Design & Αρχιτεκτονικη

Τα κτίρια της πόλης μιλάνε #5

Εθνικό Θέατρο

56855-123975.JPG
Κατερίνα Βνάτσιου
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
62820-126277.jpg

Καταρχήν πρέπει να ομολογήσω ότι η συλλογή των πληροφοριών υπήρξε αρκετά δύσκολη, μια και δυστυχώς το θεσπέσιο κτίριο του Τσίλλερ, επισκιάζεται τελείως από τη βαρύγδουπη ταμπέλα του «Εθνικού Θεάτρου». Έτσι, μπορεί κανείς να βρει όσες πληροφορίες θέλει για τους διευθυντές του, τους σκηνογράφους, για όλες τις παραστάσεις που παίχτηκαν στα σανίδια του ενώ οι πηγές για την αρχιτεκτονική δομή του κτιρίου είναι ελάχιστες. Οι ευγενέστατοι άνθρωποι της βιβλιοθήκης του Εθνικού (Φειδίου 4, για όποιον ενδιαφερόμενο) στους οποίους απευθύνθηκα γεμάτη ελπίδες, μου αποκάλυψαν ότι κι εκείνοι θέλουν να γράψουν κάτι για το κτίριο, αλλά κολλάνε στο ίδιο πρόβλημα. Μετά από δεκάδες τόμους, αλλά λιγοστές σελίδες, αυτά είναι όσα κατάφερα να ανασύρω από τα βάθη του προηγούμενου αιώνα:

n

Η πρώτη σκέψη για την δημιουργία ενός εθνικού θεάτρου γεννήθηκε στα 1880, όταν ο ομογενής εξ Αγγλίας, Ευστράτιος Ράλλης, έδωσε το ποσό των 10.000 λιρών στο βασιλιά Γεώργιο Α’, για να τα διαθέσει όπου εκείνος νόμιζε καλύτερα. Ο βασιλιάς αποφάσισε πως θα ήταν ωραία ιδέα να ανεγείρει με αυτά τα λεφτά ένα εθνικό θέατρο, καθότι μέχρι τότε ο θεατρόφιλος λαός, εξυπηρετούνταν μόνο από το Δημοτικό θέατρο Πειραιά. Βέβαια, στα τέλη του 19ου αιώνα, έχουμε ακόμη βασιλοκρατεία οπότε και το θέατρο, πήρε την ονομασία «Βασιλικόν».

n

n

Το οικόπεδο που επιλέχθηκε, μετά από μήνες αναζήτησης ήταν εκείνο του αυλικού Νικόλαου Θων επί της Αγίου Κωνσταντίνου. Η επιλογή θεωρήθηκε από πολλούς λανθασμένη, όχι μόνο λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους, που θα δημιουργούσε πρόβλημα στη ανέγερση του κτιρίου, αλλά και για το γεγονός ότι εκείνο τον καιρό, το συγκεκριμένο σημείο θεωρούνταν απόκεντρο, μακριά από το κοσμικό κέντρο της πρωτεύουσας. Η αγορά του οικοπέδου, εξανέμισε τα μισά από τα λεφτά της δωρεάς του Ευστράτιου Ράλλη. Με τις 500.000 δραχμές που απέμειναν, δεν ήταν δυνατό να κτιστεί το θέατρο, καθώς ο προϋπολογισμός του έφτανε τις 700.000 δραχμές. Τότε ο Γεώργιος Α’, ζήτησε από τους ομογενείς του Λονδίνου Κοργιανέλο και Ευγενίδη, άλλες 500.000 δραχμές. Πέρασαν 10 χρόνια –με μια μεγάλη διακοπή το 1896, λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων- μέχρι να συγκεντρωθεί το ποσό των 1.500.000 δραχμών, που θα ολοκλήρωνε τις διαδικασίες το 1901.

n

n

Τα εγκαίνια έγιναν στις 24 Νοεμβρίου 1901 με τις μονόπρακτες κωμωδίες «Θάνατος του Περικλέους» του Δημήτρη Κορομηλά και «Ζητείται υπηρέτης» του Χαράλαμπου Άννινου. Οι πρώτες αυτές παραστάσεις, είχαν μεγάλη επιτυχία. Και οι 1000 θέσεις της αίθουσας ήταν κλεισμένες, ενώ η μορφή του βασιλιά, δέσποζε στο βασιλικό θεωρείο. Η επιτυχία όμως, δεν κράτησε καθόλου. Η αριστοκρατική και συντηρητική γραμμή, που κράτησαν οι άνθρωποι που το διοικούσαν, οδήγησε σε παραστάσεις που ανέβαιναν μπροστά σε ανύπαρκτους θεατές, με αποτέλεσμα να κλείσει χρεοκοπημένο το 1908, εφτά χρόνια μετά την ίδρυσή του. Στη μικρή προσέλευση του κόσμου, συνέβαλαν πέρα από το είδος των παραστάσεων και δύο ακόμα στοιχεία: Πρώτον, όπως είπαμε, η θέση του θεάτρου ήταν μακριά από το κέντρο, οπότε όσοι επιθυμούσαν να δουν την παράσταση, έπρεπε να μισθώσουν άμαξα, κάτι που όμως ανέβαζε το κόστος. Δεύτερον, στις περισσότερες παραστάσεις, ήταν παρών ο βασιλιάς, πράγμα που απαιτούσε επίσημο ένδυμα από όλους τους υπόλοιπους. Άρα, αν ζούσες στις αρχές του 1900 στην Αθήνα και ήθελες να δεις παράσταση στο Βασιλικό Θέατρο, έπρεπε να προσθέσεις στην τιμή του εισιτηρίου, την ταρίφα του αμαξά και την πληρωμή του ράφτη.

n

Το σημαντικότερο γεγονός αυτής της επταετίας, ήταν τα λεγόμενα «Ορεστειακά». Το 1904, την ώρα που παιζόταν η παράσταση της Ορέστειας, μια ομάδα φοιτητών με επικεφαλής τον καθηγητή Μυστριώτη και με «μουσική» υπόκρουση πυροβολισμών, ξεκίνησε από το Πανεπιστήμιο, με στόχο να κάψουν το κτίριο της οδού Αγίου Κωνσταντίνου. Οι διαδηλωτές υποστήριζαν μανιασμένα ότι τα αρχαιοελληνικά έργα, όφειλαν να παίζονται μόνο στη γλώσσα που γράφτηκαν και όχι σε μετάφραση, ακόμα και αν η τελευταία είχε γίνει στην καθαρεύουσα. Τα επεισόδια έληξαν λίγες μέρες αργότερα, με επέμβαση της αστυνομίας και με την τοποθέτηση στρατιωτικής φρουράς γύρω από το κτίριο.

n

Μέχρι το 1932 το θέατρο έμεινε θεόκλειστο. Μοναδική εξαίρεση το 1922, όταν άνοιξε τις πόρτες του για να φιλοξενήσει πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.

Άλλα 22 χρόνια περνούν, ώσπου η κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου, με υπουργό Παιδείας το Γεώργιο Παπανδρέου, αποφασίζει να ξαναζωντανέψει το μνημειώδες κτίριο. Το 1930 ξεκινούν εργασίες ανακαίνισης που κρατούν δύο χρόνια. Έτσι, το 1932, το κτίριο του Τσίλλερ μετονομάζεται σε Εθνικό Θέατρο και είναι έτοιμο να ανοίξει τις πόρτες του, με την ταμπέλα του «Οργανισμού Εθνικού Θεάτρου».

Στην ανακαίνιση του 1932, έγιναν δραστικές αλλαγές στο θέατρο, με σημαντικότερη τη κατεδάφιση των δύο από τα τέσσερα θεωρεία. Αυτή η ενέργεια, όχι μόνο άφησε δύο μεγάλα κενά, αλλά μείωσε κατά πολύ και τη χωρητικότητα της αίθουσας, καθώς από τις 1000 συνολικές θέσεις του θεάτρου, η πλατεία κατείχε μόνο 400, ενώ οι υπόλοιπες ήταν κατανεμημένες στα θεωρεία. Το 1932 όμως, το Εθνικό Θέατρο, αποκτά και τη δική του Δραματική Σχολή, που λειτουργεί μέχρι και σήμερα.

n

Ο ισχυρός σεισμός του 1981 (6,8 Ρίχτερ) προκάλεσε σοβαρές ζημιές στο κτίριο που αποκαταστάθηκαν μόνο τοπικά. Έτσι ο επόμενος δυνατός σεισμός του 1999 ήταν και η καταδίκη του θεάτρου, προκάλεσε τόσο μεγάλες φθορές που κρίθηκε ακατάλληλο.

Αρχιτεκτονική

Το προβληματικό οικόπεδο στο οποίο βρίσκεται το Εθνικό Θέατρο, απαιτούσε δραστικές αρχιτεκτονικές λύσεις. Για παράδειγμα, η μεγάλη κλίση του εδάφους κάτω από το θέατρο, γίνεται λιγότερο εμφανής με τη διώροφη στοά που αναδεικνύει το κεντρικό τμήμα της πρόσοψης και ταυτόχρονα τραβάει το βλέμμα από την ανισότητα του εδάφους. Ένα άλλο πρόβλημα, ήταν η μικρή έκταση του οικοπέδου, η οποία περιόριζε κατά πολύ τις διαστάσεις του θεάτρου. Αυτό θα μπορούσε να διορθωθεί μόνο με την επέκταση στα διπλανά οικόπεδα, κάτι που δεν έγινε όμως πριν το 1960, οπότε και απαλλοτριώνεται το διπλανό οικόπεδο, κατεδαφίζεται το ξενοδοχείο «Μεσσηνία» και το Εθνικό Θέατρο επεκτείνεται τώρα σε όλο το τετράγωνο, ενώ χτίζεται και η Β’ Σκηνή, που μετονομάστηκε σε Νέα Σκηνή το 1971.

n

Επειδή όμως βρισκόμαστε ακόμα στα τέλη του 19ου αιώνα, το θέατρο χτίστηκε με μικρές διαστάσεις: Με μήκος 42,10 μέτρα, πλάτος 38 μέτρα και ύψος 17 μέτρα, έπρεπε να εφευρεθεί κάτι για να εξισορροπήσει τη λειψή έκτασή του. Για αυτό και χρησιμοποιήθηκε ριζοσπαστική για τα δεδομένα της εποχής τεχνολογία, όπως η μεταλλική στέγη, λόγου χάρη. Αλλά πέρα από αυτό, ο Τσίλλερ σκέφτηκε να αξιοποιήσει τη μικρή έκταση του οικοπέδου περισσότερο υπέρ της σκηνής, παρά υπέρ της αίθουσας. Η σκηνή είχε (από τότε έχει επεκταθεί και εκσυγχρονιστεί πολλές φορές) πλάτος 18 μέτρα και βάθος 12,5, ενώ οι εσωτερικές της εγκαταστάσεις φωτισμού και θέρμανσης, όλες σχεδιασμένες από Βιεννέζους μηχανικούς, αποτελούσαν πρωτοπορία για την εποχή τους.

Στο προσκήνιο, στο βασιλικό θεωρείο, και στην οροφογραφία της αίθουσας ο Τσίλλερ χρησιμοποιεί μπαρόκ στοιχεία, χωρίς όμως να υπερβάλλει. Το πιο περίτεχνο δημιούργημα είναι αδιαμφισβήτητα η οροφογραφία με τον περίτεχνο ρόδακα του πολυελαίου στο κέντρο της σύνθεσης, την γεωμετρική πλαισίωση των θεμάτων, που δεν είναι άλλα από μορφές αγγέλων και γυναικών, φυτικά κοσμήματα και γεωμετρικές παραστάσεις.

Για την αρχιτεκτονική του κτιρίου, ο Τσίλλερ δανείστηκε στοιχεία τόσο από το μπαρόκ όσο και από τη ρωμαϊκή και αναγεννησιακή αρχιτεκτονική.

Το πιο θαυμαστό σημείο του Εθνικού Θεάτρου είναι το κεντρικό τμήμα της πρόσοψης. Ο πρώτος όροφος της πρόσοψης, χωρίζεται από έξι κίονες κορινθιακού ρυθμού που στηρίζονται στους αντίστοιχους έξι στυλοβάτες του ισογείου.

n

Μεταξύ αυτών των στυλοβατών, υπάρχουν πέντε ορθογώνιες πόρτες, που άλλοτε αποτελούσαν την κύρια είσοδο του κτιρίου (τώρα η κεντρική είσοδος είναι στο πλάι του κτιρίου, επί της οδού Μενάνδρου). Πίσω από τους κίονες του πρώτου ορόφου, υπάρχουν έξι παραστάδες που πλαισιώνουν τα τοξωτά πλαίσια των ανοιγμάτων. Στηθαία με κιονίσκους βρίσκονται στο κάτω μέρος των πέντε τόξων αλλά και στη στέψη του κεντρικού τμήματος. Το κεντρικό αυτό τμήμα, είναι το πιο σύνθετο και περίτεχνο τμήμα της μπροστινής όψης του κτιρίου και η διαφορά του με τις λιτές γραμμές και τα αδιακόσμητα παράθυρα της υπόλοιπης πρόσοψης, είναι απόλυτα εμφανής.

Ενδιαφέρον έχει η εντύπωση που προκάλεσε στο αθηναϊκό κοινό το καινούργιο του θέατρο. Το παρακάτω απόσπασμα, προέρχεται από εφημερίδα της εποχής, όταν το Βασιλικό Θέατρο άνοιξε τις πόρτες του για πρώτη φορά: «Η γνώμη διά το κτίριον είνε μία και ομοιόμορφος όλων των θεατών. Εάν ζη και ο συγγραφέας του «Θανάτου του Περικλέους», θα έβλεπεν ότι υπάρχουσι και Έλληνες συμφωνούντες άνευ συζητήσεως. Η συμφωνία δ’ αυτή αποτελεί ανάκρουσμα ήκιστα ευνοϊκόν δια τον αρχιτέκτονα κ. Τσίλλερ. Από της εισόδου όπου αν βρέχη θα υποχρεούνται οι άνθρωποι ν’ ανοίγουν τας ομβρέλλας των μέχρι των καθισμάτων η αυτή στενοχωρία. Άλλως τε το θέατρον διαιρείται εις τρεις κόσμους διαφόρους.

n

Τον κόσμον της πλατείας, όστις δεν βλέπει τους επί των εξωστών καθημένους, τον κόσμον του πρώτου εξώστου όστις δεν βλέπει την πλατείαν και τον κόσμον του δεύτερου εξώστου, όστις από πολλών καθισμάτων μόλις διακρίνει την σκηνήν. Αι θύραι του θεάτρου πολλαί βεβαίως και εις πολλάς φέρουσαι εξόδους είναι υαλόφρακτοι και ανοίγουν μόνον προς τη μίαν πλευράν μένουν δε το πλείστον ανοικταί διά να μη γίνεται θόρυβος. Την στενοχωρίαν αυτήν ησθάνθη περισσότερον ο κόσμος όστις διήλθε στιγμάς αγωνιώδους στριμώγματος διά να τοποθετήση τα επανωφοριά του και τας ράβδους του, τας οποίας πολυάριθμον, λιβρεοστόλιστον και γαντοφορεμένον προσωπικόν παρελάμβανε εις τας εισόδους του θεάτρου. Ίσως να έβλαψεν ολίγον και η αδεξιότης των θεατών, οίτινες πρώτην φοράν εισερχόμενοι εις το θέατρον είχον ανάγκην και οδηγού. Το εσωτερικόν του θεάτρου αποστίλβει καινουργές με τρούλους και στέμματα αλλά δεν είναι πολυτελές. Τα καθίσματα παραδόξως στενά.»

Το Εθνικό Θέατρο σήμερα

Από το 1999, που το θέατρο κρίθηκε ακατάλληλο, ξεκίνησε για πρώτη φορά μία σοβαρή μελέτη ανακαίνισης. 250 άνθρωποι - μηχανικοί, ζωγράφοι, εργάτες, αρχιτέκτονες-, χρειάστηκαν για να ξαναφέρουν στην επιφάνεια την αίγλη του παλιού θεάτρου. Κάτω από επιπρόσθετες γύψινες κακοτεχνίες και στρώματα λαδομπογιάς, ανακαλύφθηκαν οι υπέροχες ζωγραφικές παραστάσεις της οροφής, το γλυπτό διάκοσμο στην μπούκα της σκηνής, τοιχογραφίες και οροφογραφίες υψηλής τεχνικής με αποτυπωμένη πάνω τους την αισθητική του Τσίλλερ. Ταυτόχρονα, ξαναφτιάχτηκε το Βασιλικό Θεωρείο, που είχε γκρεμιστεί στην ανακαίνιση του 1932. Φαίνεται ότι μέχρι τότε, όλες οι προσπάθειες συντήρησης, περιορίζονταν σε μπακαλίστικα τεχνάσματα, που λίγο έλειψαν να σβήσουν από το χάρτη, την αισθητική του κτιρίου.

n

Η σκηνή της Κεντρικής Αίθουσας, έχει τώρα πλάτος 17,60 μέτρα και βάθος 21,40 και παραδόθηκε στο κοινό στις 14 Οκτωβρίου 2009 με την παράσταση «Πουθενά», του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Είχα την τύχη να βρεθώ ανάμεσα στους θεατές αυτής της πρώτης παράστασης και θυμάμαι ότι πολύ δύσκολα είχα βρει το πολυπόθητο εισιτήριο. Μπήκαμε από την είσοδο της Αγίου Κωνσταντίνου, που είχε ανοιχτεί ειδικά για την παράσταση, και περάσαμε από δαιδαλώδεις διαδρόμους για να φτάσουμε στον τελευταίο εξώστη, όπου αντιστοιχούσαν τα τελευταία εισιτήρια που κλείσαμε.

Θυμάμαι, ότι όταν άρχισε η παράσταση, με δυσκολία την παρακολουθούσα. Δεν μπορούσα να μην κοιτάω τα καινούργια καθίσματα, την υπέροχη οροφή, τις μικρές αλλά περίτεχνες λεπτομέρειες, όλο τον χώρο που έλαμπε περήφανος και μεγαλειώδης ύστερα από τόσα σκονισμένα χρόνια αχρηστίας. Η αίθουσα έδινε ταυτόχρονα τη δική της παράσταση και το χειροκρότημα τη δικαίωσε.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ