Πολεις

Swinging London: το στιλ ως στάση ζωής

Ο εικαστικός Αλέξης Ταμπουράς θυμάται το Λονδίνο των 60s που έζησε: όταν το cool έγινε τρόπος ζωής και το στιλ επανάσταση και πολιτική πράξη
Ευγενία Μίγδου
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Το μόνο στοιχείο που μπορεί κανείς να καλλιεργήσει και να κρατήσει για τον εαυτό του είναι το στιλ — και η συμπεριφορά που το συνοδεύει». 

«Φαντάσου», μου λέει ο αφηγητής μου που έζησε εκείνα τα χρόνια, «να 'σαι ανήσυχο νιάτο, ετών 14, και από την Αθήνα να προσγειώνεσαι στο Λονδίνο, στη θρυλική γειτονιά του Τσέλσι, το 1965. Στην παμπ με το εμβληματικό όνομα «Η Άκρη του Κόσμου» (The World's End), πίνεις μπίρα και χαζεύεις από το παράθυρο απίθανες σκηνές δρόμου: όμορφες κοπέλες με μίνι φούστες, ανέμελους νεαρούς με προσεγμένα κοστούμια, Mods με τις στολισμένες τους βέσπες. Βουίζει η πόλη, τόσο νέα, πολύχρωμη και εκκεντρική. Δύο χρόνια αργότερα, στην ίδια γειτονιά, φαντάσου το αφάνταστο: να παρκάρει μπρος στα μάτια σου μια Rolls Royce βαμμένη εξ ολοκλήρου με ψυχεδελικά λουλούδια και απίστευτα σχέδια, κι από μέσα να ξεπετάγεται ένας τύπος με άσπρο κουστούμι και μαλλιά ως τον λαιμό, φτυστός ο Τζον Λένον. Ο χρόνος σταματάει· είναι, πράγματι, ο Λένον, με σάρκα και οστά, που μένει στη γειτονιά, όπως και πολλοί άλλοι διάσημοι. Σαν σε όνειρο, νιώθεις όπως η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων». 

Όλα φάνταζαν τόσο τέλεια και τόσο υπέροχα — μια ατμόσφαιρα που αποτυπώνεται έξοχα στο τραγούδι «Sunny South Kensington» του Donovan. Στους δρόμους, η πλειοψηφία ήταν νέοι με ωραία χτενίσματα και υπέροχα ντυσίματα, προσεγμένα μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια.

Οι ενδυματολογικοί κανόνες που είχαν επικρατήσει στη μεταπολεμική Βρετανία είχαν ανατραπεί ριζικά: τα παντελόνια, μέχρι που ήρθαν οι καμπάνες, ήταν εφαρμοστά, το σακάκι χωρίς γιακά —που έγινε δημοφιλές από τους Beatles το 1963— είχε φέρει ήδη τον πρώτο σεισμό. Τα μποτίνια —σήμα κατατεθέν— ήταν μυτερά μπροστά, μαύρα, με κωνικό τακούνι πέντε πόντους. Χαρακτηριστικές ήταν οι γεωμετρικές φόρμες, οι χρωματικές αντιθέσεις. Και μετά το '65, τα λουλουδάτα πουκάμισα με τα οργιαστικά χρώματα και τους μεγάλους γιακάδες ήταν ήδη επανάσταση — πριν, τα πουκάμισα ήταν συνήθως λευκά ή γαλάζια. Οι μεγάλοι, οι κουστουμάτοι συντηρητικοί ξεχώριζαν τότε σαν τη μύγα μέσα στο γάλα.

Η ιδιοποίηση της στρατιωτικής στολής υπήρξε ίσως το πιο εύστοχο στιλιστικό μανιφέστο της εποχής. «Σκέφτονταν κάπως έτσι: σε τι είμαστε αντίθετοι; Στην εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, στην παραδοσιακή αποικιοκρατία με τη στολή της, με τους τίτλους της, με ολόκληρο το θεαματικό της παραπέτασμα. Πώς θα την εξουδετερώσουμε, συμβολικά έστω; Θα φοράμε τις πλουμιστές στολές που φορούσαν οι στρατιωτικοί, με τις χρυσές επωμίδες, τα κατακόκκινα χρώματα, τα χρυσοκεντημένα κολάρα, ώστε να εκμηδενίζουμε το βαρύ συμβολικό τους φορτίο και να κρατάμε μόνο το πολύχρωμο της υπόθεσης. Ήταν ταυτόχρονα και πολύ πρακτικά γιατί ήταν τσόχινα και μέσα στο ψοφόκρυο του Λονδίνου δεν καταλάβαινες τίποτα. Οι συντηρητικοί τα έβλεπαν και ήταν σε φάση "Oh my God" — ενώ εσύ ήσουν μέσα στην τρελή χαρά, με τις μαλλούρες σου να ανεμίζουν και τα χρυσά κουμπιά να λάμπουν». Ο Mick Jagger το επισφράγισε το 1966 φορώντας το κόκκινο σακάκι των Γρεναδιέρων στο θρυλικό τηλεοπτικό show «Ready Steady Go!». Στο εξώφυλλο του Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band του 1967 —από τα πιο εμβληματικά στην ιστορία της μουσικής— οι τέσσερις Beatles εμφανίζονται ντυμένοι με φανταχτερές ψευδοστρατιωτικές στολές σε έντονα χρώματα (φούξια, γαλάζιο, πορτοκαλί, κίτρινο) με χρυσές επωμίδες, κουμπιά και κεντήματα. Η στρατιωτική αισθητική απογυμνωμένη από τη βαρύτητά της είχε μετατραπεί σε θέαμα και χρώμα. Αυτό το στρατιωτικής έμπνευσης στιλ πέρασε μαζικά στον δρόμο και ό,τι είχε αρχίσει ως πρόκληση το υιοθέτησαν στη συνέχεια οι μόδιστροι υψηλής ραπτικής και το έκαναν κυρίαρχο ρεύμα, γνωστό ως «Military Chic».

Αν η ανδρική μόδα ήταν μανιφέστο, η γυναικεία ήταν επανάσταση με υποδεκάμετρο: εκείνα τα λίγα εκατοστά υφάσματος πάνω από το γόνατο. Η μίνι φούστα δεν ήταν απλώς ένα ένδυμα, ήταν δήλωση χειραφέτησης και αυτοδιάθεσης. Η Mary Quant, που είχε ανοίξει τη μπουτίκ της Bazaar στην Kings Road ήδη από το 1955, λάνσαρε το μίνι —ένα από τα μεγαλύτερα σύμβολα της εποχής— και ονόμασε το δημιούργημά της από το αυτοκίνητο που λάτρευε, το Mini. Δίπλα της, η Twiggy και η Jean Shrimpton άλλαξαν ριζικά το πρότυπο θηλυκότητας: αγορίστικες σιλουέτες, λεπτές, με κοντά μαλλιά και τεράστια μάτια με βαρύ eyeliner, απείχαν παρασάγγας από την καμπυλωτή, σαγηνευτική αισθησιακότητα της δεκαετίας του '50. Η γυναίκα όριζε η ίδια τον τρόπο εμφάνισής της στον κόσμο, χωρίς να ρωτάει κανέναν.

Η νέα αυτή αισθητική γεννήθηκε στους δρόμους. Επίκεντρο ήταν η Kings Road, με τις πρωτοποριακές μπουτίκ που υπηρετούσαν τα καινούργια γούστα και αντανακλούσαν τις ψυχεδελικές αναζητήσεις, τη σεξουαλική επανάσταση, την ανατολική φιλοσοφία που τότε διαπερνούσε τα πάντα. «Η μπουτίκ Granny Takes a Trip άλλαζε ριζικά την πρόσοψή της ανά τακτά χρονικά διαστήματα, πράγμα που καθιστούσε το μαγαζί αγνώριστο και ήταν ένα πρωτοποριακό happening από μόνο του». Σύχναζαν εκεί ο Jimi Hendrix, ο George Harrison, οι Kinks, ο Donovan. Η Carnaby Street, επίσης μυθική, ήταν το επίκεντρο μιας παγκόσμιας αισθητικής επανάστασης. Τα μαγαζιά της Carnaby, όπως το I Was Lord Kitchener’s Valet ή το Lord John, ενέταξαν στο στiλιστικό οπλοστάσιο της νεολαίας τα blue jeans και το μαύρο δερμάτινο μπουφάν.

Δημιουργήθηκε για πρώτη φορά μια ανεξάρτητη, νεανική αισθητική που δεν είχε καμία σχέση με το παλιό σύστημα.

Πώς ξέσπασε αυτή η έκρηξη χρώματος και στιλ; Η Αγγλία είχε βγει από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο κυριολεκτικά εξαντλημένη — μια εποχή σκληρής λιτότητας, με δελτία τροφίμων και μια δεκαετία επίπονης ανάκαμψης. Δεν είναι τυχαίο ότι κάτι άρχιζε να αλλάζει προς τα τέλη του '50, με την εμφάνιση των Mods — της προοδευτικής νεολαίας που επρόκειτο να πρωταγωνιστήσει στην επόμενη δεκαετία. Το baby boom του '46-47 έφερε στα 60s μια πρωτόγνωρη πληθυσμιακή έκρηξη ατόμων κάτω των είκοσι ετών. Αυτή η νεολαία αναζήτησε τη δική της ταυτότητα και αμφισβήτησε κάθε κατεστημένη λογική που επεδίωκε να ανακόψει τον πειραματισμό, τον ριζοσπαστισμό και την άνευ ορίων αναζήτηση, σε μια κοινωνία βαθύτατα συντηρητική που διατηρούσε ισχυρή μια μεγάλη τάξη αριστοκρατών και μια κοινωνική δομή που, παρά το κοινοβουλευτικό καθεστώς, είχε μείνει πολύ πίσω στο εσωτερικό της.

Πολύ σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις έπαιξε και η κατάργηση της υποχρεωτικής θητείας το 1960. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα όλοι εκείνοι που θα ήταν φαντάροι να είναι «μες στην καλή χαρά», χωρίς υποχρεώσεις, με χαρτζιλίκι ξαφνικά, γιατί έστω και με λίγα σελίνια ήταν ανεξάρτητοι. Πολλοί άφησαν το σχολείο και «πιάσανε δουλειές» — η ζήτηση εργατικού δυναμικού μεταπολεμικά ήταν μεγάλη και τα μεροκάματα καλά. Νοίκιαζαν μικρά διαμερίσματα μακριά από την οικογενειακή εστία, αποκηρύσσοντας το μοντέλο της άχρωμης καθημερινότητας που συνοψιζόταν σε ωράριο 9-5, ασπρόμαυρη τηλεόραση και ύπνο. Κι έτσι αυτή η οικονομική ανεξαρτησία έγινε έκφραση ενός κοινωνικού συνόλου που απέρριπτε τις παλιές φόρμες και άνοιγε νέους δρόμους. «Και για πρώτη φορά αυτό που ενδιέφερε τη νεολαία δεν ήταν περιουσίες, σπίτια ή έπιπλα, αλλά elements of style: μουσική και μόδα, που υπηρετούσαν μια προσωπική, ατομική έκφραση ελευθερίας. Γιατί η κουλτούρα, ως γνωστόν, ακμάζει όταν γεύεται την ελευθερία».

Αν το στιλ και η εμφάνιση ήταν η οπτική γλώσσα της εποχής, η μουσική ήταν η δόνησή της. Οι Beatles είχαν ήδη ανοίξει τον δρόμο από το 1963, αλλά εκείνη η δεκαετία γέννησε ολόκληρο σύμπαν: τους Rolling Stones, τους Kinks, τους Who, τους Pink Floyd. Ο Jimi Hendrix έφτασε από την Αμερική το 1966 και βρήκε στο Λονδίνο το φυσικό του περιβάλλον. Ο Donovan, ο David Bowie, ο Marc Bolan έκαναν τα πρώτα τους βήματα. Η μουσική ήταν κάτι παραπάνω από διασκέδαση: ήταν διακήρυξη. Άκουγες ένα τραγούδι των Stones και ήξερες πού ανήκες.

Ο Τύπος της αντικουλτούρας έπαιξε εξίσου σημαντικό ρόλο. «Το IT (International Times), το OZ, ήταν η φωνή αυτού του κόσμου και ήταν τόσο μαχητική που προκλήθηκαν διώξεις και κατασχέσεις: ένα τεύχος του IT βγήκε τυπωμένο σε ταπετσαρόχαρτο γιατί τους είχαν κατασχέσει το συνηθισμένο χαρτί. Αλλά και το ραδιόφωνο δεν παρέμεινε αμέτοχο: εφόσον η pop και το rock ακούγονταν μόλις μία φορά την εβδομάδα στην τηλεόραση, η απάντηση ήρθε με πειρατικούς σταθμούς που εξέπεμπαν ολόκληρα εικοσιτετράωρα από πλοία αγκυροβολημένα έξω από τα χωρικά ύδατα — με κορυφαίο το θρυλικό Radio Caroline». Η μουσική, ο Τύπος και η μόδα δημιούργησαν μια νέα τολμηρή ταυτότητα που ταρακούνησε τον κόσμο. Για δέκα χρόνια το Λονδίνο κράτησε τα σκήπτρα σε παγκόσμιο επίπεδο. Η άχρωμη, μουντή, στερημένη πόλη μεταμορφώθηκε στο πιο γυαλιστερό, στο πιο φαντασμαγορικό επίκεντρο του κόσμου — ακόμα κι η Αμερική ήταν τότε πολύ πίσω αισθητικά.

Τον Απρίλιο του 1966 το περιοδικό Time αφιέρωσε το εξώφυλλό του στην εκρηκτική πόλη με τίτλο: «London: The Swinging City», επισφραγίζοντας πως ήταν το επίκεντρο του κόσμου. Οι Εγγλέζοι, με το εμπορικό τους δαιμόνιο, κατάφεραν να το κάνουν όλο αυτό εξαγώγιμο προϊόν στιλ και ύφους, με ονομασία προέλευσης «Swinging London».

Κι όμως, αυτό που έμεινε δεν ήταν τα ρούχα, ούτε οι μπουτίκ, ούτε τα εξώφυλλα περιοδικών. Ήταν κάτι άλλο. Γιατί, όμως, ήταν τόσο σημαντικό το στιλ εκείνη την περίοδο, ρωτάω τον αφηγητή μου. «Γιατί το στιλ είναι στάση ζωής, έχει βαθιές ρίζες μέσα στη φιλοσοφία, η οποία λέει ότι ερχόμαστε σε αυτή τη ζωή γυμνοί και γυμνοί αποχωρούμε, δεν παίρνουμε τίποτε μαζί μας. Το μόνο στοιχείο που μπορεί κανείς να καλλιεργήσει και να κρατήσει για τον εαυτό του είναι το στιλ — και η συμπεριφορά που το συνοδεύει. Γιατί το στιλ είναι έκφραση συμπεριφοράς — μη νομίζεις». Η εμφάνιση λειτουργούσε ως μέσο μετάδοσης κοινωνικών και πολιτικών μηνυμάτων. Κι αν υπήρχε κάτι πίσω από το κουλ στιλ της γενιάς εκείνης ήταν η δίψα για την ελευθερία.

Aλέξης Tαμπουράς - σύντομο βιογραφικό

Ο Αλέξης Ταμπουράς είναι εικαστικός και μέλος της underground αθηναϊκής καλλιτεχνικής κοινότητας. Γεννήθηκε το 1951 στην Aθήνα. Oλοκλήρωσε τις σπουδές του στο Millfield School στην Aγγλία και συνέχισε στο Πανεπιστήμιο της Nέας Yόρκης. Aπό το 1969 μέχρι σήμερα έχει εκθέσει ζωγραφική στην Aγγλία, στη Nέα Yόρκη και στην Aθήνα και σε ομαδικές εκθέσεις εντός και εκτός Eλλάδας. Έχει καταπιαστεί με τη χαρακτική, τη γλυπτική, τα multimedia και το design. Aσχολήθηκε με τη γραφιστική και διακρίθηκε στο σχεδιασμό διαφημιστικών εντύπων και αφισών. Aρχισυντάκτης και εικονογράφος στο αγγλόφωνο «Rough Beast». Έχει εικονογραφήσει και παρουσιάσει κόμικς σε εναλλακτικά ελληνικά περιοδικά. Σχεδίασε εξώφυλλα βιβλίων και διαφημιστικά ημερολόγια. Eξέδωσε δύο λευκώματα («Aποκάλυψη», 1971, «H εκδίκηση της σούστας», 1981). Tο 1989 δημιούργησε το χώρο τέχνης «The Gallery», στον οποίο ανέδειξε με επιτυχία πρωτοεμφανιζόμενους ξένους και Έλληνες καλλιτέχνες. Aπό το 2000 επανήλθε στη ζωγραφική. Το 2004 φιλοτέχνησε το εξώφυλλο της Athens Voice.