Μια θρυλική πορεία 60 και πλέον ετών στην αρχιτεκτονική, που συνεχίζει να εξελίσσεται σήμερα στο γραφείο Vikelas Architects με τον γιο του, Αλέξη Βικέλα
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
12°
Ιωάννης Βικέλας: Ένας μύθος της αρχιτεκτονικής
Vikelas Architects: Μια συνέντευξη με τον αρχιτέκτονα Ιωάννη Βικέλα και τον γιο του Αλέξη Βικέλα
Στην πλατεία του κτιρίου Atrina, σε έναν χώρο που ατενίζει τον ουρανοξύστη του Αμαρουσίου, στεγάζεται το αρχιτεκτονικό γραφείο Vikelas Architects. Εκεί συναντώ τον σπουδαίο Έλληνα αρχιτέκτονα Ιωάννη Βικέλα. Έχουν περάσει 7 χρόνια από την προηγούμενη συνάντησή μας και, αν και έχει πατήσει τα 90, η ματιά του –καθαρό γαλάζιο– και το μυαλό του λάμπουν. Ευγενικός, οξυδερκής και εντυπωσιακός ομιλητής, ο ακμαιότατος και ακάματος δημιουργός βρίσκεται καθημερινά στο γραφείο του. Το ίδιο το συγκρότημα, ένα από τα σύμβολα της αθηναϊκής αρχιτεκτονικής ιστορίας, αποτελεί χειροπιαστή απόδειξη του πώς το όραμα ενός ανθρώπου –σε συνδυασμό με δημιουργικές συνεργασίες– μπορεί να μεταμορφώσει έναν τόπο και να τον αναγάγει σε σημείο αναφοράς.
Το γραφείο ξεκίνησε την πορεία του αρχές του 1960 στις οδούς Ηροδότου και Στησιχόρου και το 1963 μεταφέρθηκε πιο κεντρικά στο Κολωνάκι, στην Καρνεάδου. Έπειτα, είκοσι χρόνια αργότερα, μεταφέρθηκε στη θέση που είναι και σήμερα, στην πλατεία του Πύργου Atrina. Το 2000 εντάχθηκε στο γραφείο και ο γιος του, Αλέξης Βικέλας, που σήμερα διευθύνει το γραφείο, το οποίο πλέον ονομάζεται Vikelas Architects.
Γιατί άραγε ο αρχιτέκτονας τον πύργων επέλεξε να διατηρεί γραφείο σε μια χαμηλωμένη πλατεία, αναρωτιέμαι. Το εσωτερικό του γραφείου είναι ανοιχτό και λειτουργικό. Τον βρίσκω να δουλεύει πυρετωδώς για την παράδοση μιας νέας πολυκατοικίας στη Γλυφάδα –έργο υπό την ευθύνη του Αλέξη Βικέλα–, με καμπύλες γραμμές και οργανικά σχήματα, «φυσική», με ήπια και φιλική αισθητική, πισίνες και rooftop gardens. Έτσι καθώς είναι περιτριγυρισμένος από αρχιτεκτονικά σχέδια, σκέφτομαι ότι έχω απέναντί μου έναν μύθο της αρχιτεκτονικής, που οι μεγαλόπνοες ιδέες του και τα στιβαρά έργα του έχουν αφήσει ισχυρό και αναγνωρίσιμο αποτύπωμα στην πόλη.
Η νέα αρχιτεκτονική γλώσσα του Ιωάννη Βικέλα για την Αθήνα
Ο Ιωάννης Βικέλας είναι μια από τις πιο καθοριστικές προσωπικότητες της μεταπολεμικής αθηναϊκής αρχιτεκτονικής. Γεννημένος στο Παρίσι και βαθιά επηρεασμένος από διεθνείς τάσεις, εντάσσεται στη νέα γενιά αρχιτεκτόνων που εμφανίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950, σε μια Αθήνα που αλλάζει ραγδαία και αναζητά μια νέα αρχιτεκτονική γλώσσα. Υπήρξε από τους αρχιτέκτονες που συνέβαλαν στην αποδοχή και διάδοση του μοντερνισμού, προσαρμόζοντάς τον στις ιδιαιτερότητες της πόλης και στις ανάγκες μιας πελατείας που αναζητούσε κύρος, τεχνολογική πρωτοπορία και μια διακριτή αρχιτεκτονική ταυτότητα.
Τα έργα του χαρακτηρίζονται από τις καθαρές γραμμές, τη λιτότητα των μέσων και την ικανότητά τους να συνομιλούν με τις διεθνείς τάσεις χωρίς να χάνουν την ταυτότητά τους. Η προσπάθειά του να αποφύγει τον αισθητικό θόρυβο και να μιλήσει με μια αρχιτεκτονική γλώσσα νηφάλια, λειτουργική και σύγχρονη, του εξασφάλισε την καθολική αποδοχή που γνώρισε στη μακρά πορεία του. Πολλά από τα κτίριά του άλλωστε παραμένουν έως σήμερα σημεία αναφοράς.
Στα πενήντα χρόνια της δραστηριότητάς του σχεδιάζει πάνω από 900 κτίρια – μια παραγωγή που πρακτικά διαμόρφωσε τη φυσιογνωμία της πρωτεύουσας. Τα πρώτα του έργα δείχνουν από νωρίς τη διάθεσή του να ανανεώσει την εικόνα της. Το συγκρότημα γραφείων στην Όθωνος 8 στο Σύνταγμα (1962), οι πολυκατοικίες με τον κινηματογράφο Plaza στους Αμπελοκήπους (1965), ο Πύργος Αθηνών (1967) και η πολυκατοικία στη Ρηγίλλης 16 (1968) αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας αρχιτεκτονικής που συνδυάζει λειτουργικότητα και καθαρότητα σύνθεσης.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, οι πολυκατοικίες του Ψυχικού, της Κηφισιάς και της Φιλοθέης διαμορφώνουν νέο αισθητικό και τυπολογικό υπόδειγμα για την περιαστική κατοικία. Ακολουθούν άλλα σημαντικά έργα, όπως το ξενοδοχείο President (1974), ο πύργος Atrina στο Μαρούσι (1976), το κτίριο γραφείων στην Αγία Βαρβάρα Χαλανδρίου (1979), το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης (1986), τα γραφεία της Κτηματικής Τράπεζας και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην οδό Ακαδημίας (1996) και το συγκρότημα γραφείων και καταστημάτων στο Δέλτα Φαλήρου (2006). Καθένα από αυτά υπήρξε η απάντηση στις τεχνολογικές και αισθητικές απαιτήσεις της εποχής του.
Φυσικά και η επιλογή του χώρου του Αtrina για τη στέγαση του γραφείου του δεν είναι τυχαία. Το συγκρότημα, με τη χαρακτηριστική του λιτότητα και τη μοντέρνα αρχιτεκτονική γραφή, αντικατοπτρίζει την τάση εκσυγχρονισμού που γνώρισε το Μαρούσι από τη δεκαετία του ’90 και μετά, μια εποχή που η περιοχή μετατράπηκε από αγρότοπο και βοσκότοπο σε επιχειρηματικό κόμβο της Αττικής. Κάποτε η περιοχή είχε εντελώς διαφορετική εικόνα: χαμηλά κτίρια, χωματόδρομοι και εργαστήρια Σιφναίων αγγειοπλαστών, θυμάται.
Μου περιγράφει πώς ο κατασκευαστής Μπάμπης Βωβός τον κάλεσε, του έδειξε το μεγάλο κτήμα δίπλα στην Κηφισίας και του ζήτησε να κατασκευάσει έναν γυάλινο ουρανοξύστη, γιατί ο στόχος του ήταν να αλλάξει την εικόνα της περιοχής και να δημιουργήσει το «αθηναϊκό Μανχάταν». Το έργο θα σηματοδοτούσε τη νέα εποχή για τα βόρεια προάστια. Η πρόταση φαινόταν τολμηρή, σχεδόν παράδοξη για την εποχή εκείνη. Με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, ο Ιωάννης Βικέλας είδε σ’ αυτή την πρόκληση την ευκαιρία να εκφράσει τη δική του αρχιτεκτονική γλώσσα – καθαρή, γεωμετρική, φωτεινή.
Η συμβολή του Βικέλα, όμως, δεν περιορίζεται στα κτίρια που φέρουν την υπογραφή του, επεκτείνεται στη διαμόρφωση μιας ολόκληρης φιλοσοφίας γύρω από το «χτίζειν», με σεβασμό, μέτρο και όραμα. Αυτό το όραμα μου περιγράφει τώρα, καθισμένος απέναντί μου στο γραφείο του.
Ιωάννης Βικέλας: Η αρχιτεκτονική ως πράξη αισιοδοξίας
Στην αρχιτεκτονική σήμερα, σ’ αυτήν που κυριαρχεί έξω από τα στενά όρια της χώρας μας, φαίνεται πως όλα είναι δυνατά, όλα επιτρέπονται. Ζούμε στην εποχή του απόλυτου πλουραλισμού, στη φάση της μετάβασης προς κάτι που αμυδρά διακρίνουμε. Χωρίς αμφιβολία, ζούμε κάτω από τη σκέπη μιας γενικευμένης νοοτροπίας ελευθεριότητας που διέπει και την αρχιτεκτονική πρακτική. Φαίνεται ότι έχει τελειώσει μια περίοδος βεβαιότητας – αμφιβάλλουμε για όλα. Η πολυφωνία και η ισοπέδωση προκαλούν, ωστόσο, την ανάγκη στηριγμάτων. Η αρχιτεκτονική, ως συγκεκριμένη και εφαρμοσμένη τέχνη, μπορεί να βοηθήσει.
Η αρχιτεκτονική ορίζει το φυσικό περιβάλλον, ώστε οι άνθρωποι, ως άτομα και ομάδες, να μπορούν να ζουν, να εργάζονται και να συνυπάρχουν αρμονικά. Εξάλλου, όταν παρατηρείς και κατανοείς τι είναι ένα κτίριο, έχεις επίγνωση του ποιοι είναι οι χρήστες του και ποιος είναι ο κοινωνικός του ρόλος. Αν το κτίσμα σηματοδοτεί τη λειτουργία του και αντανακλά τον κοινωνικό του ρόλο, τότε η αρχιτεκτονική συμβάλλει σε μια αναβάθμιση του περιβάλλοντος χώρου και στον καθορισμό αξιών. Άλλωστε η ίδια οφείλει να είναι όχι μόνο αυτά καθαυτά τα κτίρια, αλλά να αντινοβολεί το πνεύμα. Θεωρώ πως η αρχιτεκτονική πρέπει να δίνει φως στη ζωή, να είναι μια πράξη αισιοδοξίας.
Η αρχιτεκτονική χτίζει τον χώρο δράσης του ανθρώπου. Ο στόχος στην κορυφαία έκφρασή της πρέπει να είναι ο αισθητικός και ο χωρικός μετασχηματισμός πολιτικών ιδεών όπως η ισότητα και η ισονομία, η τάξη και η αρμονία, η ελευθερία και η δικαιοσύνη. Βέβαια, δεν μπορεί να υπάρχει μία και μόνη οπτική. Ο καθένας μας μπορεί, με τη δική του διαδρομή, ευαισθησία και γνώση, να δικαιώσει τον ρόλο της αρχιτεκτονικής. Αυτό προϋποθέτει ανοιχτούς ορίζοντες, ζωή με περιπέτειες και ταξίδια, πάθος για την τέχνη, αγάπη για τον άνθρωπο.
Τελειώνοντας τις σπουδές μου, υπήρξα για μεγάλο διάστημα ταξιδευτής-προσκυνητής. Από τα χρόνια του Πολυτεχνείου αισθανόμουν έντονα ότι η ολοκλήρωση των σπουδών μου ήταν προϋπόθεση για την επαφή και γνωριμία και με την αρχιτεκτονική του κόσμου – κυρίως της Ευρώπης και της Αμερικής. Δεν παρέλειπα, επίσης, τις συνεχείς επισκέψεις και σε διεθνείς εκθέσεις (Βρυξέλλες, Μόντρεαλ, Οσάκα), σε εποχές μάλιστα που τα ταξίδια δεν ήταν πολύ προσιτά ούτε πολύ εύκολα.
Το έργο των μεγάλων δημιουργών της εποχής με ενδιέφερε τόσο, ώστε κατέβαλα προσπάθειες για να το γνωρίσω από κοντά. Γρήγορα συνειδητοποίησα ότι, αν και η γνώση αυτή δεν έχει τέλος, σε βοηθάει εντέλει να τολμάς, να διακυνδινεύεις, εκεί που δύσκολα θα το έκανες χωρίς αυτήν. Από την επαφή με τους άλλους λαούς κατάλαβα ότι τα προβλήματα στο μεγαλύτερο μέρος τους δεν έχουν πατρίδα και ότι η κακή αρχιτεκτονική, δυστυχώς, δεσπόζει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης, σαν μια αναπόφευκτη ατέλεια της ανθρώπινης φύσης, όπου το ευτελές περισσεύει και το πολύτιμο σπανίζει. Αντίθετα, την καλή αρχιτεκτονική, όπου και να πας, δυσκολεύεσαι να την ανακαλύψεις.
Η γνωριμία με τον Όσκαρ Νιεμάιερ
Έχει χαραχτεί στη μνήμη μου το πρώτο μου ταξίδι πέρα από τον Ατλαντικό, όταν τρία χρόνια μετά την αποφοιτησή μου, το 1958, εκπλήρωσα μια έντονη επιθυμία μου να επισκεφτώ τη Μέκκα της αρχιτεκτονικής, που εκείνα τα χρόνια ήταν η εξωτική Μπραζίλια, με τον διάσημο δημιουργό της Όσκαρ Νιεμάιερ. Έπειτα από πολυήμερο, περιπετειώδες ταξίδι χιλιάδων χιλιομέτρων στη ζούγκλα μ’ ένα παλιό, μικρό λεωφορείο, αφού όλα τα διαθέσιμα αεροπλάνα, μετασκευασμένα, μετέφεραν οικοδομικά υλικά για τη νέα πρωτεύουσα, επιτέλους φτάσαμε στο τέρμα της διαδρομής μας.
Καθώς, όπως λένε, δεν υπάρχει μέρος να πας και να μη βρεις Έλληνα, είχα την τύχη φτάνοντας να πέσω πάνω σε έναν συμπατριώτη, μικροεργολάβο της Μπραζίλια, ο οποίος με προσκάλεσε το ίδιο βράδυ να γνωρίσω την οικογένειά του και να φάμε «ελληνικά». Εκεί τους μίλησα για την ανυπομονησία μου να γνωρίσω από κοντά αυτή τη μεγάλη αρχιτεκτονική, ενώ ταυτόχρονα ήξερα ότι θα ήταν αδύνατο να γνωρίσω και τον δημιουργό της. «Τι είναι αυτά που μου λες», μου λέει ο πατριώτης, «αύριο το πρωί θα σε πάω να τον γνωρίσεις!». Το θεώρησα υπερβολικό και δυσκολευόμουν να το πιστέψω όταν, την άλλη μέρα το πρωί, έσφιγγα το χέρι του Νιεμάιερ στο εργοτάξιο του καθεδρικού ναού της πρωτεύουσας – κτίριο απαράμιλλης αρικτεκτονικής.
Όταν η εντυπωσιακή απλότητα του διάσημου δημιουργού και το κάποιο θράσος μου, ως νεοφώτιστου, μου επέτρεψαν κάποιες κριτικές παρατηρήσεις, εκείνος μου απάντησε με πολλή συμπάθεια: «Μπορεί να έχεις κάπου δίκιο, αλλά δεν γνωρίζεις ότι τα οφέλη των εργολάβων όταν τελειώνουν τα έργα τους νωρίτερα από την προθεσμία τους είναι τόσο μεγάλα, ώστε πολλές φορές μάς παίρνουν τα σχέδια από τα σχεδιαστήρια πρώτου ολοκληρωθούν, με αποτέλεσμα ένιοτε να προκύπτουν κάποια προβλήματα. Αυτή όμως η βιασύνη έχει και μια ωφέλεια, ότι έτσι δεν χάσαμε ποτέ τη δροσιά της πρώτης ιδέας».
Τα λόγια αυτά με επηρέασαν βαθιά. Δεν ξέρω πόσο καλές ήταν οι πρώτες μου ιδέες, αλλά ξέρω πόσο χρήσιμη ήταν η συμβουλή αυτού του μεγάλου αρχιτέκτονα, το να μη βασανίζεις τις ιδέες σου, ενώ παράλληλα να μένεις μακριά από κάθε προχειρότητα.
Η περιπέτεια του επαγγέλματος
Μετά την περιπέτεια στη ζούγκλα, άρχιζε η περιπέτεια του επαγγέλματος. Η αρχή της δεκαετίας του ’60 συνέπεσε με την έναρξη της δικής μου προσωπικής πορείας –σ’ ένα γραφείο ενός δωματίου στην οδό Ηροδότου, ο προϊστάμενος, οι συνεργάτες και το βοηθητικό προσωπικό, που ήταν ο εξής ένας: ο γράφων, ο οποίος ανέμενε τους πελάτες!
Τα χρόνια εκείνα οι πολυκατοικίες της αντιπαροχής ήταν γενικώς μικρά σε έκταση κτίρια, γι’ αυτό και το γεγονός ότι μία από τις πολύ μεγάλες τεχνικές και επενδυτικές επιχειρήσεις της εποχής κατασκεύαζε μια πολυκατοικία στην οδό Αγίου Μελετίου που καταλάμβανε ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο με εντυπωσίασε ιδιαίτερα κι άρχισα να παρακολουθώ το έργο τους. Με απογοήτευση επισήμανα ότι το μέγεθος και η σημασία των έργων που πραγματοποιούσαν ήταν αντιστρόφως ανάλογη προς την ποιότητα της αρχιτεκτονικής τους.
Το επόμενο κτίριό τους ήταν στην Πλατεία Συντάγματος, Αμαλίας και Όθωνος, ένα κτίριο τόσο κεντρικό αλλά και τόσο μέτριο. Αυτό μου έδωσε το θάρρος ή μάλλον το θράσος, όταν ένα άλλα κτίριό τους ήταν υπό μελέτη, να τους χτυπήσω κυριολεκτικά την πόρτα και να τους ζητήσω να μου δώσουν τη δυνατότητα να τους υποβάλω μια πρόταση, κι αν τους ικανοποιούσε, να είχα τη χαρά της συνεργασίας μαζί τους, αν όχι, να τους αποχαιρετούσα με τις ευχαριστίες μου. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί ο πρώτος μου πελάτης και ν’ αρχίσει για μένα μια γόνιμη συνεργασία. Η πορεία στον επαγγελματικό τομέα άρχισε να εξελίσσεται γοργά, οπότε και αποχώρησα από τον ακαδημαϊκό χώρο του Πολυτεχνείου, λόγω του ηθικού ασυμβίβαστου, προκειμένου να μπω στην περιπέτεια του επαγγέλματος, με τις χαρές αλλά και τα δεινά του.
Όταν, έπειτα από λίγα χρόνια, η μεγάλη αυτή εταιρεία αγόρασε το οικόπεδο του Πύργου Αθηνών κι εγώ είχα πια συνεργάτες, βοηθητικό προσωπικό και μεγαλύτερο γραφείο, με επισκέφθηκαν οι εταίροι για να μου πουν ότι αποφάσισαν να ανεγείρουν τον πρώτο ελληνικό ουρανοξύστη, διακινδυνεύοντας με το έργο αυτό ό,τι μέχρι τότε είχαν επιτύχει. Η έκπληξη και η χαρά μου ήταν μεγάλη όταν, έπειτα από λίγους μήνες, μου είπαν να προχωρήσω στον σχεδιασμό του Πύργου. Οι προσπάθειες καινοτομιών τόσο στη σύνθεση όσο και στην τεχνολογία στα κτίρια της Πλατείας Συντάγματος που είχα μελετήσει γι’ αυτούς φαίνεται ότι μου είχαν εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη τους.
Η έλλειψη οποιασδήποτε εμπειρίας από μέρους μου για ένα τόσο μεγάλο και πολύπλοκο έργο όπως ο Πύργος Αθηνών, καλύφθηκε προφανώς αποτελεσματικά από τη γνώση του κόσμου που απέκτησα με τα ταξίδια, που είχε κινητοποιήσει τις δυνατότητές μου και τονίσει στη συνείδησή μου την αξία της καινοτομίας. Ας μην ξεχνάμε ότι κανένα αρχιτεκτονικό έργο χωρίς την επίδραση του καινούργιου δεν μπορεί να ελπίζει σε αντοχή στον χρόνο, όπως διακαώς εύχεται ο κάθε δημιουργός.
Η γνωριμία με τον Νιεμάιερ υπήρξε μοιραία για την πορεία μου. Επειδή η ζωή διαγράφει κύκλους, το 1973, έπειτα από επιτυχή συμμετοχή σε διαγωνισμό ιδεών για τη νέα Ελληνική Πρεσβεία στη Μπραζίλια, τον ξανασυναντώ, παρουσιάζοντάς του και το σχέδιά μου. Η αντίδρασή του ήταν τόσο θετική, που μου έδωσε την αυτοπεποίθηση που τόσο είχα ανάγκη.
Τα ταξίδια συνεχίστηκαν. Μου επιβεβαίωσαν τη σημασία της επαφής με όσους αναζητούν το καινούργιο, ανεξάρτητα από το ρίσκο που αυτό συνεπάγεται. Ο κόσμος που οριοθέτησα μέσα μου με την περιήγηση με βοήθησε να δέχομαι με μεγάλο ενδιαφέρον κάθε πείραμα που κατευθύνει προς νέους δρόμους και νέες κατακτήσεις τη σκέψη. Συνειδητοποίησα ότι η ενσωμάτωση του καινούργιου στην πράξη θέλει συνεχή προσπάθεια, μια και ο κίνδυνος της αποθάρρυνσης είναι πάντα ένα ενδεχόμενο. Οι νέες όμως αναζητήσεις στην αρχιτεκτονική είναι ελπιδοφόρες, γιατί, όταν ανοίγουν καινούργιους δρόμους, είναι σαν να φωτίζουν την πορεία μας. Η εφευρετική μας δύναμη είναι αυτή που ενεργοποιεί το φως της φαντασίας μας, και πιστεύω πως αποτελεί την κινητήριο δύναμη της αληθινής αρχιτεκτονικής.
Ο Αλέξης Βικέλας μιλάει για τον πατέρα του
Παρών στη συζήτηση είναι και ο γιος του, Αλέξης Βικέλας, ο οποίος εντάχθηκε στο γραφείο Vikelas Architects το 2000, έχοντας πλέον 25 χρόνια εμπειρίας σε μια ποικιλία δημόσιων και ιδιωτικών έργων. Ένα ιδιαίτερα δύσκολο και μακροχρόνιο έργο ήταν το Μουσείο Γουλανδρή στο Παγκράτι, το οποίο διήρκεσε μια δεκαετία (2008-2018), λόγω της τεχνικής του πολυπλοκότητας και των υψηλών απαιτήσεων.
«Το γραφείο, αν και μικρό, αναλαμβάνει συχνά σύνθετα και μεγάλα έργα, διατηρώντας την εποπτεία», μου λέει. Η φήμη του πατέρα του βοήθησε στην αρχή, αλλά ο καθημερινός αγώνας, η διαχείριση πελατών και οι νέες κατασκευές είναι απαραίτητα. Σήμερα παρατηρεί μια θετική εξέλιξη στην αντίληψη του κοινού για τον ρόλο των αρχιτεκτόνων στην Ελλάδα, καθώς στο παρελθόν η αξία τους υποτιμήθηκε, με τους πολιτικούς μηχανικούς και τους εργολάβους να πρωτοστατούν στην οικοδόμηση.
«Για πολλά χρόνια, για δεκαετίες, το κοινό δεν μπορούσε να καταλάβει ακριβώς τον ρόλο και την αξία ενός αρχιτέκτονα. Δυστυχώς υπήρχαν πολλές περιπτώσεις που τα έργα τα αναλάμβαναν εξολοκλήρου οι πολιτικοί μηχανικοί, και οι αρχιτέκτονες, αν υπήρχαν, είχαν ρόλο διακοσμητικό. Ίσως με κάποιες εξαιρέσεις, όπως του πατέρα μου, που μπορεί να έκριναν απαραίτητη τη συμμετοχή και την ενεργό παρουσία τους σε ένα έργο, αλλά συνολικά η στάση ήταν να τους παρακάμπτουν. Η πραγματικότητα ήταν ότι εργολάβοι και πολιτικοί μηχανικοί έχτισαν στην Αθήνα, όχι αρχιτέκτονες. Σε πολύ μεγάλο βαθμό ο κόσμος δεν αντιλαμβανόταν τι κάνουν οι αρχιτέκτονες, κάτι που στο εξωτερικό είναι κοινός τόπος», αναφέρει.
Περιγράφει πώς ο πατέρας του ξεκίνησε την καριέρα του τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. «Ήταν δύσκολα χρόνια. Ο πατέρας μου εργάστηκε αρχικά ως μακετίστας, έχοντας μάθει την τέχνη στο εργαστήριο του Τσαρούχη. Ήταν ο πρώτος στην Ελλάδα που κατασκεύαζε μακέτες από χαρτόνι αντί για γύψο, με μεγάλη λεπτομέρεια, κι έτσι χρηματοδοτούσε τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο (1949-1955). Μία από τις πρώτες του μακέτες ήταν για τα Αστέρια της Γλυφάδας, που δεν ήταν δική του μελέτη, ήταν του Βουρέκα και του Σακελάριου».
Ο Αλέξης θα αναφερθεί σε μια έντονη παιδική ανάμνησή του: Ήταν περίπου πέντε ετών όταν ο πατέρας του, στις καλοκαιρινές τους διακοπές στο σπίτι τους στη Βούλα, έφτιαξε στην παραλία μια κανονική, λεπτομερή μακέτα αυτοκινήτου από άμμο, κάτι που τον εντυπωσίασε. «Εκεί που άλλα παιδιά θυμούνται πύργους στην άμμο, ο πατέρας μου ξαφνικά μου φτιάχνει ένα αυτοκίνητο με καταπληκτική λεπτομέρεια».
Περιγράφει με νοσταλγία τις αναμνήσεις του από την πλατεία του συγκροτήματος όπου συστεγάζονταν ο κινηματογράφος Plaza και ο Φλόκας στην Κηφισίας τη δεκαετία του ’80, στο ύψος των Αμπελοκήπων. Το αίθριό του, η μεγάλη αυλή στο κέντρο του, γινόταν ανοιχτός, φιλόξενος χώρος και μετατρεπόταν κάθε απόγευμα σε σημείο συνάντησης και παιχνιδιού για μικρούς και μεγάλους.
Ο Ιωάννης Βικέλας πιάνει και πάλι το νήμα της συζήτησης, καθώς θυμάται τη συνεργασία του με τον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Τομπάζη. «Ο Τομπάζης είχε δηλώσει ότι, για να υπάρξει καλή αρχιτεκτονική, χρειάζονται τρεις παράγοντες: ένας καλός αρχιτέκτονας, ένας καλός κατασκευαστής για την υλοποίηση του έργου κι ένας καλός πελάτης. Ένας καλός πελάτης χαρακτηρίζεται από ώριμη σκέψη και γνώση του τι θέλει ή τουλάχιστον από το να είναι ανοιχτός σε διάλογο. Ο διάλογος αυτός είναι απαραίτητος για να προκύψει ένα αποτέλεσμα σωστό για την εποχή και τον τόπο και που θα έχει διάρκεια.
Η αρχιτεκτονική δεν πρέπει να γίνεται για 10-20 χρόνια, αλλά για να μείνει. Χρειάζεται να έχει σωστές βάσεις που προσδίδουν διάρκεια στον χρόνο, να μπορεί να εξελίσσεται, να έχει ευελιξία και αρχές που επιτρέπουν τη συντήρηση και την αλλαγή, χωρίς την ανάγκη συνεχούς κατεδάφισης και ανακατασκευής. Μέσα από μια σωστή διαλεκτική σχέση με τον πελάτη μπορεί να προκύψει ένα αποτέλεσμα που θα είναι κατάλληλο για την εποχή του και για τον τόπο, ένα αποτέλεσμα που δεν θα αφορά μόνο εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή. Η διαδικασία αυτή, αν και επίπονη, επιτρέπει την εξέλιξη και διαμόρφωση του έργου από το πρώτο σκίτσο μέχρι την κατασκευή, οδηγώντας σε καλύτερα αποτελέσματα. Προφανώς και υπάρχουν πράγματα που κάνουμε τα οποία είναι εφήμερα – το εφήμερο πολλές φορές χρειάζεται στην αρχιτεκτονική και στη ζωή προφανώς. Όμως πραγματικά η αρχιτεκτονική πρέπει να μπορεί να εξελίσσεται, να έχει την απαιτούμενη ευελιξία, να βασίζεται σε κάποιες αρχές ώστε το εκάστοτε κτίριο να είναι σωστά σχεδιασμένο κι απλώς να συντηρείται».
Η συζήτηση με έναν μύθο της ελληνικής αρχιτεκτονικής και τον γιο του αποδεικνύεται γοητευτική και διδακτική. Με σιγουριά και ήρεμη ικανοποίηση για τη διαδρομή του, ο Ιωάννης Βικέλας ξεφυλλίζει το λεύκωμα που κυκλοφόρησε για τον ίδιο το 2010, με αφορμή την ιστορική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη. Το λεύκωμα καλύπτει την πορεία του από το 1960 έως το 2010, περιλαμβάνοντας όμως και έργα πριν από το 1960, όπως τα περίπτερα της Έκθεσης Θεσσαλονίκης, εξέχοντα δείγματα μοντέρνας αρχιτεκτονικής. «Βλέποντας την έκθεση Θεσσαλονίκης και πώς κατέληξε, σε πιάνει μια μικρή θλίψη», σχολιάζει αναφερόμενος στη σταδιακή απαξίωση του κτιριακού κελύφους της. Ο ίδιος είχε σχεδιάσει το περίπτερο της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας, το περίπτερο της Εμπορικής Τράπεζας καθώς και το περίπτερο του καπνού, στη ΔΕΘ.
«Τα περισσότερα κτίρια κατασκευάστηκαν τη δεκαετία του ’50 και του ’60, σε μια εποχή αισιοδοξίας και ανάπτυξης. Με την πάροδο των ετών, όμως, δεν πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικές επενδύσεις συντήρησης ή εκσυγχρονισμού. Το κτιριακό σύνολο έμεινε πίσω σε σχέση με τα διεθνή στάνταρ, με αποτέλεσμα να θεωρείται πλέον παρωχημένο. Σήμερα, ωστόσο, με το σχέδιο ανάπλασης να έχει πλέον δρομολογηθεί, υπάρχει πραγματική προοπτική η ΔΕΘ να ανακτήσει τον ρόλο της ως σύγχρονο, διεθνώς ανταγωνιστικό εκθεσιακό και συνεδριακό κέντρο», καταλήγει χαμογελαστός, αφήνοντας να φανεί η ικανοποίηση για μια ζωή αφοσίωσης στην αρχιτεκτονική.
Φεύγω με το αίσθημα ότι, πέρα από κτίρια και πρωτοπορίες, το αποτύπωμα του Βικέλα είναι πάνω απ’ όλα μια ιστορία δημιουργίας και συνέπειας, που εμπνέει και παραμένει ζωντανή στη μνήμη της πόλης.
Δειτε περισσοτερα
Μια προσωπική συζήτηση μακριά από την επικαιρότητα για το οικονομικό-πολιτικό σκηνικό της μεταπολεμικής Ελλάδας και το αύριο της χώρας. Αφορμή το νέο του βιβλίο, «Ελλάδα 1953-2024 - Χρόνος και Πολιτική Οικονομία».
Ο αντιστάρ µεταµορφώνεται ξανά πρωταγωνιστώντας στη µυθική «Λόλα», που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου στο Παλλάς
Ο γνωστός εικαστικός μας μίλησε για τη ζωή του, με αφορμή τη νέα ατομική έκθεσή του «Οροπέδια»
Ο δραματικότερος ζωγράφος του αμερικανικού ρεαλισμού, στην πλήρη ακμή του - Η ιστορία του εμβληματικού έργου
Μιλήσαμε με τον Σταύρο Ιωαννίδη για την αποστολή στο Νεπάλ με την ομάδα του ΣΚΑΪ, και τη σειρά ντοκιμαντέρ Prime Time, που θα προβληθεί σήμερα, Τρίτη 20 Ιανουαρίου, στις 00.15