Visual Browsing
ΤΕΥΧΟΣ 738

Οι Ανταποκρίσεις του Ρωμανού Γεροδήμου

Ρωμανός Γεροδήμος
Ρωμανός Γεροδήμος / credit: Ανδρέας Βούρος
Οι «Ανταποκρίσεις από τον 21ο αιώνα» και τα άρθρα του στο διαδικτυακό Amagi ξεδιπλώνουν την πολυπλοκότητα του κόσμου μας για τα όσα συνταρακτικά συμβαίνουν
  • A-
  • A+
0
Με αφορμή το βιβλίο «Ανταποκρίσεις από τον 21ο αιώνα», εκδ. Παπαδόπουλος, μιλήσαμε με τον Ρωμανό Γεροδήμο, καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Bournemouth.

Όταν κάναμε αυτή τη συνέντευξη με τον Ρωμανό Γεροδήμο, με αφορμή το βιβλίο «Ανταποκρίσεις από τον 21ο αιώνα», ο κορωνοϊός και τα γεγονότα στα σύνορα ήταν δύο συνθήκες εξαιρετικά δύσκολες για τη χώρα που δεν ξέραμε πώς θα εξελιχθούν, η κατάσταση στον Έβρο και τα νησιά ήταν μάλιστα εκρηκτική. Ήμασταν και οι δύο εξαιρετικά ανήσυχοι, και το μοιραστήκαμε. Μέχρι να βγει το τεύχος της Athens Voice, τις επόμενες μέρες, μπορεί να έχουμε απρόβλεπτες ή και δυσοίωνες εξελίξεις και στα δύο μέτωπα, είχαμε πει στη συνομιλία μας. Έκτοτε η κάθε μέρα που περνούσε βάραινε τη ζυγαριά προς τον κίνδυνο εξάπλωσης του κορωνοϊού, με τη γειτονική Ιταλία να μπαίνει σταδιακά σε καραντίνα, και στις υπόλοιπες χώρες, τη μία μετά την άλλη, τα κρούσματα του ιού να αυξάνονται δραματικά.

Η αναπάντεχη αυτή απειλή της επιδημίας του κορωνοϊού στην παγκόσμια υγεία και οικονομία επιβεβαιώνει με τον πιο κραυγαλέο τρόπο, σε πραγματικό χρόνο αλλά και στο επίπεδο του συμβολισμού, τη βασική ιδέα που αναπτύσσει στο βιβλίο του «Ανταποκρίσεις από τον 21ο αιώνα»: Πόσο, σε αυτό τον ρευστό κόσμο που μας εμπεριέχει, είμαστε όλοι μέρος ενός παγκόσμιου οικοσυστήματος. 

Ο προβληματισμός που θέτει αφορά πολλά ζητήματα, αλλά βρίσκει σε απόλυτο βαθμό –και απολύτως ορατό– εφαρμογή εδώ: Πώς οι πολίτες διαφορετικών χωρών ανά τον πλανήτη αντιμετωπίζουν τους ίδιους ακριβώς φόβους και κινδύνους· πώς καλούνται να είναι συνειδητοί και να επιδείξουν στο μέγιστο βαθμό την ατομική ευθύνη που τους αναλογεί· σε τι τρομαχτικό βαθμό ο καθένας από εμάς επηρεάζει όλους τους υπόλοιπους· πώς σκεφτόμενοι υπεύθυνα για τον εαυτό μας μπορεί να είμαστε χρήσιμοι ή φορείς κινδύνου για τους άλλους και πόσο μπορούμε με την ατομική μας συμπεριφορά να επηρεάσουμε το σύνολο. Πόσο ωφέλιμο είναι το διαδίκτυο όταν λειτουργεί ως μέσο ενδυνάμωσης –και προστασίας– της κοινωνίας των πολιτών, αλλά και πόσο επικίνδυνο όταν διακινεί fake news. Και ακόμα, κάτι πολύ σημαντικό που τείνουμε να ξεχνάμε: πόσο κομβικός είναι ο ρόλος της Πολιτικής στο επίπεδο της πραγματικής ζωής, στη διαχείριση των πολλαπλών πια κρίσεων με τις οποίες ερχόμαστε αντιμέτωποι ως κοινωνίες, και όχι στο επίπεδο των ιδεολογημάτων και των ψεύτικων διλημμάτων όπως συνηθίσαμε να τη βλέπουμε τα προηγούμενα χρόνια.

Για όλα αυτά μιλάει το βιβλίο, και για αυτά μιλήσαμε με τον Ρωμανό, κι ας έχουμε τώρα όλοι εστιάσει στη νέα αυτή εύθραστη συνθήκη που καλούμαστε να διαχειριστούμε.


Σχετικα
Κοσμοπολιτισμός χωρίς αμεριμνησία
Κοσμοπολιτισμός χωρίς αμεριμνησία

► Όσοι γνωρίζουμε τον Ρωμανό Γεροδήμο μέσα από τις αναρτήσεις του στο fb και τα άρθρα του στο διαδικτυακό Amagi, έχουμε να λέμε πως είναι τρομερά ενδιαφέρον να πέφτεις πάνω του στο αχανές σύμπαν του διαδικτύου, να διαβάζεις τον σχολιασμό του για όσα –συνταρακτικά– συμβαίνουν, για τα ταξίδια του, την καθημερινότητά του, να βλέπεις την οπτική του. Ζει στη Βρετανία, είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής και Δημοσιογραφίας στο πανεπιστήμιο του Bournemouth, αλλά μοιάζει να ζει όπου κι εμείς, μέρος του μικρού μας κόσμου που κοιτάζει τον μεγάλο από απόσταση βάζοντάς μας στη συζήτηση για όλα τα φλέγοντα ζητήματα των καιρών μας.

Στις «Ανταποκρίσεις από τον 21ο αιώνα» (εκδ. Παπαδόπουλος, επίμετρο: Σώτη Τριανταφύλλου) συγκέντρωσε τα άρθρα του μιας 5ετίας, τα επεξεργάστηκε, τα χώρισε σε δύο μεγάλες ενότητες φτιάχνοντας υποκεφάλαια, τα στοιχειοθέτησε βιβλιογραφικά. Στο πρώτο μέρος τα θεωρητικά κείμενα, «Ένας κόσμος σε μετάβαση», στο δεύτερο, το πιο προσωπικό, τα «Ταξίδια στον χωροχρόνο». Ένα ιδιαίτερο βιβλίο, πραγματικά ξεχωριστό, που καταγράφει τη σκέψη ενός διανοούμενου της εποχής μας στο ξεδίπλωμά της –παρακολουθούμε πώς σκέφτεται τη στιγμή που σκέφτεται, είτε γράφει μια ανάλυση είτε περιγράφει την εμπειρία ενός ταξιδιού ή τη μύχια πορεία ενός συναισθήματος– αλλά κι ενός ανθρώπου που εκθέτει τον εαυτό του και έρχεται κοντά μας.

Οι «Ανταποκρίσεις» μάς βάζουν στο μυαλό και τη ζωή του Ρωμανού Γεροδήμου ξεδιπλώνοντας ταυτόχρονα την πολυπλοκότητα του κόσμου μας. Κρατάμε, πέρα από την καθαρή ματιά και θέση του για τα πράγματα, την ενσυναίσθηση με την οποία τα προσεγγίζει, μια φυσική ευγένεια, πραγματική σπουδή στην τέχνη της συνύπαρξης. Και συνομιλούμε μαζί του με αυτή την παράξενη οικειότητα που έχουμε όταν γνωρίζουμε κάποιον χωρίς να τον έχουμε συναντήσει – εδώ στην πιο ιδιαίτερη και συναρπαστική εκδοχή της.


Σχετικα
Το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας
Το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας

Να ξεκινήσουμε από το τέλος. Το να γνωρίζεις πλευρές της ζωής ανθρώπων που έχουν δημόσιο λόγο είναι ένα φαινόμενο μάλλον συνηθισμένο πια, με το Facebook. Το έχεις πάει ένα βήμα παρά πέρα. Όχι μόνο με τα στάτους αλλά και στην αρθρογραφία σου, εκτός και από σχολιασμό, γράφεις κείμενα προσωπικά που μας συστήνουν κομμάτια του εαυτού σου ακόμα και πολύ ενδόμυχα. Τι σημαίνει για σένα το ιδιωτικό να αποκτάει δημόσιο ενδιαφέρον; 

Αρκετά νωρίς στη ζωή μου αποφάσισα ότι θα παίξω αυτό το παιχνίδι με τους δικούς μου όρους, όχι με τους όρους που θέτουν οι άλλοι. Μου είναι εξαιρετικά δυσάρεστο να πρέπει να μειώνω την ανθρώπινή μου υπόσταση ή την επικοινωνία μου σε συγκεκριμένες φόρμουλες∙ να περιοριστώ σε «κουτάκια», είτε αυτά είναι επιστημονικά και ιδεολογικά, είτε επικοινωνιακά. Η ελευθερία του να μπορείς να αναπτύσσεις και να εκφράζεις όλες τις πτυχές του εαυτού σου είναι πολύ σημαντική∙ νομίζω, βασικό συστατικό της ευτυχίας. Ασφαλώς η επιτυχία απαιτεί εξειδίκευση, το να γίνεσαι γνωστός για κάτι∙ και είναι αρκετά εύκολο να αποκτήσεις απήχηση υιοθετώντας μια συγκεκριμένη περσόνα που απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο κοινό. Τα σέβομαι όλα αυτά, και τα κατανοώ, απλώς δεν με αφορούν. Μπορεί να μην καταφέρω τελικά ποτέ να επικοινωνήσω με ένα ευρύ κοινό, αλλά προτιμάω να προσπαθώ να διαπερνάω αυτά τα (εντελώς τεχνητά) όρια που θέτουμε∙ ανάμεσα σε κοινωνικές ή ιδεολογικές ομάδες, και ιδιαιτέρως ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό.

Ξέρεις, όταν περνάς όλη σου την παιδική σου ηλικία, την εφηβεία και μετά την ενήλικη ζωή σου προσπαθώντας να διαχειριστείς μια ή πολλές διαφορετικότητες – είτε αυτό είναι ο σεξουαλικός σου προσανατολισμός, είτε η εμφάνιση σου, είτε κάποιο θέμα υγείας, είτε οτιδήποτε άλλο – το το δημόσιο με το ιδιωτικό είναι συνυφασμένα, οι έννοιες της δικαιοσύνης, της ισότητας, της αλληλεγγύης, της ελευθερίας, όλα αυτά δεν είναι αφηρημένες έννοιες για φιλολογικά σαλόνια∙ τα νιώθεις στο πετσί σου. Επομένως, η επιδίωξή μου είναι απλώς να εκφράζομαι με όσο περισσότερη ειλικρίνεια και ακρίβεια ως προς τον πυρήνα μου μπορώ. Πιστεύω ότι αυτό είναι και το πιο έντιμο. Σε κάποιους θα αρέσει, σε άλλους όχι. Εννοείται ότι κάθε μορφή επικοινωνίας περιλαμβάνει αναπαραστάσεις, προβολές, το χτίσιμο μιας περσόνας∙ και τώρα που απαντάω τις ερωτήσεις σου, αυτό κάνω. Απλώς προσπαθώ αυτό το αφήγημα να είναι όσο πιο κοντά στην εκάστοτε αλήθεια γίνεται. Και αυτό που έχω καταλάβει είναι ότι όσο προσεγγίζεις την αλήθεια, τόσο περισσότερο κόσμο αφορούν αυτά που έχεις να πεις, και τόσο περισσότερο χρήσιμος μπορείς να είσαι στους άλλους.

Ίσως αυτή ακριβώς η ειλικρίνεια και η ανοιχτότητα είναι που δημιουργούν σημεία ταύτισης μαζί σου, ακόμα και σε ανθρώπους που δεν σε γνωρίζουν. Πες μας λίγο για τη ζωή σου, πώς βρέθηκες στη Βρετανία; Πόσο εύκολο ήταν να ενταχθείς στο βρετανικό σύστημα;

Στο Λονδίνο μετακόμισα το 2000 για να κάνω το μεταπτυχιακό μου και για να ασχοληθώ με την πολιτική (επιστήμη). Με εξαίρεση το μεταπτυχιακό μου, το οποίο το πλήρωσαν οι γονείς μου, ουσιαστικά ξεκίνησα από το απόλυτο μηδέν. Δεν είχα τίποτα, δεν γνώριζα κανέναν επαγγελματικά και δεν με γνώριζε κανείς, ούτε στην Ελλάδα, ούτε στη Βρετανία. Ο κλάδος της πολιτικής και των διεθνών σχέσεων ήταν και παραμένει εξαιρετικά κλειστός και στις δύο χώρες (στη Βρετανία ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι στην Ελλάδα) και βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις γνωριμίες και στη μακροπρόθεσμη και τυφλή πίστη σε έναν κομματικό μηχανισμό ή έναν συγκεκριμένο πολιτικό, ενώ όταν δεν είσαι από πλούσια οικογένεια ή καλό ιδιωτικό σχολείο τότε είναι σχεδόν αδύνατο να εισχωρήσεις και να πετύχεις σ’ αυτόν τον κόσμο.

Ωστόσο, η Βρετανία ήταν τότε μια αρκετά διαφορετική χώρα∙ πιο ήρεμη, πιο σοβαρή, πιο ανοιχτή, με τον δημόσιο διάλογο, τις δημόσιες υπηρεσίες και τα πανεπιστήμια να είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι είναι τώρα. Η χώρα αυτή με έκανε αμέσως ευπρόσδεκτο και μου έδωσε την ευκαιρία να φτιάξω την καριέρα και τη ζωή μου, να αναπτύξω τη σκέψη μου, με σκληρή μεν δουλειά, αλλά χωρίς εξαρτήσεις και χωρίς φόβο. Παρόλα αυτά, ουσιαστικά δεν έφυγα ποτέ εντελώς από την Ελλάδα. Εκτός του ότι έρχομαι πολύ συχνά, είμαι σε καθημερινή επαφή με τους ανθρώπους και τα τεκταινόμενα.

Το να ζεις ανάμεσα σε δύο χώρες σε βοηθάει να βλέπεις τα πράγματα από απόσταση; 

Ναι, το να ζεις σε δύο χώρες σου δίνει μια αποστασιοποίηση, μια προοπτική εξωτερικού παρατηρητή που βοηθάει πολύ να σταθείς κριτικά απέναντι σε πράγματα που άλλοι θεωρούν δεδομένα ή αυτονόητα∙ ταυτόχρονα όμως σημαίνει ότι είσαι πάντα ο Άλλος, πάντα εν κινήσει, και ότι ποτέ δεν μπορείς πραγματικά να ξεκουραστείς, να ριζώσεις. Η επιστροφή στην Ελλάδα ήταν πάντα ένα απωθημένο, ένα όνειρο το οποίο ήξερα ότι δεν πρόκειται ποτέ να πραγματοποιηθεί – όχι όπως το φανταζόμουν. Γιατί δεν υπάρχει πλέον αυτή η Ελλάδα ή και γιατί η Ελλάδα στη φαντασία μου μπλέχτηκε με την μνήμη της παιδικής ηλικίας, στην οποία όλοι επιστρέφουμε. Ίσως αυτά να γίνουν σε ένα παράλληλο σύμπαν ή σε μια άλλη ζωή, όπως γράφω και στο βιβλίο.

«Ανταποκρίσεις από τον 21ο αιώνα»
«Ανταποκρίσεις από τον 21ο αιώνα»

Στο βιβλίο περιγράφεις έναν κόσμο σε μετάβαση. Έχουμε φύγει από κάπου χωρίς να έχουμε πάει κάπου αλλού, ενώ καλούμαστε να κατανοήσουμε αυτή τη νέα Παγκόσμια Αταξία, όπως τη λες, που χαρακτηρίζεται από νέες προκλήσεις, εφοδιασμένοι με τις εμπειρίες και τα εργαλεία ενός προηγούμενου κόσμου, όπως είχε φτιαχτεί μεταπολεμικά. Ποια είναι τα νέα δεδομένα;  

Ναι, νομίζω ότι ζούμε μια μετάβαση σε αργή κίνηση. Τόσο ο μεταπολεμικός όσο και ο μεταψυχροπολεμικός κόσμος πιστεύω ότι ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να κρατήσουμε πράγματα από το παρελθόν, κάθε άλλο (είμαι στη φύση μου συντηρητικός). Αλλά με το να αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα, δεν μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε.

Τα νέα δεδομένα είναι η παρακμή του πλαισίου αξιών και θεσμών που κράτησαν «όρθιο» τον πλανήτη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και που σε μεγάλο βαθμό οφείλονται στις μνήμες της απόλυτης φρίκης (π.χ. Ολοκαύτωμα, Χιροσίμα) αλλά και στον συνολικά θετικό ρόλο των ΗΠΑ ως πρότυπο φιλελεύθερης δημοκρατίας που τώρα όμως αντιμετωπίζει εσωτερική σήψη και εξωτερική αμφισβήτηση∙ η δομική αδυναμία των κρατικών μηχανισμών να διαχειριστούν την πολυπλοκότητα της καθημερινότητας τον 21ο αιώνα και τις προσδοκίες των πολιτών σε συνδυασμό με μια κουλτούρα που σε καθημερινή βάση τους χαϊδεύει τ’αυτιά με προοπτικές προσωπικής επιτυχίας, με καταναλωτικές επιλογές, με ρητορική δικαιωμάτων (αλλά όχι υποχρεώσεων ή –προς Θεού– «καθήκοντος»)∙ η ανεξέλεγκτη, πλέον, δράση διεθνών κυκλωμάτων οργανωμένου εγκλήματος, διακίνησης ναρκωτικών και όπλων∙ η ανεξέλεγκτη διόγκωση των κολοσσών της τεχνολογίας που χρησιμοποιούν τα προσωπικά μας δεδομένα ως καύσιμο∙ η μάλλον αναπόφευκτη εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης που αμφισβητεί σε βάθος όχι αιώνων ή δεκαετιών, αλλά ετών, θεμελιώδη στοιχεία της ανθρώπινης υπόστασης.

Για να το πούμε με απλά λόγια, πολλά πράγματα αλλάζουν με δραματική ταχύτητα και οι κυβερνήσεις –τις οποίες θεωρούμε ακόμη ως νόμιμους φορείς εξουσίας– πασχίζουν να συγκρατήσουν τις δυνάμεις που ως μαθητευόμενοι μάγοι απελευθέρωσαν μέσω μιας ατελούς, στραβοχυμένης παγκοσμιοποίησης και ενός φιλελευθερισμού-λούνα παρκ. Εννοείται ότι η απάντηση σε όλα αυτά δεν είναι η επιστροφή στον εθνικισμό, τον τοπικισμό ή τον αυταρχισμό. Το μόνο που μπορεί να μας σώσει είναι η συσσωρευμένη παιδεία, ευαισθητοποίηση και τριβή με το διαφορετικό αρκετών ανθρώπων σε όλον τον κόσμο, ακριβώς λόγω της παγκοσμιοποίησης.

Το βασικό όμως ερώτημα του 21ου αιώνα νομίζω ότι είναι το με ποιο μοντέλο διαχείρισης της εξουσίας θα μπορέσουμε να επιβιώσουμε: μπορεί η φιλελεύθερη πολυπολιτισμική δημοκρατία να λειτουργήσει σε μόνιμο καθεστώς κρίσεων και εκτάκτου ανάγκης (που θα απαιτείται ολοένα και περισσότερο από τις περιβαλλοντικές και άλλες συνθήκες) ή θα επικρατήσουν αυταρχικά μοντέλα διακυβέρνησης (και ποιες μειονότητες θα πάρει η μπάλα τους); Μπορούν οι υπάρχοντες θεσμοί να εγγυηθούν έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή δικαιοσύνης και ευημερίας ή θα επικρατήσει το δίκαιο του ισχυρότερου;

Στο μεταξύ, αυτό που παρατηρούμε είναι μια ενδυνάμωση των άκρων, έναν αντισυστημισμό από αριστερά κι από δεξιά. Οι ελίτ γίνονται οι εχθροί και ο λαός απαιτεί δικαίωση. Mοιάζει φιλολαϊκό, είναι όμως;

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απάτη από την υπόσχεση της μη ύπαρξης ελίτ. Η ιεραρχία, ο καταμερισμός ρόλων, η υποταγή του ατόμου στην κοινότητα, το διαφορικό της ισχύος, δηλαδή η άσκηση εξουσίας είναι όσο κομμάτι της φύσης μας όσο και το DNA. Το ζήτημα είναι πώς τα σχεδιάζεις και πώς τα ρυθμίζεις όλα αυτά ώστε να μεγιστοποιούν την ασφάλεια του συνόλου και την ευημερία των ατόμων και να ελαχιστοποιούν την αδικία.

Είναι αλήθεια ότι το παρόν σύστημα παρουσιάζει πολλά εκφυλιστικά φαινόμενα: από την οικονομική ανισότητα στον δυτικό κόσμο και τον βιασμό του περιβάλλοντος μέχρι την εγκατάλειψη της πίστης στις αρχές της επιστήμης και του Διαφωτισμού. Αυτά θα μπορούσαν φυσικά να αντιμετωπιστούν θεσμικά, ειρηνικά, με σταδιακές μεταρρυθμίσεις αντί για μια επανάσταση που θα οδηγήσει σε αιματοκύλισμα και δημιουργία νέων στρεβλώσεων.

Η ειρωνεία όμως είναι ότι για να γίνει αυτό απαιτείται (πλέον, σε καθεστώς μαζικής δημοκρατίας) η εμπλοκή και η συναίνεση των κοινωνιών. Εδώ καλά-καλά κάποιοι δεν πειθαρχούν σε υποδείξεις για ακύρωση των καρναβαλιών και της Θείας Κοινωνίας τη στιγμή που τα δεδομένα για τη διάδοση του κορωνοϊού είναι ξεκάθαρα∙ πιστεύει κανείς ειλικρινά ότι θα συναινέσουμε σε δομικές αλλαγές των θεσμών της χώρας ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της παγκόσμιας διακυβέρνησης χωρίς να διάφορες υπαρξιακές απειλές να μας βάζουν το μαχαίρι στον λαιμό;

Ως Remainer, η Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016, η ημέρα μετά το Δημοψήφισμα στη Βρετανία, ήταν μια απ’τις χειρότερες μέρες της ζωής μου

Την ίδια στιγμή, στις επιμέρους κοινωνίες δημιουργούνται εχθρικά στρατόπεδα και ένας πολίτης μπορεί να νιώθει φοβερά ξένος ως προς τη χώρα του. Πώς νιώθει, ας πούμε, ένας Bremainer στη Βρετανία την εποχή του Brexit, όπως ένιωθε και ένας υποστηρικτής του Ναι στην Ελλάδα του Όχι;

Σε μια δημοκρατία υπάρχουν πάντα νικητές και ηττημένοι, και η ήττα είναι πάντα μια πολύ δυσάρεστη εμπειρία, ειδικά όταν αγγίζει την ίδια μας την ταυτότητα και τις ελευθερίες που απολαμβάνουμε. Ως Remainer, η Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016, η ημέρα μετά το Δημοψήφισμα στη Βρετανία, ήταν μια απ’τις χειρότερες μέρες της ζωής μου. Ωστόσο, υπάρχουν εκατομμύρια πολίτες στη Βρετανία, στη Γαλλία, στις ΗΠΑ –στην περιφέρεια, στις αποβιομηχανοποιημένες επαρχίες– που νιώθουν αποκλεισμένοι και ξεχασμένοι εδώ και πολλά χρόνια. Αυτοί οι άνθρωποι –όπως και οι υποστηρικτές του ΣΥΡΙΖΑ ή του Όχι το 2015– είχαν και έχουν το δικαίωμα να δώσουν την μάχη της πολιτικής και να κερδίσουν∙ και είναι υγιές αυτό, και αποσυμπιέζει το πολιτικό σύστημα.

Παρόλα αυτά, βγαίνουμε όντως από μια παρατεταμένη, τριαντακονταετή περίοδο ομαλότητας και κοινωνικής ειρήνης στην Ευρώπη, που ξεκίνησε με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989. Εάν οι δυνάμεις του μετριοπαθούς και ευρύτερου κέντρου δεν καταφέρουν να αρθρώσουν πολιτικό όραμα που να συνδυάζει ενσυναίσθηση, ελπίδα και διαχειριστική αποτελεσματικότητα, δεν αποκλείεται οι δυνάμεις των άκρων να ενισχυθούν και οι εντάσεις ανάμεσα σε διαφορετικές κοινότητες να ενταθούν.

Το διαδίκτυο το αναφέρεις συχνά, είναι από τα νέα δεδομένα που χαρακτηρίζουν τη καινούργια αυτή εποχή. Μιλάς συχνά για τις αντιφάσεις του.

Το κάθε μέσο επικοινωνίας έχει τη δική του αρχιτεκτονική, τους δικούς του κανόνες λειτουργίας. Το τηλέφωνο είναι πολύ καλό για κάποια πράγματα όπως η φωνητική επικοινωνία, και πολύ κακό για άλλα όπως το να αντιληφθείς τη γλώσσα του σώματος. Το διαδίκτυο είναι μια από τις πιο καταπληκτικές και ελπιδοφόρες εφευρέσεις στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ταυτόχρονα όμως, στον πυρήνα της αρχιτεκτονικής του, υπάρχει η ψευδαίσθηση της επιλογής∙ της ελευθερίας του χρήστη να καθορίσει εκείνος το πώς θα το χρησιμοποιήσει. Λέω «ψευδαίσθηση» γιατί αφενός μεν η πολιτική οικονομία του διαδικτύου αλλά και οι αλγόριθμοι επιτρέπουν τη δημιουργία ενός σωρού στρεβλώσεων και ανισοτήτων, αφετέρου δε επειδή το ανθρώπινο μυαλό μας προφανώς δεν μπορεί και δεν θέλει να διαχειριστεί τον απεριόριστο όγκο των ερεθισμάτων και πληροφοριών που υπάρχουν στο διαδίκτυο.

Στο «Waking Life» ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ λέει ότι τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης είναι η τεμπελιά και ο φόβος. Πρόκειται φυσικά για αφορισμό, αλλά αυτά είναι όντως δύο από τους πολύ βασικούς παράγοντες που καθορίζουν τις αποφάσεις και τις επιλογές μας – και στο διαδίκτυο. Κάποιοι, λοιπόν, φτιάχνουν περιουσίες εργαλειοποιώντας αυτές τις αδυναμίες μας. Αυτό δεν το λέω ως θεωρία συνωμοσίας ή, ας πούμε, ως μια νεομαρξιστική κριτική εναντίον των προνομιούχων. Έτσι είναι η φύση. Έχουμε αδυναμίες και κάποιοι τις εκμεταλλεύονται για να πλουτίσουν. Αυτή είναι η ζωή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να προσπαθήσουμε για κάτι καλύτερο και ένα καλύτερο διαδίκτυο είναι ασφαλώς εφικτό, όπως τα πάντα στη ζωή, αρκεί να το θέλουμε πολύ και πολλοί.

Η φροντίδα του ξένου είναι ιερό πράγμα στην κουλτούρα μας. Απλώς, για να υπάρχουν ξένοι σημαίνει ότι υπάρχει και κοινότητα με σύνορα. Και εφόσον υπάρχουν σύνορα, υπάρχει και οργανωμένος κρατικός μηχανισμός που τα φυλάσσει αποτελεσματικά.

Ένα από τα χαρακτηριστικά του είναι ότι λειτουργεί ως πεδίο πόλωσης και διχασμού. Κι όπως λες, όταν τα χαρακώματα βαθαίνουν δημιουργείται ζήτημα επιβίωσης του συνόλου. Ο λόγος για τα σύνορα θα είναι ένας νέος πόλεμος χαρακωμάτων; 

Αυτός ο άχαρος και ανόητος διχασμός φαίνεται να κυριαρχεί στην ελληνική δημόσια σφαίρα, ειδικά τις τελευταίες μέρες με αφορμή την πολλαπλή κρίση που δημιούργησε ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν, αν και εννοείται την ευθύνη για το τι συμβαίνει στη χώρα μας και το πώς αντιδρούμε σε εξωτερικά ερεθίσματα την έχουμε εμείς.

Πέραν όλων των άλλων –πέραν δηλαδή του ότι και οι δύο ακραίες θέσεις, η αμιγώς ρατσιστική και η αμιγώς ιδεαλιστική βασίζονται είτε σε άγνοια, είτε σε συσσωρευμένη ταπείνωση, είτε σε ανασφάλεια, είτε σε βιώματα αδυναμίας και αδικίας και επομένως δεν είναι δα και γραμμένες στο DNA μας– ο διχασμός αυτός όντως απειλεί το σύνολο. Ο διχασμός αυτός είναι βούτυρο στο ψωμί του Ερντογάν και όσων θέλουν μια αδύναμη Ελλάδα που είναι έρμαιο των αποφάσεων τους.

Η αγάπη για τον τόπο σου, η περηφάνεια για την ιστορία σου, η διατήρηση βασικών συστατικών της συλλογικής σου ταυτότητας δεν αποκλείουν την έκφραση αλληλεγγύης προς τους οποιουσδήποτε Άλλους και στην αναγνώριση της ανθρώπινής τους υπόστασης, στη δυνατότητα αρμονικής συνύπαρξης. Αντιθέτως, όταν μετατρέπεσαι σε μια κλειστή κοινωνία, μια κοινωνία που αντιμετωπίζει τους πιο αδύναμους ανθρώπους της (τους ανάπηρους, τους ηλικιωμένους, τους φτωχούς, τις μειονότητες) σκληρά και εχθρικά, τότε για ποιο ακριβώς πράγμα είσαι περήφανος;

Η φροντίδα του ξένου είναι ιερό πράγμα στην κουλτούρα μας. Απλώς, για να υπάρχουν ξένοι σημαίνει ότι υπάρχει και κοινότητα με σύνορα. Και εφόσον υπάρχουν σύνορα, υπάρχει και οργανωμένος κρατικός μηχανισμός που τα φυλάσσει αποτελεσματικά.

Οι Ανταποκρίσεις συνεχίζονται και μετά το πέρας του βιβλίου. Στο τελευταίο σου κείμενο στο Amagi, σε σχέση με την πρωτοφανή κρίση και την εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού από τον Ερντογάν, προτείνεις τον όρο υβριδικός πόλεμος. Προτείνεις ακόμα τους όρους αποτροπή και ανθεκτικότητα της κοινωνίας. Θες να μας εξηγήσεις;

Η αποτροπή είναι μια «παρεξηγημένη» έννοια γιατί έχει συνδεθεί στο μυαλό πολλών με μια πολεμοχαρή στρατηγική. Αντιθέτως, σκοπός της αποτροπής είναι αυτό που λέει η λέξη: να αποτρέψει την αλλαγή του status quo, δηλαδή μια επίθεση. Η αποτροπή απαιτεί το να θέτεις κόκκινες γραμμές τις οποίες να μπορείς να προστατέψεις με αξιοπιστία, δηλαδή με ισχύ και με σοβαρότητα. Ωστόσο, όλα αυτά ισχύουν για τις παραδοσιακές μορφές πολέμου. Ο υβριδικός πόλεμος είναι μια αναδύομενη μορφή πολέμου «κάτω απ’ το ραντάρ»∙ κυρίως μέσω της σύγχυσης της εσωτερικής και της διεθνούς κοινής γνώμης και της διάβρωσης του ηθικού και της αποτελεσματικότητας του κρατικού μηχανισμού. Τα fake news είναι βασικό εργαλείο του. Επομένως, η ανθεκτικότητα μιας κοινωνίας –η ωριμότητα, η ψυχραιμία, η κριτική σκέψη, το πώς δηλαδή ο κάθε ένας απο εμάς αντιδρούμε όταν βλέπουμε ένα βίντεο ή ένα ρεπορτάζ ή ένα μήνυμα που μπορεί να είναι ή να μην είναι η αλήθεια –μετατρέπεται σε πολύ κρίσιμο εργαλείο της εθνικής άμυνας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πιστεύουμε τίποτα, ότι δηλαδή παύουμε να πιστεύουμε στην ίδια την έννοια της αλήθειας∙ αλλά ότι πριν κατασταλάξουμε στο τι πιστεύουμε, κοιτάμε τα δεδομένα και τα στοιχεία όσο πιο διεξοδικά μπορούμε, με ανοιχτό μυαλό, και επιλέγουμε προσεκτικά τις δημοσιογραφικές πηγές που εμπιστευόμαστε.

Το βασικότερο στο άμεσο διάστημα, τις επόμενες ημέρες δηλαδή, είναι η εθνική ενότητα, η ψυχραιμία, οι χαμηλοί τόνοι και η υποστήριξη των κρατικών μηχανισμών

Στη συγκυρία που μιλάμε, είναι σε εξέλιξη δύο πολύ κρίσιμα για τη χώρα μέτωπα, και τα δύο δεν ξέρουμε πώς θα εξελιχθούν. Τα σενάρια είναι μάλλον δυσοίωνα.

Βρισκόμαστε σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία και αντιμετωπίζουμε δύο μεγάλες –υπαρξιακού επιπέδου– κρίσεις. Από τη μια πλευρά είναι η επιθετική στρατηγική Ερντογάν και ο υβριδικός πόλεμος που έχει εξαπολύσει εναντίον της Ελλάδας (γιατί περί αυτού πρόκειται) αλλά και η διαχείριση του προσφυγικού, που είναι παράγωγο μεν της πολιτικής Ερντογάν αλλά ταυτόχρονα αναζοπυρώνει μίση και πάθη στο εσωτερικό της χώρας μας, ενώ χιλιάδες πρόσφυγες εδώ και χρόνια ζουν σε άθλιες συνθήκες. Και απ’ την άλλη έχουμε μια παγκόσμια πανδημία που ενδεχομένως καταστεί το σημαντικότερο μέχρι σήμερα συμβάν του αιώνα που ζούμε. Η κάθε μία κρίση απο μόνη της δημιουργεί τεράστια ζητήματα για την εθνική ασφάλεια, για την πολιτική προστασία, για τον δημόσιο διάλογο, για την καθημερινότητά μας. Ο συνδυασμός τους είναι απλώς ένα εφιαλτικό σενάριο.

Ωστόσο τα φαινόμενα αυτά δεν ήταν ούτε απρόβλεπτα, ούτε «μαγικά»∙ αντιθέτως είναι και τα δύο αποτέλεσμα αυτού που στο βιβλίο περιγράφω ως Νέα Παγκόσμια Αταξία, δηλαδή έναν ατελώς παγκοσμιοποιημένο κόσμο στον οποίον εμφανίζονται ασύμμετρες απειλές με τις εθνικές κυβερνήσεις και τους διεθνείς οργανισμούς να πασχίζουν να ανταποκριθούν. Το πώς θα ανταπεξέλθουμε στις προκλήσεις αυτές είναι σημαντικό για την επόμενη ημέρα. Πρέπει δηλαδή να αναπτύξουμε τα πολιτικά εργαλεία του 21ου αιώνα – την ανθεκτικότητα, τη συνεργασία, την ενσυναίσθηση, τον ψηφιακό αλφαβητισμό.

Το βασικότερο όμως στο άμεσο διάστημα, τις επόμενες ημέρες δηλαδή, είναι η εθνική ενότητα, η ψυχραιμία, οι χαμηλοί τόνοι και η υποστήριξη των κρατικών μηχανισμών που διαχειρίζονται τις κρίσεις αυτές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν στηλιτεύουμε λάθη, αποτυχίες ή καταχρήσεις εξουσίας όταν αυτές υπάρχουν.

Οι μειονότητες και οι γυναίκες δεν χρειάζονται ειδική μεταχείριση, αλλά ισονομία, εφαρμογή των νόμων και σεβασμό από την κοινωνία και το κράτος.

Στο βιβλίο αφιερώνεις ένα κεφάλαιο στο πρώτο μέρος στις ταυτότητες και τα σύμβολα. Είναι μια μεγάλη συζήτηση. Την ίδια ώρα που αμφισβητείται η εθνική ταυτότητα, αναδύονται νέες που φτιάχνουν επιμέρους κοινότητες οι οποίες συσπειρώνονται μεταξύ τους με βάση κάποιο κοινό χαρακτηριστικό. Δημιουργούνται καινούργιοι κοινωνικοί ανταγωνισμοί, που δεν είναι ταξικοί με τους όρους που ξέραμε.

Ναι η πολιτική των ταυτοτήτων –με βάση το φύλο, την εθνικότητα, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, τις καταναλωτικές επιλογές– είναι εν μέρει αποτέλεσμα της υποχώρησης μεγάλων αφηγημάτων και καθολικών συλλογικών ταυτοτήτων, όπως η εθνική. Αυτό είναι αποτέλεσμα τόσο της υποχώρησης του έθνους-κράτους και της δημιουργίας υπερεθνικών τάσεων μέσω του διαδικτύου, όσο και μιας μακρόχρονης ανάδειξης της (αυτο)θυματοποίησης (victimhood) ως σημαντικής έννοιας στην κουλτούρα των ΗΠΑ.

Η ιδιότητα του θύματος σου παρέχει αυτομάτως ένα ηθικό ατού, μια κοινώς αποδεκτή αίσθηση ανωτερότητας, καθιστώντας την αντιπαράθεση με λογικά επιχειρήματα ολοένα και πιο δύσκολη. Επειδή βέβαια όλο αυτό το πράγμα στην πιο ακραία, θεσμική, μορφή του (αυτή των οργανωμένων ομάδων πίεσης) δεν είναι τίποτε άλλο από ένα απλό παιχνίδι εξουσίας και διασφάλισης περιορισμένων πόρων, με τους ίδιους κανόνες που ίσχυαν πάντοτε στα παιχνίδια εξουσίας, δημιουργούνται ανταγωνισμοί ανάμεσα στις ομάδες ταυτοτήτων με μια πλειοδοσία θυματοποίησης που καταλήγει πολλές φορές να είναι σχεδόν γκροτέσκα.

Κάποιες φορές έχω την εντύπωση ότι αυτή η επικράτηση της θυματοποίησης είναι επιφανειακή, προσωρινή∙ ότι δηλαδή ακόμη και αυτοί που την αναπαράγουν –π.χ. κάποιοι πολιτικοί ή οι εκάστοτε συμπάσχοντες– το κάνουν υπό τον φόβο της κατακραυγής και όχι επειδή όντως νιώθουν ενσυναίσθηση για τα (εκάστοτε) θύματα. Αυτό είναι επικίνδυνο γιατί ίσως δημιουργήσει μια συσσωρευμένη μνησικακία και φαινόμενα αντίδρασης και στοχοποίησης ανθρώπων που όντως έχουν υπάρξει θύματα αντικειμενικά δύσκολων συνθηκών.

Πολιτική ορθότητα: Απέναντι σε προηγούμενους περιορισμούς για το τι επιτρέπεται και τι όχι, κατασκευάζονται νέοι. Με αφετηρία την υπεράσπιση πολιτικών ισότητας, δικαιωμάτων, και ενώ αναδεικνύονται ανισότητες και αποκλεισμοί, υπάρχει μια τάση να εδραιωθεί μια καινούργια ιδεολογική ηγεμονία και ένας νέος ολοκληρωτισμός. Σε ποιους χώρους το συναντάμε, σε ποιες κοινωνίες;

Μιλάμε λίγες μέρες αφότου ο εκδοτικός οίκος που θα εξέδιδε την αυτοβιογραφία του Γούντι Άλεν υπέκυψε στην πίεση του γιού του, Ρόναν Φάροου –που παρεμπιπτόντως είναι ένας εκ των «αρχιερέων» της νέας ηθικής– και ακύρωσε την εκδοτική συμφωνία, πολτοποιώντας τα αντίτυπα του βιβλίου. Να σημειώσουμε εδώ ότι η δικαιοσύνη έχει καταρρίψει τις κατηγορίες της αδελφής του Ρόναν και κόρης του Γούντι Άλεν, αλλά αυτό δεν έχει τόση σημασία, όσο ο αυτόματος και εφ’ όρου ζωής στιγματισμός οποιουδήποτε ανθρώπου (συνήθως άνδρα) κατηγορείται ή έχει όντως εμπλακεί σε παραπτώματα –ή ακόμα και μη εγκληματική αλλά «ηθικά ανάρμοστη» συμπεριφορά– σεξουαλικής φύσεως.

Σε αρκετές κοινωνίες της Δύσης, ειδικά στις ΗΠΑ και τη Βρετανία, έχει αναβιώσει ένας σκοταδιστικός πουριτανισμός που ποινικοποιεί την έκφραση της σεξουαλικής επιθυμίας και αντιμετωπίζει τα σεξουαλικής φύσεως παραπτώματα ως τη μακράν πιο ειδεχθή κατηγορία εγκλημάτων∙ ως εγκλήματα που δεν επιδέχονται συγχώρεσης, σωφρονισμού και επανένταξης στην κοινωνία, τη στιγμή που εκατομμύρια ανθρώπινα σώματα βιάζονται και σαπίζουν εξαιτίας άλλων πτυχών της ζωής μας τις οποίες ανεχόμαστε, όπως τα ναρκωτικά ή η έλλειψη περίθαλψης και πρόνοιας στις ίδιες τις πόλεις της Δύσης ή από τη σύγχρονη δουλεία στην Ασία (που όμως μας παρέχει πολλά φτηνά προϊόντα).

Όλα αυτά βέβαια καλό είναι να τα βάζουμε στην κλίμακα που τους αναλογούν: καλώς δημιουργήθηκαν οι συνθήκες που επιτρέπουν στα (πραγματικά) θύματα σεξουαλικής βίας να μιλήσουν, ενώ χώρες όπως η Ελλάδα δεν έχουν κατακτήσει ακόμα τα αυτονόητα ως προς την αντιμετώπιση, τον σεβασμό και την εκπροσώπηση των γυναικών ή των μειονοτήτων, οπότε εδώ κινδυνεύουμε να περάσουμε στο άλλο άκρο της απαξίωσης της πολιτικής ορθότητας χωρίς να έχουμε καν περάσει απ’ το ενδιάμεσο στάδιο της πραγματικής ισότητας.

Ωστόσο, θεωρώ την εφαρμογή αντιρατιστικών νόμων ένα μεγάλο και επικίνδυνο λάθος το οποίο κάποιοι φανατικοί το εκμεταλλεύονται ήδη για να σέρνουν συνεχώς στα δικαστήρια αυτούς με τους οποίους διαφωνούν. Η κοινωνία έχει νόμους που προστατεύουν όλους τους πολίτες και αρχές που διώκουν τα εγκλήματα. Η έννοια του «εγκλήματος μίσους» μου φαίνεται βαθιά προβληματική (ένα έγκλημα πάθους είναι πιο αποδεκτό;) – και αυτό το λέει κάποιος που εύκολα θα μπορούσε να βρεθεί θύμα ενός τέτοιου εγκλήματος. Οι μειονότητες και οι γυναίκες δεν χρειάζονται ειδική μεταχείριση, αλλά ισονομία, εφαρμογή των νόμων και σεβασμό από την κοινωνία και το κράτος.


Ταξίδια στον Χωροχρόνο

Τον Ρωμανό δεν τον ρώτησα για το δεύτερο κομμάτι του βιβλίου. Ίσως γιατί το αίτημα να κατανοήσουμε όσα συμβαίνουν είναι παρά πάνω από επείγον.  Ή και γιατί τα οδοιπορικά και οι ιδιωτικές ιστορίες του είναι για να διαβαστούν. Κάθε συνάντηση χρειάζεται να κάνουν βήματα και οι δύο πλευρές – κι εκείνος φαίνεται να έχει διανύσει ένα μεγάλο κομμάτι της διαδρομής για να μας συναντήσει. Αυτό που μας λέει –κάνοντάς το– είναι ότι έχουμε ανάγκη να κατανοήσουμε τον κόσμο, έξω από μας αλλά και μέσα μας. Μόνο έτσι μπορούμε να συνυπάρξουμε.

Στο πιο προσωπικό αυτό μέρος των «Ανταποκρίσεων» παρακολουθούμε τον στοχασμό που στρέφεται προς τα μέσα, την εμπλοκή με τον εαυτό. Πώς είναι να εκθέτεις τους φόβους σου, να μη ντρέπεσαι να πεις ποιος είσαι, τι σου αρέσει ή τι έχεις ανάγκη; Πώς ζητάς να σε αποδεχτούν; Ποια είναι η αίσθηση να επιστρέφεις στη γειτονιά που μεγάλωσες, οι μυρωδιές, οι μνήμες – «η επιστροφή στις ρίζες λειτουργεί σαν ένα είδος αξιολόγησης και αναθεώρησης της ζωής σου». Κι έπειτα, πώς είναι να κοιμάσαι και να ξυπνάς βδομάδες ολόκληρες στην γκρίζα συννεφιά του Λονδίνου – «ο γαλάζιος ουρανός, το φως του ήλιου, σου ανοίγουν τους ορίζοντες, σε προτρέπουν να ονειρευτείς». Κάποιος που βρίσκει δουλειά σε ένα σαντουιτσάδικο στο Λονδίνο, πώς γίνεται να νιώθει ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο –«η ευκαιρία και η ανθρώπινη επαφή μπορεί να εμφανιστούν εκεί που δεν τα περιμένεις»– και πώς θα ήταν αν σε μια δεδομένη στιγμή στη ζωή μας δεν κάναμε αυτή την επιλογή, αλλά μια άλλη; Κι ακόμα, πώς μαθαίνεις να αποχωρίζεσαι, να πετάς πράγματα από το σπίτι, να φτιάχνεις χώρο; Πώς γράφει μέσα σου η μοναξιά της πόλης, να είσαι μόνος Σάββατο βράδυ, αυτή η «αίσθηση ότι δεν καταναλώνεις αρκετή οικειότητα»; Υπάρχουν όμως κι όλα αυτά εκεί έξω που μπορεί να μας ενδιαφέρουν: ταινίες, βιβλία, άνθρωποι, ιστορίες... Ο Ρωμανός περιγράφει με πολλούς τρόπους πώς είναι να έχεις πολλές επιλογές αλλά ταυτόχρονα να πρέπει να παλέψεις με τους περιορισμούς σου. Και πως ακόμα κι αν τίποτα δεν μοιάζει να σε περιλαμβάνει, ότι μπορείς να εμπλακείς και να γίνεις μέρος του σχεδίου. Με λίγα λόγια, ένα είδος στοχασμού πάνω στην τέχνη του να ζεις και να υπάρχεις με τους άλλους.

Έπειτα είναι κι οι ανταποκρίσεις από τα ταξίδια στην Κούβα, την Ινδία, το Μπουένος Άιρες... Ο ίδιος άνθρωπος που σχολιάζει είναι ο ίδιος που ταξιδεύει, η εμπλοκή με τον κόσμο παίρνει τη μορφή αυτοψίας, παρατήρησης, καταγραφής, αναγωγής της σκέψης στη ζωή και το αντίστροφο. Είναι παράδοξο αυτό που πετυχαίνουν οι επιμέρους ενότητες του βιβλίου: κάθε μία εσωκλείει τις υπόλοιπες. Στην περίπτωσή του Ρωμανού Γεροδήμου η ενότητα και η συνέπεια σκέψης και ζωής είναι θαυμαστή και μας δείχνει αυτή την ολότητα που είμαστε, ή που θα θέλαμε να είμαστε. Τον ευχαριστούμε από καρδιάς.

Δειτε επισης

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5