Visual Browsing
Φιλοβρετανοί διαδηλωτές στο Μπέλφαστ

Το Brexit ανάβει φωτιά στην πυριτιδαποθήκη της Βόρειας Ιρλανδίας

Έντονο κύμα βίας μετά πολλά χρόνια από φιλοβρετανούς διαδηλωτές
Φιλοβρετανοί διαδηλωτές στο Μπέλφαστ ©EPA/Mark Marlow
Βίαιες διαδηλώσεις φιλοβρετανών της Βόρειας Ιρλανδίας που αισθάνονται οτι το Λονδίνο τους εγκατέλειψε μετά το Brexit και τη θέσπιση θαλασσίων συνόρων με την ΕΕ

Εδώ και περίπου δύο εβδομάδες, η Βόρεια Ιρλανδία αντιμετωπίζει ένα απροσδόκητο – αλλά σίγουρα όχι πρωτοφανές – κύμα βίας. Ξεκινώντας από το Λόντοντερι, οι μαζικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας φιλοβρετανών διαδηλωτών έχουν καταλήξει σε σημαντικές υλικές ζημιές και σε τραυματισμούς δεκάδων αστυνομικών, ξύνοντας την ταλαιπωρημένη ιστορική μνήμη του Ιρλανδικού έθνους και φέρνοντας σε αμηχανία τόσο τη Βρετανική Κυβέρνηση, όσο και εκείνη της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας. Ενδεικτικά, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, το Μπέλφαστ βιώνει παρατεταμένα φαινόμενα βίας με πολιτικό υπόβαθρο.

Βίαιες διαδηλώσεις φιλοβρετανών της Βόρειας Ιρλανδίας που αισθάνονται οτι το Λονδίνο τους εγκατέλειψε μετά το Brexit και τη θέσπιση θαλασσίων συνόρων με την ΕΕ
© Mark Marlow / EPA

Όπως και στις βίαιες ταραχές του 20ού αιώνα, η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στο πολιτειακό ζήτημα της χώρας και το διαχωρισμό του Ιρλανδικού έθνους σε δύο διαφορετικά κράτη. Από το 1919 και μέχρι σήμερα, η Βόρεια Ιρλανδία είναι πλήρως ανεξάρτητη από τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας – η οποία είναι μέλος της ΕΕ – αποτελώντας κομμάτι του Ηνωμένου Βασιλείου· απ’ όσο φαίνεται όμως όχι απαραίτητα αναπόσπαστο, τουλάχιστον σύμφωνα με τους Βόρειο-Ιρλανδούς “loyalists” οι οποίοι στη μετά-Brexit εποχή αισθάνονται εξαπατημένοι και εγκαταλελειμμένοι από το Λονδίνο. 

Η πολιτική ταυτότητα των διαδηλωτών

Παρότι οι διαδηλώσεις δεν υποκινούνται επίσημα από κάποιον πολιτικό φορέα, η πολιτική ταυτότητα των ενορχηστρωτών τους είναι σαφής και αδιαμφησβήτητη. Όπως έχουν σημειώσει αρκετοί αναλυτές, στις Βόρειο-Ιρλανδικές πόλεις και τα προάστια του Μπέλφαστ που έχουν δώσει τις περισσότερες οδομαχίες υπερεκπροσωπούνται οι φιλοβρετανοί Βόρειο-Ιρλανδοί. Παράλληλα, η σιωπηλή αλλά ξεκάθαρη υποστήριξη οργανωμένων παραστρατιωτικών φιλοβρετανικών οργανώσεων όπως οι Ulster Volunteer Force και Ulster Defense Association θεωρείται δεδομένη, καθώς ελέγχουν πλήρως το οργανωμένο έγκλημα, ενώ αποτελούν παραδοσιακούς εκφραστές της υποστήριξης της Βρετανικής κυριαρχίας· ενδεικτικά, και οι δύο οργανώσεις ιδρύθηκαν και δραστηριοποιήθηκαν έντονα μέσα στις ταραγμένες δεκαετίες του παρελθόντος, μετρώντας τεράστιο αριθμό μελών. 

Σχετικα
Ένα όχι και τόσο Ηνωμένο Βασίλειο
Ένα όχι και τόσο Ηνωμένο Βασίλειο

Ουσιαστικά, οι φιλοβρετανικές παραστρατιωτικές οργανώσεις αποτελούν την αντίθετη όψη του – γνωστού και εκτός Ιρλανδίας – παραστρατιωτικού Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (Irish Republican Army). Μέσα από αμέτρητες διασπάσεις αλλά και έναν εμφύλιο, ο IRA ταυτίστηκε με τη μάχη υπέρ της ανεξαρτησίας των Δημοκρατίας της Ιρλανδίας ενώ κατά τη διάρκεια των ιστορικών και αποτρόπαια βίαιων ταραχών (The Troubles) που κράτησαν από το 1960 μέχρι και τα τέλη του 20ου αιώνα, πολέμησε απέναντι στις Βόρειο-Ιρλανδικές παραστρατιωτικές οργανώσεις για την ένωση των δύο Ιρλανδικών κρατών σε ένα ενιαίο και ανεξάρτητο από το Ηνωμένο Βασίλειο κράτος. Μαζί, Ιρλανδοί και Βόρειο-Ιρλανδοί παραστρατιωτικοί φορείς φανάτισαν τους εθνικιστές των κρατών τους δίχασαν τους περισσότερο μετριοπαθείς πολίτες και – κυρίως – οδήγησαν στον θάνατο  περισσότερων από 50.000 πολιτών και στρατιωτών. Έτσι, δεν υπάρχει αμφιβολία πως η υποστήριξη φιλοβρετανικών παραστρατιωτικών οργανώσεων στις διαδηλώσεις προσδίδουν μια ευρύτερη διάσταση, κάνοντας την εκτόνωση της κατάστασης απολύτως αναγκαία, τόσο για πρακτικούς, όσο και για πολιτικούς λόγους.

Βίαιες διαδηλώσεις φιλοβρετανών της Βόρειας Ιρλανδίας που αισθάνονται οτι το Λονδίνο τους εγκατέλειψε μετά το Brexit και τη θέσπιση θαλασσίων συνόρων με την ΕΕ
© Mark Marlow / EPA

Η συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής και ο ιδανικός πολιτικός χρόνος

Θεωρητικά, τα Troubles έληξαν επίσημα με τη συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής το 1998. Παρά τη διαφωνία του Βόρειο-Ιρλανδικού φιλοβρετανικού Ενωτικού Κόμματος, οι κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας αναγνώρισαν πολιτικά, πρώτον, τη θέληση των περισσότερων Βόρειο-Ιρλανδών να παραμείνουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, και δεύτερον, την ύπαρξη μιας σημαντικής μειοψηφίας στη Βόρεια Ιρλανδία που επιθυμεί την ένωση των δύο εδαφών σε ένα ενιαίο νησιωτικό κράτος, καθώς και την ευρύτερη αποδοχή ενός τέτοιου ενδεχόμενου στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας. Στην ουσία, η συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής από τη μία υποχρέωσε τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας να αποδεχτεί τη θέση της Βόρειας Ιρλανδίας εντός του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ από την άλλη ανάγκασε το Ηνωμένο Βασίλειο να προσαρμοστεί με την ιδέα της απόσχισης της Βόρειας Ιρλανδίας και της ένωσης της σε ένα ενιαίο και ανεξάρτητο κράτος, εφόσον αυτό επιλέξουν οι Βόρειο-Ιρλανδοί. Μπερδεμένο, αλλά απολύτως λυτρωτικό μετά από σαράντα χρόνια ταραχών.

Σχετικα
Εκλογές στη Σκωτία: Ένα ακόμη βήμα προς την ανεξαρτησία;
Εκλογές στη Σκωτία: Ένα ακόμη βήμα προς την ανεξαρτησία;

Όμως, η συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής υπογράφτηκε σε έναν ιδανικό πολιτικό χρόνο. Το 1998, η Δύση είχε πλέον επικρατήσει στον Ψυχρό Πόλεμο ενώ μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992, τόσο η Δημοκρατία της Ιρλανδίας όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο (άρα και η Βόρεια Ιρλανδία, ως μέλος του) αποτελούσαν κράτη-μέλη της ΕΕ. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή της συμφωνίας φιλτραριζόταν αυτόματα από ένα παράλληλο και ευρύτερο πλαίσιο συνεργασίας, με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση να καταργεί τα σκληρά σύνορα ανάμεσα στα μέλη της, ενώνοντας τις αγορές τους και δημιουργώντας έναν πανίσχυρο εμπορικό και πολιτικό συνασπισμό. Με άλλα λόγια, το πρώτο κύμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης αδιαμφησβήτητα διευκόλυνε σε τεράστιο βαθμό τη σύναψη και την εφαρμογή της συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής.

Έντονο κύμα βίας μετά πολλά χρόνια από φιλοβρετανούς διαδηλωτές στο Μπέλφαστ
© Mark Marlow / EPA

Ο εφιάλτης των σκληρών συνόρων και η Ιρλανδική θάλασσα

Σίγουρα, τόσο ο Τόνι Μπλερ όσο και ο Ιρλανδός Πρωθυπουργός Μπέρτι Άχερν δε θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν το 1998 πως μετά από δύο δεκαετίες οι χώρες τους θα καλούνταν να διαχειριστούν την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ και την απειλή της επιστροφής των σκληρών συνόρων. Ένα από τα πρώτα κολοσσιαία προβλήματα που έφερε το Brexit ήταν το συνοριακό ζήτημα ανάμεσα στη Βόρεια Ιρλανδία και τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, με την επιβολή συνοριακών και – κυρίως – τελωνειακών ελέγχων να αποτελεί τη μόνη τυπικά ενδεδειγμένη και λειτουργική λύση· όμως, η συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής προέβλεπε την αδιαπραγμάτευτη κατάργηση των σκληρών συνόρων ανάμεσα στη Δημοκρατία  της Ιρλανδίας και το βόρειο τμήμα του νησιού που ήταν μέρος του Ηνωμένου Βασιλείου. Με αυτή την έννοια, αν η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ έφερνε σκληρά σύνορα, αυτό θα σήμαινε ουσιαστικά πως η συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής θα ακυρωνόταν στην πράξη, κάτι που δεν ήθελε κανείς – με τελευταίο τον ιρλανδικής καταγωγής Τζο Μπάιντεν.

Ως αποτέλεσμα, και παρά την αρχική καθολική άρνηση της Μεγάλης Βρετανίας, τα τελωνειακά σύνορα ανάμεσα σε Ηνωμένο Βασίλειο και ΕΕ μετατοπίστηκαν στην Ιρλανδική θάλασσα, ανάμεσα στο σύνολο του νησιού της Ιρλανδίας και το νησί της Μεγάλης Βρετανίας. Αυτό όμως σημαίνει πως αν και η Βόρεια Ιρλανδία είναι κομμάτι του Ηνωμένου Βασιλείου, παραμένει άτυπο κομμάτι της τελωνειακής ένωσης με την ΕΕ· στο μυαλό των Βόρειο-Ιρλανδών loyalists, αυτός ο αμοιβαίος συμβιβασμός αποτελεί σχεδόν προδοσία, καθώς θεωρούν πως η Βρετανική κυβέρνηση ουσιαστικά ξεπούλησε τη Βόρεια Ιρλανδία, βλέποντας τη χώρα τους να μετατρέπεται σε μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Παράλληλα, ακριβώς επειδή η συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής δεν έχει αμφισβητηθεί, το ενδεχόμενο μιας ενωμένης Ιρλανδίας παραμένει ανοιχτό – και η μετατόπιση των σκληρών συνόρων στην Ιρλανδική θάλασσα θρέφει σταδιακά περισσότερο τις φωνές τις επανένωσης που τρέμουν οι φιλοβρετανοί Βόρειο-Ιρλανδοί. Μπορεί η παραμονή το Ηνωμένο Βασίλειο να παραμένει πλειοψηφική θέση, όμως τα ποιοτικά στοιχεία δίνουν μια αυξανόμενη τάση υπέρ της ένωσης με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, καθώς στο δημοψήφισμα του 2016 οι δυτικές Βόρειο-Ιρλανδικές επαρχίες που συνορεύουν μαζί της ψήφισαν υπέρ της παραμονής στην ΕΕ σε αντίθεση με τις ανατολικές ενώ – κρίσιμα – το ποσοστό υπέρ της απόσχισης από το Ηνωμένο Βασίλειο και της ένωσης των δύο κρατών υπολογίζεται σήμερα περίπου στο 40%, όταν το 2013 έφτανε οριακά το 15%, τη στιγμή που στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας η ένωση παραμένει σταθερά πολύ δημοφιλής.  Ακόμα χειρότερα για τους φιλοβρετανούς Βόρειο-Ιρλανδούς, μόλις το 36% των υπόλοιπων Βρετανών καίγεται να κρατήσει τη Βόρεια Ιρλανδία στο Ηνωμένο Βασίλειο, με ένα άλλο 36% να μην ενδιαφέρεται καν για το τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον.

Έντονο κύμα βίας μετά πολλά χρόνια από φιλοβρετανούς διαδηλωτές στο Μπέλφαστ
© Mark Marlow / EPA

Η σταθεροποίηση μιας παρατεταμένης ασάφειας

Η σταδιακή πτώση του Βόρειο-Ιρλανδικού Ενωτικού Κόμματος αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη απόδειξη πως η Βόρεια Ιρλανδία έχει όντως περάσει σε μια γκρίζα ζώνη. Σήμερα, το πρώτο δημοσκοπικά κόμμα στη χώρα είναι το Σιν Φέιν, το οποίο κατά τη διάρκεια των Troubles αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό την πολιτική έκφραση του IRA – ενώ το αντίστοιχο Σιν Φέιν της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας κέρδισε τις εκλογές του 2020, αδυνατώντας όμως να σχηματίσει κυβέρνηση και παραμένοντας στην αντιπολίτευση. Έτσι, οι φιλοβρετανοί Βόρειο-Ιρλανδοί φοβούνται πως ο εφιάλτης ενός ενιαίου Ιρλανδικού κράτους εντός της ΕΕ δεν αποτελεί πλέον το ρομαντικό όνειρο μερικών Ιρλανδών εθνικιστών, αλλά ένα εφικτό – έστω και ακόμα απίθανο – ενδεχόμενο· τα επεισόδια των τελευταίων εβδομάδων αποτελούν μια κραυγή αγωνίας προς το Λονδίνο καθώς οι φιλοβρετανοί νιώθουν αποκλεισμένοι από το Ηνωμένο Βασίλειο και σταδιακά μπροστά στην προοπτική της επανένωσης τους με την ΕΕ. Αν συνυπολογίσουμε πως το φιλοευρωπαϊκό Σκωτσέζικο Εθνικό Κόμμα (SNP) – το οποίο εναντιώθηκε απόλυτα στο Brexit και πολέμησε ώστε να μην πραγματοποιηθεί – αναμένεται να σαρώσει πάλι στις Σκωτσέζικες εκλογές, ανανεώνοντας ξανά το πολιτικό κεφάλαιο της Σκωτσέζικης ανεξαρτησίας στη μετά-Brexit εποχή, τότε οι βίαιες αντιδράσεις των Βόρειο-Ιρλανδών μοιάζουν με προειδοποιητικές βολές του τι μπορεί να ακολουθήσει αν το Σιν Φέιν αρχίσει να μιμείται το SNP, προωθώντας πιο έντονα μια ατζέντα ενοποίησης τόσο στο Μπέλφαστ, όσο και στο Δουβλίνο.

Με τις μνήμες από τα Troubles να έχουν καθορίσει το συλλογικό Ιρλανδικό υποσυνείδητο, κάθε παρατεταμένη ταραχή σε οποιοδήποτε από τα δύο ιρλανδικά κράτη είναι πρόβλημα – με τις πρόσφατες διαδηλώσεις στη Βόρεια Ιρλανδία να αποδεικνύουν πως θρησκεία, κουλτούρα και πολιτική εξακολουθούν να διχάζουν το Ιρλανδικό έθνος. Για εκατομμύρια Ιρλανδούς, η ένωση της Ιρλανδίας αποτελεί ιστορική νομοτέλεια, και ο σημερινός πολιτικός χρόνος ίσως την αρχή μιας τεράστιας ευκαιρίας· οι πιστοί στο Ηνωμένο Βασίλειο Βόρειο-Ιρλανδοί συνεχίζουν να στέκονται στην απέναντι πλευρά.

Δειτε επισης

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5