1821 Digital Gallery
Θεσσαλονίκη
ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Τι λέμε στη Βόρεια Ελλάδα Νο 2 (με προτάσεις αναγνωστών)

Ευτυχώς υπάρχετε (εσείς οι αναγνώστες) και επισημαίνετε αυτά που μας ξεφεύγουν…
© MOTION TEAM / ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ
Η Μανίνα Ζουμπουλάκη γράφει λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιούν στη Βόρεια Ελλάδα και τι σημαίνουν (μέρος 2ο)

Στη Βόρεια Ελλάδα χρησιμοποιούμε κάμποσες λέξεις και φράσεις δανεικές από τα περσικά, τούρκικα, αραβικά, βουλγάρικα – όπως και «αντιδάνεια», λέξεις που έχουν αρχαία ή μεσαιωνική ελληνική ρίζα, δουλεύτηκαν για αιώνες στη μακρινή Περσία, Αραβία, Φραγκία, Ισπανία ή Ρωσία, και επέστρεψαν στην πατρίδα τους ως ξενόφερτες κυρίες, ενώ δεν είναι, απλώς ξιπάστηκαν στην ξενιτειά. Τέτοιες λέξεις και φράσεις κυκλοφορούν ελεύθερες σε όλη την Ελλάδα, απλώς στη Βόρεια (Ελλάδα) έχουμε περισσότερες. Φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι αναγνώστες, επεσήμαναν ελλείψεις στο 1ο Μέρος (διαβάστε το εδώ), οπότε συμπληρώνουμε με 2ο μέρος.

Στις Σέρρες π.χ. λένε «μισίρκα» τη γαλοπούλα, όχι μόνον κούρκα. «Μισίρι» είναι η Αίγυπτος στα βουλγάρικα, κι η γαλοπούλα ήταν εξωτικό πουλί κάποτε, ίσως να πλασαρίστηκε ως Αιγυπτιώτισα, ποιος ξέρει. Πάλι στις Σέρρες, έχουν το «σαλτανάτι», απροσδιόριστης προέλευσης λέξη που σημαίνει φιγούρα («πήρε κάμπριο για το σαλτανάτι, ο σερσερής»), και σε όλη τη Μακεδονία, «σερσερής», «σερσέμης», «σαψάλης» ή «ζεβζέκης» είναι ο ανόητος, αν και τα δύο πρώτα μεταφράζονται «αλήτης» στα τούρκικα – το «σαψάλης» σημαίνει και χαλασμένος. «Φούλια» είναι τα κουκιά, αραβική λέξη όντως των Αιγυπτιωτών, που με μυστήριο τρόπο βρέθηκε στη Μακεδονία. «Μπεκιάρης» είναι το γεροντοπαλίκαρο, παρόλο που στα Περσικά, από τα οποία προέρχεται, σημαίνει άνεργος. Στη Θάσο και σε κάμποσα ακόμα μέρη της Μακεδονίας, λένε «μπαμπατζάνικο» το γεροδεμένο, γεμάτο, δυνατό παιδί ή ζώο (μεταφορικά, «μπαμπατζάνικο το γκομενάκι», δηλαδή εντυπωσιακό, γεροδεμένο, δεν το περνάς στο ντούκου. Η «ζουμπουρλού» και το «ζουμπουρλούδικο» δεν είναι ακριβώς το ίδιο, σημαίνει αφράτο, γεματούτσικο, αλλά βέβαια ένα μπαμπατζάνικο μωρό μπορεί να είναι και ζουμπουρλούδικο). Στη Θάσο επίσης λένε «πέρα», ελληνικότατη λέξη, για οποιονδήποτε έχει απομακρυνθεί και βρίσκεται στην άλλη γωνία ή στη Νέα Υόρκη, πάντως όχι εδώ ακριβώς (στην ερώτηση «πού είναι η μάνα’ς;» η απάντηση είναι πάντα «πέρα!», αν η μάνα’ς δεν είναι μπροστά στα μάτια’ς). Η «τρεμούλα» είναι η μέδουσα  στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, επειδή τρεμουλιάζει μέσα στο νερό κι επειδή τρέμουμε μη μας τσιμπήσει. Ορίστε μια λέξη που δεν θα τη βρείτε σε κανένα λεξικό με αυτή την έννοια...

Στην Καβάλα έχουμε πολλές ντόπιες λέξεις, τις οποίες δανείζουμε απλόχερα σε γύρω πόλεις και χωριά: «σμπόμπα» είναι η κοπάνα από το σχολείο, «ματσαράγκα» είναι το λυσάρι και πάλι για σχολικά θέματα, «μάλτα» λέγαμε παλιά το τζιν («αγόρασε μια μπαμπατζάνικη μάλτα απ’ τη Σαλονίκη, αν και φαίνεται γιαλαντζί», όπου «γιαλαντζί» σημαίνει ψεύτικο στα τούρκικα – το ξέρει όλη η Ελλάδα πια, από τα «ντολμαδάκια γιαλαντζί», που φτιάχνονται χωρίς κιμά). Έχουμε «πρεπαρέ», μια ωραία πάστα σαν σοκολατίνα, «τσατ-πατ» λέμε το ποπ-κορν, χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο, ίσως επειδή όταν ψήνεται κάνει τσατ-πατ και όχι ποπ-κορν. «Αλμπενί» είναι η γοητεία, λέξη κατ' εξοχήν Καβαλιώτικη, αν και υπάρχει το «αλμπάνης» που σημαίνει πεταλωτής στα τούρκικα, σοβαρά σας λέω, αλλά και μη πεπειραμένος, άμαθος, μεταφορικά. Να μας συγχωρεί ο αγαπημένος ηθοποιός Περικλής Αλμπάνης, που είναι από τη Μεσσηνία, αλλά κάποιος πρόγονός του ίσως πετάλωνε άλογα στη Μικρά Ασία, γιατί όχι. Τα ίδια ισχύουν και τον επίσης ηθοποιό Αντίνοο Αλμπάνη...

«Τιμαρεύω» σημαίνει κρύβω σε ασφαλές μέρος τα τιμαλφή και μη − αρχαία ελληνική λέξη που πηγαινο-έρχεται από Καμένα Βούρλα μέχρι Αλεξανδρούπολη. «Καμπαρντίζω» είναι καμαρώνω, από το τούρκικο «καμπαρμάκ» που μεταφράζεται ως φουσκώνω – η έκφραση «καμπαρντίζει σα γύφτικο σκεπάρνι» είναι πολύ συνηθισμένη στην Βόρεια Ελλάδα, κι ας ακούγεται παρωχημένη. Το ίδιο ισχύει για το «κάτι», δηλαδή τη δίπλα ή την ζάρα: «διπλώσαμε τα σεντόνια σε τέσσερα κάτια και καμπαρντίζαμε μετά, ήτανε μπαμπατζάνικα». «Μπούζι» είναι το κρύο, από το τούρκικο «μπουζ», πάγος (η έκφραση «μπουζ γιαζμάκ» σημαίνει «γραφ’ το στον πάγο», με άλλα λόγια, ξέχασέ το). «Μπουρού» είναι η σφυρίχτρα πλοίου και ο σωλήνας εξαερισμού, που έγινε «μπουρί» στην καθομιλουμένη. «Γκεσέμι» είναι το κριάρι και μεταφορικά ο ηγέτης, ο  αρχηγός, πάλι από τα τούρκικα, από τα οποία έρχεται και το «αμέτι-μουχαμέτι» (με το έτσι-θέλω, με το ζόρι, ή αλλιώς «ζορ-ζορνά») και το «καζίκι», πρόστιμο ή φέσι, που αλλιώς λέγεται «τζερεμές» αν και αυτή η λέξη είναι αραβική − σημαίνει έξτρα λεφτά που αναγκάστηκα να τα σκάσω χωρίς λόγο. Το ρήμα «καζικώθηκα» σημαίνει τα ίδια, η ρίζα είναι αραβική, πέρασε στα τούρκικα, όπου όμως «καζίκ» σημαίνει «παλούκι», άρα «παλουκώθηκα»… ευτυχώς χρησιμοποιείται μεταφορικά πια, κατά το «ασ' τα, έφαγα ένα τρελό παλούκι από το πουθενά». Το καζίκι μπορεί να είναι κατά περίσταση η θεία που φιλοξενώ αναγκαστικά, ή, συνηθέστερα, το πρόστιμο που πληρώνω και βογκάω − ελπίζουμε όχι και τα δύο μαζί.

Σχετικα
Τσουχτερό κρύο στη Βόρεια Ελλάδα - Στους -6 η θερμοκρασία
Τσουχτερό κρύο στη Βόρεια Ελλάδα - Στους -6 η θερμοκρασία

«Τεφαρίκι» είναι το αντίθετο, το ποιοτικό, ίσως μέχρι και δώρο, εκτός κι αν λέγεται ειρωνικά, «τεφαρίκι του βγήκε το κάμπριο του σαψάλη, γιαλαντζί μηχανή!»

Ο «μαστραπάς», το μεταλλικό σκεύος για νερό, είναι ελληνική μεσαιωνική λέξη, παρακαλώ, που πέρασε στα τούρκικα και επέστρεψε στη Βόρεια Ελλάδα, όπου εξαφανίζεται σιγά-σιγά μαζί με τα ίδια τα μαστραπαδάκια, ως ανθυγιεινά.

Οι ντιπ τούρκικες λέξεις κι αυτές χάνονται όσο περνάνε τα χρόνια και γερνάνε οι πρόσφυγες Μικρασιάτες, λίγοι χρησιμοποιούν το «μεηντάνι» (γειτονιά), «καϊσι» (βερύκοκκο), «κιοτής» (δειλός), «μουσαντό» (ψεύτικο, ψέμα), «ντελβές» (κατακάθι του καφέ, αυτό που διαβάζουν οι καφετζούδες) κι αυτοί οι λίγοι βρίσκονται στη Βόρεια Ελλάδα. «Αμανάτι» είναι το ενέχυρο, από τα ποντιακά («Του έμεινε αμανάτι το σαψάλικο κάμπριο») – πολλές λέξεις που θεωρούμε τούρκικες στην πραγματικότητα είναι ποντιακές. Τα «κεσάτια», οι αναδουλειές ή/και κρίση, είναι αραβική λέξη, ίσως με ισπανική ρίζα. Το «κουμάσι» είναι ελληνική μεσαιωνική λέξη που πέρασε στα αραβικά κι από εκεί στα τούρκικα, είναι το κοτέτσι αλλά μεταφορικά σημαίνει νούμερο, απατεώνας («καλό κουμάσι είσαι, έχουμε που έχουμε κεσάτια, μας καζικώθηκες κι εσύ..»)

Όσο ψάχνουμε, θα βρίσκουμε λέξεις – ενεργητικές και δραστήριες, ξεχασμένες, ευρείας ή περιορισμένης χρήσης… Τις μάζεψα όχι για κάποιον σοβαρό λόγο, απλώς για να τις ξανα-θυμηθούμε, ή και για πλάκα, αναντάμ-μπαμπαντάμ (που σημαίνει «από τη μάνα και τον πατέρα» στα Τούρκικα, και ανάκατα, μεταφορικά) όπως λέει στο τραγούδι του ο Παντελής Αμπαζής, παρόλο που ο ίδιος είναι από τη Χίο κι όχι από τη Βόρεια Ελλάδα. Οι λέξεις πετάνε από νησί σε νησί, από ξηρά σε νησί και το ανάποδα, από χώρα σε χώρα και από αιώνα σε αιώνα, μέχρι να τους φύγει η φόρα και να ντελβεδιάσουν στον πάτο της εκάστοτε γλώσσας...

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5