρόμος μου.
― Ας επιστρέψουμε στο Κέντρο. Μέσα στον πρώτο χρόνο ζωής του διοργανώσατε εννέα εκδηλώσεις. Ποια ήταν η πιο πρόσφατη και τι να περιμένουμε στη συνέχεια;
Το Κέντρο ξεκίνησε ουσιαστικά στην Αμερική. Το 2022 κάναμε το άνοιγμα σε ένα μεγάλο θέατρο που μου παραχωρήθηκε, καθώς έχω και την αμερικανική υπηκοότητα. Ήταν μια πολύ συγκινητική βραδιά. Μίλησαν σημαντικοί άνθρωποι, όπως ο Nικ Νανόπουλος (σ.σ. διακεκριμένος Ελληνοαμερικανός θεωρητικός φυσικός, με μακρά καριέρα στην υψηλή ενέργεια και τη σωματιδιακή φυσική, αλλά και με έντονη παρουσία στη διασύνδεση επιστήμης, πολιτισμού και δημόσιου διαλόγου). Εκεί είπα ότι αυτό το εγχείρημα θα το πάω μέχρι τέλους. Στη συνέχεια τιμήσαμε μεγάλες μορφές της μουσικής. Τον Μπομπ Ντίλαν, τον μεγάλο τροβαδούρο της Αμερικής. Το «Forever Young» συγκίνησε πολύ κόσμο. Μετά ήρθε ο Έλτον Τζον, που αγαπά την Ελλάδα και μας παραχώρησε τα δικαιώματα των τραγουδιών του, ακριβώς επειδή άκουσε ότι πρόκειται για ελληνικό ίδρυμα.
― Επρόκειτο για συναυλίες;
Ήταν ειδικές εκδηλώσεις, σχεδιασμένες για τον χώρο και το κοινό. Όλα με σεβασμό στο πνεύμα του ιδρύματος.
― Εκτός από την τέχνη, λοιπόν, δίνετε έμφαση και στην επιστήμη.
Βεβαίως. Ήθελα να φέρω τη NASA. Και το κάναμε. Για πρώτη φορά ήρθε στην Ελλάδα Έλληνας υψηλόβαθμος επιστήμονας της NASA, ο δρ. Νικόλαος Πασχαλίδης, και μιλήσαμε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ήταν μια εξαιρετική βραδιά. Στη συνέχεια φέραμε έναν από τους μεγαλύτερους δημοπράτες στον κόσμο, τον Σάιμον, άνθρωπο που, όταν ξεκινά μια δημοπρασία, μιλά για δεκάδες εκατομμύρια. Νοικιάσαμε το μεγάλο κτίριο της Παλαιάς Βουλής κι έγινε μια βραδιά που δεν είχε ξαναδεί η Αθήνα.
Ό,τι κάνουμε το κάνουμε με αγάπη. Δεν είμαστε ούτε Νιάρχοι ούτε Ωνάσηδες. Είναι χρήματα βγαλμένα με κόπο, με δουλειά ζωής.
― Από τη νέα γενιά Ελλήνων δημιουργών, ξεχωρίζετε κάποιους;
Βεβαίως. Στη μουσική ξεχωρίζω τη σοπράνο Σοφία Νταϊάνα Αντωνάκου. Μια κοπέλα με τεράστιο ταλέντο, που μεγάλωσε με δυσκολίες στον Καναδά και πήρε μεγάλα βραβεία από πολύ μικρή ηλικία. Χωρίς καμία κρατική στήριξη. Επίσης, τον Αλέξανδρο Καπέλη. Ένα παιδί που παίζει Μπαχ και Σοπέν χωρίς παρτιτούρα. Έχει ήδη πορεία στο Λονδίνο, στην Αυστρία, στη Βενετία. Αυτά τα παιδιά προσπαθούμε να βοηθήσουμε: να τους βρούμε γκαλερί, σκηνές, να τους ανοίξουμε δρόμους.
― Τι αγαπάτε στην Αθήνα και τι δεν σας αρέσει καθόλου;
Θα μπορούσα να είχα ιδρύσει το Κέντρο στο Παρίσι ή στη Ριβιέρα, όπου κάθε μέρα δημιουργούνται ιδρύματα για την τέχνη και την επιστήμη. Εκεί τα κληροδοτήματα δίνονται άμεσα. Εδώ υπάρχουν μεγάλα κτίρια, αλλά η γραφειοκρατία σε εξαντλεί. Οι μόνοι θεσμοί με τους οποίους μπορώ να συνεννοηθώ ουσιαστικά είναι η Ακαδημία Αθηνών και το Πανεπιστήμιο. Εκεί υπάρχει κοινή γλώσσα, σεβασμός στην κουλτούρα και στην επιστήμη. Είναι σαν ένα ξεχωριστό κράτος μέσα στο κράτος. Η Ελλάδα έχει τεράστια πολιτιστική δύναμη. Οι ξένοι τη σέβονται βαθιά. Οι Ιάπωνες μιλούν αρχαία ελληνικά. Κι εμείς πολλές φορές ντρεπόμαστε για το επίπεδο της παιδείας μας.
― Ποιες είναι οι προσδοκίες και οι στόχοι σας για τη νέα χρονιά, προσωπικά και για το Κέντρο;
Υγεία. Υγεία ψυχής, σώματος και μυαλού. Όπως έλεγε ο Ιπποκράτης, δεν υπάρχει νους χωρίς σώμα. Θέλω καθαρό μυαλό, νέες ιδέες, όραμα. Το Κέντρο θέλω να προχωρήσει και να δώσουμε στη νέα γενιά ό,τι μπορούμε: γνώση, φως, εμπειρία… Δεν κουβαλάμε πολυτέλειες. Κουβαλάμε μόνο την Ελλάδα μέσα μας. Αυτό δεν χάνεται.
― Πόση αντοχή χρειάζεται για να κρατά κανείς ζωντανό ένα τέτοιο όραμα; Από πού αντλείτε τόση δύναμη;
Χρειάζεται αντοχή τύπου Μεγάλου Αλεξάνδρου. Είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Η ζωή σήμερα τρέχει γρήγορα: γρήγορα χρήματα, γρήγορη δόξα, γρήγορη πτώση. Τα έχω ζήσει όλα αυτά από κοντά. Έζησα μέσα στην ελίτ της Νέας Υόρκης, στα ωραιότερα χρόνια της Αμερικής, τη δεκαετία του ’80 και του ’90. Το Studio 54, η τέχνη, η μουσική, οι άνθρωποι. Πολλοί από αυτούς δεν υπάρχουν πια. Είναι μια εποχή που τελείωσε οριστικά. Η Νέα Υόρκη εκείνη δεν υπάρχει πια. Ήμουν κοντά σε μεγάλες μορφές της τέχνης. Άντι Γουόρχολ, Τζάσπερ Τζονς, Κιθ Χάρινγκ. Με έργα που σήμερα κοστίζουν δεκάδες εκατομμύρια. Τότε ζούσαμε μαζί, δουλεύαμε μαζί. Ήταν μια σκληρή αλλά σπουδαία εποχή.
― Έπειτα από τόσα χρόνια στη Νέα Υόρκη, έρχεστε συχνά στην Αθήνα;
Αυτό είναι το δύσκολο κομμάτι. Ερχόμουν πάντα για τη μητέρα μου, για λίγες μέρες. Έχω ατελιέ στη Γαλλική Ριβιέρα, όπου δουλεύω τα καλοκαίρια. Μιλάω αγγλικά, ελληνικά, ιταλικά και μαθαίνω ιαπωνικά μόνη μου, από βιβλία.
Όταν έρχομαι στην Ελλάδα, παρατηρώ κάτι που με πονάει: δεν υπάρχουν βιβλιοθήκες στα σπίτια. Υπάρχουν όμορφα έπιπλα, μεγάλες τηλεοράσεις, αλλά όχι βιβλία. Πώς να μεγαλώσει ένα παιδί χωρίς βιβλιοθήκη;
― Εδώ έχετε σπίτι;
Όχι. Μένω σε φίλους, σε συγγενείς. Δεν έφτιαξα ποτέ ατελιέ εδώ. Από το ’73 που έφυγα με δέκα έργα σε μια βαλίτσα και πήγα στο Παρίσι, δεν γύρισα πίσω με την έννοια της μόνιμης εγκατάστασης. Όμως έρχομαι πάντα με αγάπη. Και θα έρχομαι μέχρι να πεθάνω.
Δειτε περισσοτερα
Μια συζήτηση για τη νέα μουσική πραγματικότητα, την πίεση του virality και το χάος των 20s
Η ζωή, οι συνεργασίες και η διαδρομή μιας γυναίκας που σημάδεψε το ελληνικό τραγούδι
Mερικά πράγματα που θα ήθελες να ξέρεις για τον υπέροχο, γκροτέσκ και τραγικό σχεδιαστή που γεννήθηκε στις 17 Μαρτίου 1969, και αυτοκτόνησε σαν σήμερα στις 11 Φεβρουαρίου 2010
H φωτογραφία ως πράξη παρατήρησης, η βιωματική προσέγγιση διαφορετικών πολιτισμών και η διεθνής αναγνώριση
Το Πάικο ως μαγικό βουνό στην αναδρομική έκθεση του εικαστικού στη Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης