Πολεις

Βόλτα στην Καστέλλα

Ένα ταξίδι στα αρχοντικά της, στις ιστορίες και στους ανθρώπους της

Τάκης Σκριβάνος
ΤΕΥΧΟΣ 838
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Καστέλλα: Η συνοικία του Πειραιά, κοσμοπολίτικος προορισμός έως και τη δεκαετία του 1960, έχει πολλές ιστορίες να διηγηθεί.

Μην πω ψέματα, το προηγούμενο βράδυ της συνάντησής μου με τον Στέφανο Μίλεση, στην όμορφη Καστέλλα, άκουγα το «Τι είν’ αυτό που το λένε αγάπη», τι ωραίο τραγούδι, που τον τελευταίο καιρό το ξαναθυμηθήκαμε και λόγω μιας διαφήμισης στην τηλεόραση και σκεφτόμουν μια αγάπη που θα ήθελα να είχα. Το τραγούδι αυτό το ερμήνευσε στα ελληνικά η Σοφία Λόρεν το 1957 στη ταινία το «Παιδί και το δελφίνι», εδώ στην Καστέλλα. Έτσι, λίγο ζαλισμένος ακόμα, στις 12 το μεσημέρι μιας ημέρας, από αυτές που έχει ήλιο και ψιλοβρέχει κιόλας, στάθηκα στην πλατεία Αλεξάνδρας. Κάτω, στα Βοτσαλάκια, οι γάτες είχαν συμφιλιωθεί με τα περιστέρια, κι εγώ με φανταζόμουν να ζω σε ένα από αυτά τα σπίτια με μπαλκόνι στη θάλασσα. Ο Στέφανος Μίλεσης, ένας πολύ ωραίος τύπος, πρόεδρος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς και δημιουργός του pireorama.blogspot.gr, ήρθε ακριβώς στην ώρα του, συμφωνήσαμε να τα λέμε στον ενικό, είπαμε κι άλλα, διάφορα, και μετά με πήγε βόλτα στην Καστέλλα, στην ιστορία της, στα αρχοντικά της και στους ανθρώπης τους.

Τα πρώτα χρόνια στον Πειραιά

Πίσω στα χρόνια, στο 1835, όταν μετά την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους αποφασίστηκε ο εποικισμός του Πειραιά, η Καστέλλα ήταν μια έρημη περιοχή. Η απόφαση που πάρθηκε τότε, λέει ο Στέφανος, ήταν να δοθούν προνόμια στους αγωνιστές της Επανάστασης, κυρίως στους Υδραίους και στους Χιώτες. Οι πρώτοι έφτασαν κατά χιλιάδες στον Πειραιά, οι δεύτεροι πολύ λιγότεροι. Και στη συνέχεια, η πόρτα της πόλης άνοιξε και για κατοίκους και άλλων περιοχών, κυρίως Κυκλαδίτες, αλλά και Κρανιδιώτες, Πελοποννήσιους, Μανιάτες, Κρητικούς. Και κάθε συνοικία έπαιρνε το όνομά της από τον τόπο προέλευσης των κατοίκων της. Από το 1860 που ο Πειραιάς άρχισε να παίρνει τα ηνία από τα άλλα λιμάνια της χώρας, ο εργατικός κόσμος, κυρίως αχθοφόροι και βαρκάρηδες, ζούσαν προς το λιμάνι, ενώ η αστική τάξη από τη Φρεατύδα μέχρι τη μαρίνα Ζέας, χτίζοντας απίστευτες επαύλεις. Μια τέτοια διασώζεται και σήμερα στο Πασαλιμάνι, γνωστή ως οικία ιατρού Τζιβανιώτη, και βρίσκεται στη συμβολή της Ακτής Μουτσοπούλου με τη Σηραγγίου.

Η μόνη από τις εφτά πρώτες εξοχικές κατοικίες που έχτισε ο Ερνέστος Τσίλερ και διασώζεται μέχρι και σήμερα

Όταν ο Ερνέστος Τσίλερ είδε την ευκαιρία

Ήταν περίπου στο 1870 όταν ο Ερνέστος Τσίλερ περπάτησε για πρώτη φορά παραλιακά τη μαρίνα Ζέας και θα πρέπει να μαγεύτηκε, λέει ο Στέφανος. Χρήμα υπήρχε – το αποδείκνυαν τα αρχοντικά σε Φρεατύδα και Πασαλιμάνι. Τοποθεσία, επίσης υπήρχε – όλη η θάλασσα του Σαρωνικού μπροστά. Στο σημείο αυτό, στη σημερινή μαρίνα Ζέας, υπήρξαν και τα πρώτα θαλάσσια λουτρά, όπου έκαναν τα μπάνια τους κάτοικοι και παραθεριστές, πολλοί από αυτούς φορώντας μεγάλες κουλούρες στη μέση, σαν τα σημερινά σωσίβια, αφού δεν ήξεραν μπάνιο. Ο Τσίλερ, μη θέλοντας να μπει σε μια περιοχή που ήταν ήδη κατοικημένη, έστω και αραιά, αποφασίζει να κατασκευάσει εφτά εξοχικές κατοικίες στα «σύνορα» του σημερινού Πασαλιμανιού με την Καστέλλα, μια εκ των οποίων σώζεται και σήμερα και βρίσκεται στην Ακτή Μουτσοπούλου 1, δίπλα στα καφέ Monte Carlo και Μπουμπουλίνα. Ένα φοβερό κτίριο, κυκλικό, με έναν μεγάλο τρούλο στην κορυφή, απορίας άξιο πώς το έχουμε αφήσει να σαπίζει. Ήταν γεμάτο τοιχογραφίες του Τσαρούχη και οι αρκετά παλαιοί ίσως να θυμούνται το ιστορικό σφαιριστήριο του Καραντάση που στεγαζόταν εκεί τη δεκαετία του 1960. Καθώς η περιοχή δεν είχε όνομα, ο Τσίλερ τη «βαφτίζει» Καλλιθέα, έτσι τη διαφήμιζε στους εν δυνάμει πελάτες του, αλλά η ονομασία αυτή δεν άντεξε στον χρόνο και έμεινε σε ελάχιστες μόνο μνήμες. Στο μεταξύ, όπως λέει ο Στέφανος, o Τσίλερ αποφάσισε ότι η καλύτερη διαφήμιση για τις εξοχικές του κατοικίες ήταν το βασιλικό ζεύγος. Έτσι, επισκέφθηκε τη βασίλισσα Όλγα, η οποία έδειχνε έτσι κι αλλιώς ενδιαφέρον για την περιοχή, προτρέποντάς τη να πείσει τον σύζυγό της Βασιλιά Γεώργιο να παραθερίσουν σε μία από αυτές τις κατοικίες, όπως κι έγινε.

Οι μαρτυρίες από τον «Τρελαντώνη» της Πηνελόπης Δέλτα

Πώς τα ξέρουμε όλα αυτά; Όπως λέει ο Στ. Μίλεσης, τα περιγράφει η Πηνελόπη Δέλτα στο βιβλίο της «Ο Τρελαντώνης», που ήταν αφιερωμένο στις σκανδαλιές του αδερφού της Αντώνη Μπενάκη όταν και εκείνα, ως παιδιά, παραθέριζαν σε μία από τις εξοχικές κατοικίες του Τσίλερ. Η Πηνελόπη Δέλτα, αναφερόμενη στο καλοκαίρι του 1879, γράφει πως ήταν εφτά τα σπίτια του Τσίλερ, όλα στην αράδα κι ενωμένα. Στο πρώτο, το μεγάλο σπίτι, κάθονταν ο βασιλέας, στο δεύτερο μια Ρωσίδα, κυρία της τιμής της βασίλισσας Όλγας, στο τρίτο η οικογένεια του Μπενάκη, που τη φιλοξενούσαν θείοι μιας και ήταν μόνιμοι κάτοικοι Αλεξάνδρειας, στο τέταρτο η οικογένεια Χορν και στα άλλα τρία Αθηναίοι παραθεριστές. Η Πηνελόπη Δέλτα και τα αδέρφια της, παίζοντας με τα άλλα παιδιά, γνώρισαν και την πριγκίπισσα Αλεξάνδρα, κόρη της Όλγας, παιδάκι κι εκείνη τότε, με μακριά ξανθά μαλλιά. Δυστυχώς η Αλεξάνδρα, η οποία παντρεύτηκε σε πολύ νεαρή ηλικία, στα 17 της, πέθανε δύο χρόνια αργότερα στη γέννα. Η πλατεία Αλεξάνδρας στην Καστέλλα, απέναντι από την εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, έχει πάρει το όνομά της.

Για θερινό σινεμά στα Βοτσαλάκια ακούγοντας το κύμα

Για μπάνιο και σινεμά στα Βοτσαλάκια

Χρόνια είχα να επισκεφθώ την Καστέλλα. Τελευταία φορά ήταν ένα βράδυ στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990, για ποτό στο εμβληματικό ροκ μπαρ Διαχρονικό, που λίγο καιρό μετά έφυγε οριστικά από την Καστέλλα και σήμερα βρίσκεται πίσω από το Δημαρχείο του Πειραιά. Μεσοαστική περιοχή, με τσιμπημένες τιμές ειδικά στα σπίτια της «πρώτης γραμμής» που βλέπουν θάλασσα, με λίγες πολυκατοικίες, στενά δρομάκια, ανηφόρες και δύσκολο πάρκινγκ. Αλλά και με μια υπέροχη αύρα. Εάν δεν γνωρίζετε, ευρισκόμενοι μπροστά στο Πασαλιμάνι και κοιτώντας τη θάλασσα και τα ιστιοπλοϊκά, προχωράτε με κατεύθυνση προς τα αριστερά, όπου σε περίπου 100 μέτρα βρίσκεται η πλατεία Αλεξάνδρας. Από εκεί μέχρι το Μικρολίμανο, όλη η παραλιακή οδός Παπαναστασίου (πρώην Βασιλέως Παύλου), είναι το μπαλκόνι της Καστέλλας προς τη θάλασσα. Και ακριβώς από κάτω η ξακουστή παραλία Βοτσαλάκια, όπου τα καλοκαίρια οι άνθρωποι κάνουν το μπάνιο τους ή βλέπουν κινηματογράφο ακούγοντας το κύμα, στο επίσης ξακουστό Cine Βοτσαλάκια. Ο Πειραιάς μορφολογικά μοιάζει με νησί, καθώς ενώνεται με την υπόλοιπη Αττική από μια μάλλον στενή λωρίδα γης, το Νέο Φάληρο. Στην Καστέλλα μπορείτε να φτάσετε από εκεί, ερχόμενοι παραλιακά, δηλαδή. Εγώ έφτασα από Πειραιώς, στρίβοντας αριστερά στη Γρηγορίου Λαμπράκη, η οποία οδηγεί στο Πασαλιμάνι. Μπορείτε να έρθετε και με το τρόλεϊ με τον αριθμό 20 από τον ηλεκτρικό του Πειραιά, αλλά ξέρετε πώς είναι τα τρόλεϊ, θέλουν υπομονή.

Βόλτα στην ακτή Κουντουριώτη

Με το πέρασμα του χρόνου και καθώς στο Πασαλιμάνι άρχισε να καταφθάνει όλο και περισσότερος κόσμος, ο Τσίλερ, μαθητές του αλλά και άλλοι αρχιτέκτονες, άρχισαν να ανεβαίνουν όλο και πιο πολύ προς την Καστέλλα. Γι’ αυτό και όσο βαδίζει κανείς προς την πλευρά του Μικρολίμανου, θα δει και περισσότερα μεταγενέστερα κτίρια, μοντέρνου κυρίως ρυθμού, της δεκαετίας του 1930. Η μεγάλη πλειονότητα αυτών κατεδαφίστηκαν στα χρόνια της ανοικοδόμησης αλλά κι όσα έμειναν, στην πλειονότητά τους μοιάζουν να έχουν φαντάσματα, έτσι ερειπωμένα που είναι. Κι αν προσέξει κανείς πιο προσεκτικά, όντως θα δει σκιές να κινούνται στα χαλάσματα. Είναι οι άστεγοι που βρίσκουν καταφύγιο. Περπατώντας στην Παπαναστασίου, δείτε στα αριστερά, στο νούμερο 19, δίπλα στο ξενοδοχείο Cavo Doro το φοβερό αρχοντικό χτισμένο ψηλά, παρατημένο εντελώς, αλλά και από την πλευρά της θάλασσας το διατηρητέο που μέχρι και τη δεκαετία του 1980 στέγαζε το κλαμπ Black Light, μια πανέμορφη τετραώροφη έπαυλη, διατηρητέα, με ένα τεράστιο μαντρότοιχο ολόγυρα που δεν ξέρεις τελικά αν είναι για καλό ή για κακό που δεν σου επιτρέπει να δεις πολλά προς τα μέσα. Εκεί κοντά, ακριβώς πίσω από την εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, η οποία τότε δεν υπήρχε, έφτιαξε ο Τσίλερ και το δικό του εξοχικό, που σήμερα δεν διασώζεται. Υπάρχουν όμως και κτίρια εκείνης της εποχής που διατηρούν την αίγλη τους και μεταφέρουν τον περαστικό πίσω στο χρόνο. Όπως το κτίριο όπου στεγάζεται το Μιχαλήνειο Κέντρο Προστασίας Παιδιών στην Κουντουριώτη 3, αλλά και η οικία Μουτούση, όπου βρίσκεται το κέντρο προσχολικής αγωγής «Δελφινάκια», στην αρχή της οδού Καραγεώργη Σερβίας.

Σε αυτό το αρχοντικό που σήμερα ερειπώνει έζησε η σπουδαία ηθοποιός, Δέσπω Διαμαντίδου

Η βίλα της Δέσπως Διαμαντίδου

Θα ήθελα να είχα ένα μικρό ρόλο, στην ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», εκεί που η Δέσπω Διαμαντίδου τρέχει να ξεφύγει από τον «Αντωνάκη», Γιώργο Κωνσταντίνου, φωνάζοντάς του «κακούργε, τύραννε!». Η μεγάλη ηθοποιός, που έπαιξε σε σχεδόν 50 ταινίες, μεταξύ των οποίων στον «Ειρηνοποιό» του Γούντι Άλεν και στο «Ποτέ την Κυριακή» του Ζιλ Ντασέν, γεννήθηκε στην Καστέλλα το 1916, σε μια εποχή που δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή. Εκείνα τα χρόνια, τα αρχοντικά που βλέπουμε σήμερα να έχουν απομείνει και να ρημάζουν, ήταν ολοκαίνουργια και αστραφτερά, το ένα δίπλα στο άλλο, σε μια πόλη που άκμαζε. Σε ένα τέτοιο αρχοντικό έζησε και η Δέσπω Διαμαντίδου, ένα αρχοντικό που στέκει ακόμη και σήμερα, στην οδό Παπαναστασίου 15, μεταξύ των μικρών οδών Κάνιγγος και Ουίλσωνος. Το στολίδι αυτό, δείγμα μεγαλοαστικής κατοικίας των αρχών του 20ού αιώνα, κατασκευασμένο κατ’ άλλους από τον Τσίλερ και κατ’ άλλους από μαθητές του, στους Πειραιώτες είναι γνωστό και ως κτίριο «Μπαχλιτζανάκη», λόγω των ομώνυμων εκπαιδευτηρίων που λειτουργούσαν εκεί ως το 2002. Σήμερα η παρακμή του είναι φανερή, ενώ κάποιες σκαλωσιές έχουν τοποθετηθεί στη μία του πλευρά. Κατά πληροφορίες, έχει αγοραστεί από ιδιώτη, οι προθέσεις του οποίου για την τύχη του κτιρίου είναι άγνωστες.

Η σπηλιά του Παρασκευά

Στο ύψος της Παπαναστασίου 11 να κατεβείτε τα σκαλάκια που οδηγούν στην παραλία. Εκεί, σε ένα μικρό πλάτωμα, θα δείτε μια σπηλιά, μάλλον τρομακτική, κλεισμένη με κάγκελα και με ταμπέλα «Απαγορεύεται η είσοδος». Πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εδώ βρίσκονταν τα Λουτρά του Παρασκευά. Η παραλία δεν είχε επιχωματωθεί και το κύμα έσκαγε λίγα μέτρα από τη σπηλιά. Η οικογένεια Παρασκευά, λοιπόν, είχε κάνει τη σπηλιά αναψυκτήριο, έρχονταν ο κόσμος, έκανε το μπάνιο του, έπινε το ουζάκι του. Μετά τον πόλεμο η οικογένεια επέστρεψε και έκανε τη σπηλιά κοσμικό κέντρο, ένα κέντρο που έφερε ξανά την Καστέλλα στη μόδα. Εδώ, λέει ο Στέφανος, μέσα στη σπηλιά, τραγούδησαν σπουδαίοι καλλιτέχνες. Ο Φώτης Πολυμέρης, ο Τόνι Μαρούδας με τη Μάγια Μελάγια, οι Μανώλης Χιώτης και Μαίρη Λίντα. Μια φορά, το 1961, είχαν έρθει να διασκεδάσουν ο Ρενιέ του Μονακό με τη σύζυγό του Γκρέις Κέλι, ως καλεσμένοι του Ωνάση και της Μαρίας Κάλλας. Στο τέλος του προγράμματος η Κάλλας και η πριγκίπισσα Γκρέις πήγαν στο καμαρίνι του Χιώτη και της Λίντας. Όπως γράφει ο δημοσιογράφος Δ. Λυμπερόπουλος στη βιογραφία του Ωνάση, η Γκρέις Κέλι ρώτησε τον Χιώτη σε τι διαφέρει το μπουζούκι του από τις ηλεκτρικές κιθάρες των Beatles και ο Χιώτης φέρεται να απάντησε «παρακαλώ, εξηγήστε στην πριγκίπισσα ότι οι χορδές της ηλεκτρικής κιθάρας δονούνται από την πρίζα και οι χορδές του μπουζουκιού κατευθείαν από την καρδιά». Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1957, στη Σπηλιά του Παρασκευά είχε βρεθεί και η Σοφία Λόρεν, για ένα γύρισμα για την ταινία «Το παιδί και το δελφίνι». Εκεί, με τον Τόνι Μαρούδα να τη συνοδεύει με την κιθάρα του, σε μια εποχή πολύ πιο ρομαντική από τη σημερινή, τραγούδησε στα ελληνικά το «Τι είν’ αυτό που το λένε αγάπη, τι είν’ αυτό, τι είν’ αυτό, που σε κάνει να λες το σκοπό, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ»…