TV & Media

Καλτ TV αλά ελληνικά: Ένα ζάπινγκ στην πιο απρόβλεπτη πλευρά της τηλεόρασης

Μια μικρή ιστορική αναδρομή στην καλτ πλευρά της ελληνικής τηλεόρασης που έγινε συλλογική απόλαυση
Χάρης Μαρκάκης
16’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Καλτ TV: Από το «Ερωτοδικείο» και τα «Παρατράγουδα» μέχρι τα μεσημεριανά παράθυρα, τα viral αποσπάσματα και τις ατάκες που έγιναν ποπ κουλτούρα

Υπήρξε μια εποχή που το ζάπινγκ δεν ήταν απλώς συνήθεια. Ήταν περιπέτεια. Έπιανες το τηλεκοντρόλ, άλλαζες κανάλι και δεν ήξερες αν θα πέσεις πάνω σε δελτίο ειδήσεων, συνοικέσιο, τηλεοπτικό δικαστήριο, οικογενειακό δράμα, καβγά, τραγούδι, δημόσια εξομολόγηση ή πλατό που έμοιαζε να έχει στηθεί πέντε λεπτά πριν βγει στον αέρα.

Αυτή ήταν η ελληνική trash TV. Ή, για να το πούμε λίγο πιο δίκαια, η καλτ τηλεόραση του απρόβλεπτου. Μια τηλεόραση χαμηλού κόστους, αλλά μεγάλης έντασης και όχι σπάνια, μεγάλης τηλεθέασης. Με χρωματιστά φώτα, σκηνικά που δοκιμάζονταν σε πραγματικό χρόνο, παρουσιαστές που έκαναν τον τροχονόμο της έντασης και πρόσωπα που έμπαιναν στο πλατό ως καλεσμένοι και έβγαιναν ως τηλεοπτικοί πρωταγωνιστές.

Το λέμε «trash», γιατί έτσι έμεινε. Όμως το φαινόμενο δεν ήταν ποτέ μόνο «σκουπίδι». Ήταν λαϊκό θέαμα, αυτοσχεδιασμός, κοινωνική περιέργεια, αμηχανία, γέλιο, υπερβολή και, κάποιες φορές, μια άβολη υπενθύμιση ότι η τηλεόραση μπορεί να γίνει καθρέφτης, απλώς δεν διαλέγει πάντα τον καλό της φωτισμό.

Πριν από το ελληνικό ζάπινγκ

Πριν φτάσουμε στο New Channel, στο Κανάλι 5, στο «Ερωτοδικείο» και στα «Παρατράγουδα», πρέπει να περάσουμε για λίγο από την Αμερική. Εκεί, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και κυρίως μέσα στα 90s, τα talk shows άλλαξαν την τηλεοπτική γλώσσα. Προσωπικές εξομολογήσεις, οικογενειακές συγκρούσεις, ερωτικά δράματα, κοινό που αντιδρούσε ζωντανά και παρουσιαστές που έστηναν μια μορφή δημόσιας ψυχοθεραπείας με διαφημιστικά διαλείμματα έγιναν βασικό υλικό της πρωινής και μεσημεριανής τηλεόρασης. Η σχετική τηλεοπτική κουλτούρα γνώρισε μεγάλη άνθηση στα 90s, με ονόματα όπως Όπρα Γουίνφρεϊ, Τζεράλντο Ριβέρα, Σάλι Τζέσι Ράφαελ, Μόρι Πόβιτς και Τζέρι Σπρίνγκερ.

Ο Τζέρι Σπρίνγκερ έγινε το παγκόσμιο σύμβολο αυτής της τηλεόρασης. Το «The Jerry Springer Show» ξεκίνησε το 1991 ως πιο παραδοσιακό talk show, αλλά στη συνέχεια συνδέθηκε με την πιο θορυβώδη, συγκρουσιακή εκδοχή του θεάματος. Προσωπικές ιστορίες, αποκαλύψεις, φωνές, κοινό που συμμετείχε και η αίσθηση ότι το πλατό μπορούσε ανά πάσα στιγμή να γίνει οικογενειακό συμβούλιο με ανοιχτές κάμερες.

Την ίδια περίοδο, το reality άρχισε να βρίσκει τη δική του φόρμα. Το «The Real World» του MTV έκανε πρεμιέρα το 1992 και έβαλε αγνώστους να ζουν μαζί μπροστά στις κάμερες, προαναγγέλλοντας μια εποχή όπου η καθημερινότητα μπορούσε να γίνει πρόγραμμα.

Κάπως έτσι γεννήθηκε η μεγάλη τηλεοπτική συνταγή. Άνθρωποι μπροστά στην κάμερα, προσωπικές ιστορίες, ένταση, δημόσια έκθεση και η μόνιμη ερώτηση του τηλεθεατή: «Τι θα γίνει τώρα;». Η απάντηση, συνήθως, ερχόταν μετά τις διαφημίσεις.

Η Ελλάδα ανακαλύπτει την ιδιωτική τηλεόραση

Στην Ελλάδα, το σκηνικό αλλάζει ριζικά στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Με τον Ν. 1866/1989 ιδρύθηκε το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και τέθηκε το πλαίσιο για την παροχή αδειών ίδρυσης και λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών. Στις 20 Νοεμβρίου 1989, το Mega έκανε την πρώτη του εμφάνιση στους τηλεοπτικούς δέκτες, εγκαινιάζοντας ουσιαστικά την εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης στην Ελλάδα.

Ξαφνικά, η τηλεόραση δεν ήταν πια μόνο κρατική υπόθεση. Τα κανάλια πλήθυναν, οι ώρες προγράμματος έπρεπε να γεμίσουν, οι ιδέες ζητούνταν επειγόντως, τα νέα πρόσωπα ήταν απαραίτητα και η τηλεθέαση έγινε ο μεγάλος στόχος. Κάποιοι μάζευαν δραχμές. Κάποιοι άλλοι μονάδες τηλεθέασης.

Τα μεγάλα κανάλια είχαν σειρές, τηλεπαιχνίδια, ενημέρωση, λαμπερά πλατό και πιο οργανωμένες παραγωγές. Τα μικρά κανάλια είχαν κάτι διαφορετικό. Νύχτα, τόλμη, πειραματισμό και την αίσθηση ότι κανείς δεν ήταν απολύτως σίγουρος πού τελειώνει η εκπομπή και πού αρχίζει κάτι που κανείς δεν είχε προβλέψει.

Παύση για διαφημίσεις: Τι εννοούμε όταν λέμε «trash TV»;

Trash TV δεν σημαίνει ακριβώς «κακή τηλεόραση». Στην ελληνική περίπτωση σημαίνει κυρίως τηλεόραση που βγήκε έξω από τον καθωσπρεπισμό της εποχής της. Ήταν τηλεόραση με πρόχειρα πλατό, δυνατές ατάκες, αυτοσχεδιασμό, προσωπικές ιστορίες, έντονα πρόσωπα και μια αίσθηση ότι το πρόγραμμα μπορούσε να ξεφύγει ανά πάσα στιγμή.

Το σημαντικό είναι να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα. Μπορούμε να γελάμε με την τηλεοπτική φόρμα, με τα σκηνικά, με την υπερβολή, με την αμηχανία της εποχής. Χρειάζεται όμως σεβασμός απέναντι στους ανθρώπους που βρέθηκαν μπροστά στην κάμερα. Πολλοί από όσους πέρασαν από εκείνα τα πλατό ήταν πρόσωπα που η συμβατική τηλεόραση δεν θα χωρούσε εύκολα. Η trash TV τούς έδωσε χώρο. Όχι πάντα με τον καλύτερο τρόπο. Όχι πάντα με προστασία. Αλλά τους έβαλε στο κάδρο. Και αυτό είναι που κάνει το φαινόμενο ενδιαφέρον μέχρι σήμερα.

Αν υπήρχε ένα μικρό λεξικό της ελληνικής trash TV, θα ξεκινούσε σίγουρα από το πλατό. Τον χώρο όπου μια ήρεμη συζήτηση μπορούσε μέσα σε λίγα λεπτά να γίνει κοινωνικό πείραμα. Θα συνέχιζε με το πάνελ, δηλαδή τους ανθρώπους που είχαν πάντα κάτι να πουν, ακόμη κι όταν δεν είχε τελειώσει η προηγούμενη πρόταση. Θα είχε φυσικά τη μεταμεσονύχτια ζώνη, την ώρα που η τηλεόραση χαλάρωνε τη γραβάτα της, και την ατάκα, εκείνη τη φράση που ειπώθηκε μία φορά και έζησε για χρόνια σε παρέες, βιντεοκασέτες, YouTube και memes. Θα είχε και το τηλεοπτικό δικαστήριο, που δεν ήταν απαραίτητα δικαστήριο, αλλά ήταν σίγουρα τηλεοπτικό. Θα είχε το συνοικέσιο, γιατί πριν από τα dating apps υπήρχε η κάμερα. Και βέβαια θα είχε το κοινό, τον τρίτο παρουσιαστή της εκπομπής, μερικές φορές και τον πιο εκφραστικό.

New Channel, Κανάλι 5 και η νύχτα που έγινε πλατό

Αν η ελληνική trash TV είχε χάρτη, το New Channel και το Κανάλι 5 θα ήταν σημειωμένα με φωσφοριζέ μαρκαδόρο. Τα δύο κανάλια έχουν συνδεθεί έντονα με την ελληνική trash TV μέσα από εκπομπές όπως «Τα Παιδιά της Νύχτας» και αργότερα το «Ερωτοδικείο». Εκεί γεννήθηκε μια τηλεόραση που δεν ζητούσε άδεια από την καλή αισθητική. Τα σκηνικά ήταν απλά, τα φώτα σκληρά, τα μικρόφωνα καμιά φορά έμοιαζαν να έχουν δική τους προσωπικότητα, αλλά η ενέργεια περίσσευε. Δεν έβλεπες μόνο μια εκπομπή. Έβλεπες την πιθανότητα να συμβεί κάτι που δεν είχε γραφτεί σε καμία σκαλέτα.

Οι ροζ γραμμές και τα 090 στην οθόνη

Στα 90s, η τηλεόραση μετά τα μεσάνυχτα είχε και τις περίφημες ροζ γραμμές, τα λεγόμενα «ροζ τηλέφωνα», που διαφημίζονταν συχνά μέσα από μικρά κανάλια και έγιναν κομμάτι εκείνης της τηλεοπτικής εποχής. Πριν από το ίντερνετ, πριν τα chatrooms γίνουν καθημερινή συνήθεια και πριν το ερωτικό περιεχόμενο γίνει εύκολα προσβάσιμο, το τηλέφωνο έπαιζε τον δικό του ρόλο.

Στην οθόνη περνούσαν αριθμοί, υποσχέσεις για γνωριμίες, ηχογραφημένα μηνύματα, γραμμές συνομιλίας και χρεώσεις που συχνά φούσκωναν το τελικό ποσό, σε μια εποχή που οι λογαριασμοί έρχονταν ακόμη σε δραχμές. Για άλλους ήταν περιέργεια, για άλλους χαβαλές, για άλλους μια μορφή μοναχικής επικοινωνίας. Για τα κανάλια, όμως, ήταν ακόμη ένας τρόπος να κρατούν τον τηλεθεατή ξύπνιο και να τον κάνουν να σηκώσει το ακουστικό.

Αργότερα, οι γραμμές υψηλής χρέωσης συνδέθηκαν ακόμη περισσότερο με τα 090, τους διαγωνισμούς, τα τηλεπαιχνίδια, τα ζώδια, τα ταρώ, τις γνωριμίες και κάθε είδους τηλεφωνική συμμετοχή. Κάπως έτσι, το τηλέφωνο έγινε προέκταση της οθόνης. Ο τηλεθεατής δεν έβλεπε απλώς. Καλούσε, περίμενε, χρεωνόταν, συμμετείχε ή νόμιζε ότι συμμετείχε.

Τα Παιδιά της Νύχτας: Τσιγάρο, καπνός και τηλεφωνήματα μετά τα μεσάνυχτα

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, στο Κανάλι 5, ο Κώστας Μυλωνάς και η Ελεάνα Παγουρά παρουσιάζουν «Τα Παιδιά της Νύχτας», μια μεταμεσονύχτια ψυχαγωγική εκπομπή με ατμόσφαιρα νυχτερινού καφενείου, τηλεφωνικής γραμμής και εξομολόγησης. Ήταν από εκείνες τις εκπομπές που έμοιαζαν να ξεκινούν όταν η τηλεόραση είχε ήδη πάει για ύπνο. Χαμηλόφωνη αρχή, απρόβλεπτη συνέχεια. Ένας χώρος όπου οι άνθρωποι μιλούσαν πιο ελεύθερα, άνοιγαν κουβέντες, θυμούνταν, πετούσαν ατάκες και γίνονταν για λίγο πιο αληθινοί μπροστά στην κάμερα.

Βίκυ Μιχαλονάκου: Η αγάπη στο εδώλιο

Η Βίκυ Μιχαλονάκου ήταν η τηλεοπτική «δικαστής» που μετέτρεψε τις ερωτικές διαφορές σε τηλεοπτικό θέαμα και δημιούργησε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα καλτ σύμπαντα της ελληνικής τηλεόρασης.

Πριν καθίσει στο τηλεοπτικό έδρανο του «Ερωτοδικείου», η Βίκυ Μιχαλονάκου είχε ήδη μια μακρά διαδρομή στη δημοσιογραφία, στον Τύπο, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Είχε εργαστεί σε εφημερίδες και περιοδικά, είχε περάσει από την κρατική τηλεόραση, είχε αναλάβει θέσεις στην ενημέρωση και είχε διακριθεί για τη δουλειά της στη δημοσιογραφία, αλλά και στη λογοτεχνία, την ποίηση και το θέατρο. Αυτό έχει τη σημασία του, γιατί το «Ερωτοδικείο» δεν το παρουσίασε ένα τυχαίο τηλεοπτικό πρόσωπο, αλλά μια δημοσιογράφος που μπήκε συνειδητά σε έναν ρόλο απολύτως διαφορετικό από όσα είχε κάνει μέχρι τότε.

Η εκπομπή άνοιγε με τη χαρακτηριστική φράση: «Άρχεται η συνεδρίαση του Διαρκούς Ερωτοδικείου Αθηνών. Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας». Από εκεί και πέρα ξεκινούσε ένα από τα πιο ιδιαίτερα τηλεοπτικά τελετουργικά της δεκαετίας. Αν κάποιος ήθελε να εξηγήσει την ελληνική trash TV σε έναν άνθρωπο που δεν την έζησε, θα μπορούσε να του πει: φαντάσου ένα ερωτικό δικαστήριο στην τηλεόραση, με έδρανο, κατηγορίες, ενστάσεις, πάθη, καλεσμένους, ατάκες και μια παρουσιάστρια που προσπαθεί να κρατήσει την τάξη, ενώ η τάξη έχει ήδη σηκωθεί να φύγει.

Το «Ερωτοδικείο», που προβλήθηκε στο New Channel στα τέλη της δεκαετίας του ’90, είχε παρουσιάστρια τη Βίκυ Μιχαλονάκου, η οποία εμφανιζόταν στο έδρανο ως πρόεδρος ενός ιδιότυπου τηλεοπτικού δικαστηρίου. Από το πλατό πέρασαν, μεταξύ άλλων, η Ελένη Λουκά, ο Ανδρέας Ευαγγελόπουλος - Εθνικός Σταρ, η Εύα Κουμαριανού και ο Γιώργος Σταυρόπουλος - Μίστερ Εθνικά Μπούτια, πρόσωπα που συνδέθηκαν με το καλτ τηλεοπτικό σύμπαν της εποχής.

Η ιδέα ήταν απλή και απολύτως τηλεοπτική. Οι ερωτικές διαφορές έμπαιναν σε φόρμα δικαστηρίου. Η ζήλια, η παρεξήγηση, η σχέση, το παράπονο, η απόρριψη και όλες οι μικρές ή μεγάλες υποθέσεις της καρδιάς αποκτούσαν στο τέλος τη δική τους ετυμηγορία. Μόνο που εδώ δεν είχε σημασία η νομική ακρίβεια. Σημασία είχε η στιγμή. Η ατάκα. Το βλέμμα στην κάμερα. Η αίσθηση ότι όλοι παίζουν ρόλους, αλλά κανείς δεν ξέρει ακριβώς ποιος έχει γράψει το έργο.

Το «Ερωτοδικείο» όμως δεν έμεινε μόνο ως ελληνικό τηλεοπτικό φαινόμενο. Το 1998 τράβηξε ακόμη και το βλέμμα του γαλλογερμανικού καναλιού ARTE, που του αφιέρωσε ρεπορτάζ και πήρε συνέντευξη από τη Βίκυ Μιχαλονάκου. Το παρουσίασε ως μια παράξενη ελληνική εκδοχή τηλεοπτικής δικαιοσύνης, όπου οι ερωτικές υποθέσεις «δικάζονταν» ζωντανά μπροστά στις κάμερες. Το ρεπορτάζ σημείωνε επίσης πως η εκπομπή έσπαγε τα ταμπού της ελληνικής κοινωνίας. Και όταν το αφιερωματικό βίντεο τελείωσε και η εικόνα επέστρεψε στο στούντιο, η ξένη παρουσιάστρια έκλεισε το θέμα με ένα σχεδόν αφοπλισμένο «ουδέν σχόλιο».

Το «Ερωτοδικείο» δεν έμεινε επειδή ήταν άρτιο τηλεοπτικά. Έμεινε επειδή είχε δικό του κόσμο. Είχε κανόνες, πρόσωπα, γλώσσα. Ήταν σαν μικρή χώρα μέσα στην τηλεόραση, όπου το σύνταγμα είχε ένα μόνο άρθρο. Όταν ανάβει η κάμερα, όλα μπορούν να συμβούν.

Αυτόφωρο: Το τηλεοπτικό δικαστήριο της νύχτας

Στο ίδιο τηλεοπτικό κλίμα ανήκε και το «Αυτόφωρο», επίσης στο New Channel, με παρουσιαστές τον Πέτρο Λεωτσάκο και την Πέπη Τσεσμελή. Αν το «Ερωτοδικείο» έβαζε την αγάπη στο εδώλιο, το «Αυτόφωρο» συνέχισε τη λογική του τηλεοπτικού δικαστηρίου, με κοινωνικά θέματα, ένταση, αυτοσχεδιασμό και την αίσθηση ότι η συζήτηση μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πάρει άλλη κατεύθυνση.

Θεωρητικά, μια κουβέντα μπορούσε να ξεκινήσει από ένα σοβαρό θέμα. Πρακτικά, είχε την ενέργεια μιας τηλεοπτικής παρέας που άρχιζε με το «να το δούμε ψύχραιμα» και σε λίγα λεπτά είχε αποκτήσει παρεμβάσεις, ατάκες, φωνές και κάποιον που ζητούσε να μιλήσει κι αυτός. Η Πέπη Τσεσμελή έμεινε στη μνήμη με το «άλλο πρέπει κι άλλο Πέπη», μια φράση που δεν χρειάζεται πολλή ανάλυση. Είναι από αυτές που ειπώθηκαν μία φορά και μετά άρχισαν να ζουν μόνες τους.

Ανδρέας Μικρούτσικος: Ο καναπές του σπιτιού μεταφέρθηκε στο πλατό

Κάποια στιγμή, αυτή η τηλεοπτική λογική δεν χωρούσε πια μόνο στα μικρά κανάλια. Πέρασε και στην εμπορική τηλεόραση, με μεγαλύτερα πλατό, πιο οργανωμένες παραγωγές και πιο καθαρή δραματουργία. Ο Ανδρέας Μικρούτσικος υπήρξε από τα βασικά πρόσωπα αυτής της μετάβασης. Με εκπομπές όπως το «Επιτέλους μαζί» στον Ant1, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, η τηλεόραση άρχισε να δίνει χώρο σε ανθρώπους που έβγαιναν μπροστά στην κάμερα για να μιλήσουν για προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά ζητήματα.

Εδώ το σκηνικό ήταν πιο μεγάλο, πιο φωτισμένο, πιο τηλεοπτικά φροντισμένο. Όμως η βασική ιδέα θύμιζε πολύ το πνεύμα της εποχής. Η προσωπική ιστορία γινόταν δημόσιο γεγονός. Ο καναπές του σπιτιού μεταφερόταν στο πλατό. Μόνο που τώρα είχε υποβλητική μουσική, κοντινά πλάνα και έναν παρουσιαστή που προσπαθούσε να κρατήσει μαζί την κουβέντα, τη συγκίνηση και την ένταση.

Η πιο σκληρή πλευρά αυτής της τηλεόρασης φάνηκε αργότερα στο «Από καρδιάς» στον Alpha. Το 2006, το ΕΣΡ αποφάσισε την οριστική διακοπή της εκπομπής, έπειτα από σειρά προστίμων και σύσταση μεταφοράς σε βραδινή ζώνη που δεν ακολουθήθηκε. Εκεί φάνηκε καθαρά ότι το είδος είχε και όρια. Και ότι όταν η προσωπική ιστορία γίνεται τηλεοπτική αρένα, το γέλιο σταματάει εύκολα.

Σία Λιαροπούλου: Όταν οι προσωπικές ιστορίες έγιναν τηλεοπτικό θέαμα

Στα τέλη των 90s και στις αρχές των 00s, η Σία Λιαροπούλου έδωσε τη δική της εκδοχή στην τηλεόραση των προσωπικών ιστοριών. Με εκπομπές όπως η «Μια νέα αρχή», «Τα μυστικά της αγάπης», «Το Ζευγάρι της Χρονιάς» και αργότερα η «Τελική Απόφαση», το dating, οι οικογενειακές σχέσεις, οι συγκρούσεις και οι μικρές ή μεγάλες αλήθειες των ανθρώπων έγιναν τηλεοπτικό υλικό.

Η Λιαροπούλου είχε ένα ύφος που ταίριαζε πολύ σε αυτό το είδος. Κρατούσε έναν σοβαρό τόνο, άφηνε την κουβέντα να εξελιχθεί και ήξερε πότε να κάνει στην άκρη για να φουσκώσει η ένταση. Στο «Ζευγάρι της Χρονιάς», το φλερτ, η αμηχανία και η σύγκρουση έγιναν κομμάτι ενός τηλεοπτικού παιχνιδιού που σήμερα θυμίζει εποχή πριν από τα dating apps, τότε που το «να βρεις ταίρι» μπορούσε να γίνει υπόθεση πλατό.

Σε εκείνη τη φάση, το είδος είχε πια οργανωθεί. Δεν ήταν μόνο νυχτερινό ζάπινγκ και μικρά κανάλια. Είχε γίνει τηλεοπτική φόρμα. Με κύκλους, επαναλήψεις, σταθερά πρόσωπα, κοινό και στιγμές που αργότερα απέκτησαν δεύτερη ζωή στο YouTube. Αν στα 90s κάτι έμενε επειδή το θυμόντουσαν οι παρέες, στα 00s άρχισε να μένει επειδή κάποιος το ανέβαζε στο ίντερνετ.

Αννίτα Πάνια: Από το Χρυσό Κουφέτο στα Παρατράγουδα

Με το «Χρυσό Κουφέτο» στο Star, η Αννίτα Πάνια και η ελληνική τηλεόραση έφτιαξαν μια δική τους εκδοχή τηλεοπτικού συνοικεσίου. Η εκπομπή ξεκίνησε στα μέσα των 90s, με την Πάνια στον ρόλο της παρουσιάστριας-προξενήτρας. Το κόνσεπτ φαινομενικά απλό. Άνθρωποι έβγαιναν στην τηλεόραση για να βρουν ταίρι. Στην πράξη, το συνοικέσιο έγινε θέαμα. Υπήρχαν αμηχανίες, προσδοκίες, φλερτ, τηλεφωνήματα, βλέμματα στην κάμερα και η αίσθηση ότι η ελληνική τηλεόραση είχε ανακαλύψει το dating app πριν από τα dating apps, αλλά με περισσότερα καλώδια και λιγότερους όρους χρήσης. Το φαινόμενο μάλιστα τράβηξε και το ενδιαφέρον του CNN, που ήρθε στην Ελλάδα για να κάνει ρεπορτάζ γύρω από το «Χρυσό Κουφέτο», να μάθει πώς προέκυψε η ιδέα και να πάρει συνέντευξη από την Πάνια.

Στα 00s, στο Alter, η αισθητική αυτή βρήκε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες εκδοχές της μέσα από τις εκπομπές της Αννίτας Πάνια. Τα «Παρατράγουδα» είχαν ήδη δώσει τον τόνο, ενώ την ίδια σχεδόν περίοδο το βραδινό «Je t’aime» συνέχισε να χτίζει ένα ολόκληρο καλτ τηλεοπτικό σύμπαν, με πρόσωπα όπως ο Γιώργος Ταμπάκης, ο Νίκος Κατέλης, γνωστός ως Κάτμαν, η Τσίλα, η Μαλάμω, η Γυναίκα Μαραντόνα και πολλές ακόμη χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες. Αυτές οι εκπομπές είχαν κάτι που εξηγεί μεγάλο μέρος αυτής της τηλεόρασης. Έδιναν σε ανθρώπους χρόνο μπροστά στην κάμερα. Άλλοτε αυτό έβγαζε χιούμορ, άλλοτε συγκίνηση, άλλοτε αμηχανία. Αλλά δεν ήταν ποτέ αδιάφορο. Κανείς δεν άλλαζε κανάλι εύκολα όταν ένιωθε ότι σε τρία δευτερόλεπτα μπορεί να συμβεί κάτι που δεν προβλέπεται.

Η Καρλότα και η ποπ πλευρά του καλτ

Η trash τηλεόραση δεν είχε μόνο εκπομπές. Είχε και μουσικές περσόνες. Η Καρλότα, καλλιτεχνική περσόνα της Χριστίνας Μπαλτζή, συνδέθηκε με την καλτ ποπ πλευρά των 90s και με μια εποχή όπου η πρόκληση, το χιούμορ, η υπερβολή και η τηλεοπτική εικόνα πήγαιναν συχνά μαζί. Το «Έλα, έλα, έλα, πάρε με από πίσω», με την άμεση, σχεδόν συνθηματική του ενέργεια, έμεινε ως ένα από εκείνα τα τραγούδια που συμπύκνωναν αμέσως την αισθητική μιας εποχής. Αρκούσε να ακουστεί για να επιστρέψει μαζί του όλο το πολύχρωμο και ακομπλεξάριστο σύμπαν των 90s.

Η περίπτωσή της δείχνει πως το trash δεν ήταν μόνο τηλεοπτικό είδος. Ήταν ολόκληρη αισθητική. Έμπαινε στη μουσική, στα βιντεοκλίπ, στα βραδινά σόου, στα ρούχα, στα μαλλιά, στη σκηνική παρουσία. Ήταν μια ποπ κουλτούρα που δεν προσπαθούσε να φανεί κομψή ή καθωσπρέπει. Προτιμούσε να μπει στην οθόνη με υπερβολή, μουσική υπόκρουση και τη βεβαιότητα ότι, αν μη τι άλλο, δεν θα περνούσε απαρατήρητη.

Το συνειδητό trash

Υπήρχε όμως και μια άλλη πλευρά. Το trash ως συνειδητή αισθητική. Ο συγγραφέας Θάνος Αλεξανδρής και ο δημοσιογράφος Θανάσης Αναγνωστόπουλος συνδέθηκαν με το τηλεοπτικό «Trash TV» στα μέσα των 90s από το Κανάλι 5, ένα πολύχρωμο, σουρεαλιστικό πείραμα που αργότερα περιγράφτηκε ως κάτι πολύ πιο μπροστά από την εποχή του. Ήδη από τους τίτλους αρχής, η εκπομπή έδινε αμέσως το στίγμα της: «Το Κανάλι 5 παρουσιάζει την εκπομπή TRASH TV (πιο trash δεν γίνεται). Σπρώχνονται, δένονται και αφηνιάζουν ποιος θα πρωτοπαρουσιαστεί». 

Στην ίδια ιστορία εμφανίζεται και η Μαλβίνα Κάραλη, ως πνεύμα και επιρροή πίσω από μια πιο αναρχική, πιο συνειδητή σχέση με το κιτς, το καλτ και την τηλεοπτική υπερβολή.

Αυτό έχει σημασία, γιατί δείχνει ότι δεν ήταν όλα ίδια. Άλλο η τηλεόραση που εκμεταλλεύεται την αμηχανία ενός ανθρώπου και άλλο η τηλεόραση που παίζει με το κιτς, το λαϊκό, το υπερβολικό και το σουρεαλιστικό, μετατρέποντάς τα σε αισθητική πρόταση. Το πρώτο θέλει σκέψη. Το δεύτερο θέλει και λίγη ιστορία τέχνης. Ή, έστω, ένα τηλεκοντρόλ με καλές μπαταρίες.

Στην πιο μεταγενέστερη, αυτοαναφορική πλευρά του είδους ανήκει και ο Φίλιππος Καμπούρης, με το «Δεν ήξερες δεν ρώταγες» στο Extra 3 στα 00s. Εκεί το trash δεν εμφανίζεται πια ως ατύχημα, αλλά σχεδόν ως είδος που γνωρίζει πολύ καλά τον εαυτό του.

Το πλατό ως πρωταγωνιστής

Στην ελληνική trash TV, το πλατό δεν ήταν απλώς σκηνικό. Ήταν χαρακτήρας. Μπορούσε να είναι δικαστήριο, σαλόνι, πίστα, χώρος ακρόασης, γραφείο συνοικεσίων, οικογενειακό συμβούλιο, ψυχολογικό δωμάτιο, καφενείο ή κάτι ανάμεσα σε όλα αυτά.

Τα φώτα ήταν σκληρά. Τα χρώματα έντονα. Οι καρέκλες πολλές. Το κοινό αντιδρούσε σαν χορός αρχαίας τραγωδίας, με χειροκροτήματα και επιφωνήματα. Ο παρουσιαστής συντόνιζε. Το πάνελ παρενέβαινε. Ο καλεσμένος μιλούσε. Και κάπου στο βάθος, η τηλεόραση δοκίμαζε τα όριά της.

Αν η καλή τηλεόραση θέλει έλεγχο, η trash TV ήθελε την αίσθηση ότι ο έλεγχος μπορεί να χαθεί. Όχι απαραίτητα να χαθεί πραγματικά. Αλλά να μοιάζει ότι χάνεται. Αυτή ήταν η τηλεοπτική της μαγεία. Ο θεατής δεν έβλεπε μόνο τι συμβαίνει. Έβλεπε και την πιθανότητα να συμβεί κάτι παραπάνω.

Όταν το trash πέρασε στα μεσημεριανά

Κάποια στιγμή, το trash δεν χρειαζόταν να περιμένει τα μεσάνυχτα. Πέρασε στα μεσημεριανά, φόρεσε πιο φωτεινά πλατό, μπήκε σε τηλεοπτικά παράθυρα και απέκτησε πάνελ, ζωντανές συνδέσεις και παρουσιαστές σε ρόλο τροχονόμου. Η κόντρα δεν ήταν πια απρόοπτο της εκπομπής. Συχνά ήταν μέρος της σκαλέτας.

Σε αυτή την εποχή ανήκουν τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις που έμειναν στη συλλογική μνήμη. Η Τζένη Χειλουδάκη με την Τζούλια Μπάρκα στα παράθυρα των μεσημεριανών εκπομπών, η Ρούλα Βροχοπούλου με την Έφη Θώδη, αλλά και η κόντρα της Βέρας Λάμπρου με τη Στέλλα Μπεζαντάκου, στιγμές που συνεχίζουν να κυκλοφορούν ως αποσπάσματα και τηλεοπτικές αναμνήσεις. Έτσι, η μεσημεριανή τηλεόραση πήρε την ένταση της παλιάς μεταμεσονύχτιας trash TV και την έφερε στο φως της ημέρας. Με περισσότερα παράθυρα, περισσότερα πάνελ και περίπου την ίδια αίσθηση ότι κάποιος στο κοντρόλ σκεφτόταν: «Να το κόψουμε ή να το αφήσουμε λίγο ακόμα;».

Όταν το gossip έγινε ρεπορτάζ

Η trash αισθητική δεν έμεινε μόνο στα πλατό, στα συνοικέσια και στα τηλεοπτικά δικαστήρια. Βγήκε και στον δρόμο. Μπήκε στις αυλές της σόουμπιζ, περίμενε έξω από σπίτια, κυνήγησε δηλώσεις, σχολίασε σχέσεις, χωρισμούς, εγκυμοσύνες, εμφανίσεις, σιωπές, βλέμματα και, σε κάποιες περιπτώσεις, έφτασε ακόμη και μέχρι τους κάδους απορριμμάτων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής, στις αρχές των 00s, ήταν ένα ρεπορτάζ σε μεσημεριανή εκπομπή του Alter, όπου παρουσιάζονταν ευρήματα από τα σκουπίδια γνωστών προσώπων, ανάμεσά τους και της Ελένης Μενεγάκη. Το σχετικό απόσπασμα ξανακυκλοφόρησε χρόνια αργότερα στο TikTok, προκαλώντας αμηχανία για το τι μπορούσε κάποτε να θεωρείται τηλεοπτικό ρεπορτάζ. Τότε, όμως, ήταν μια εποχή όπου το gossip παρουσιαζόταν συχνά ως αποκαλυπτική δημοσιογραφία και η ιδιωτική ζωή των διασήμων γινόταν καθημερινό τηλεοπτικό θέμα.

Δεν ήταν πια το trash του ψεύτικου έδρανου. Ήταν κάτι πιο γυαλισμένο, πιο μεσημεριανό, πιο κοντά στη γλώσσα των μεγάλων καναλιών, αλλά με την ίδια αγωνία να κρατηθεί ο τηλεθεατής μπροστά στην οθόνη.

Όταν ο καιρός έγινε σόου

Στα τέλη των 00s, ακόμη και το δελτίο καιρού μπορούσε να γίνει τηλεοπτικό θέαμα. Στο Star, η Πετρούλα Κωστίδου παρουσίαζε την πρόγνωση με ατάκες, πόζες, μαγιό, εσώρουχα και αρκετή δόση υπερβολής. Όσο ανέβαινε η θερμοκρασία, τόσο πιο αποκαλυπτική γινόταν η εμφάνιση, και μαζί ανέβαιναν και τα νούμερα τηλεθέασης. Ο καιρός δεν ήταν πια μόνο μποφόρ, βροχές και καύσωνας. Ήταν ένα μικρό σόου, φτιαγμένο για να τραβήξει βλέμματα και να συζητηθεί.

Η εικόνα αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη. Το ΕΣΡ ασχολήθηκε με το δελτίο καιρού του Star μετά από καταγγελίες τηλεθεατών, κρίνοντας ότι ο τρόπος παρουσίασης υποβάθμιζε ποιοτικά το μετεωρολογικό δελτίο. Χρόνια αργότερα, το Συμβούλιο της Επικρατείας επικύρωσε τη σύσταση που είχε επιβληθεί στον σταθμό. Μέχρι τότε, όμως, η Πετρούλα είχε ήδη γίνει τηλεοπτική ατάκα από μόνη της. Οι φράσεις «Είμαι η Πετρούλα παντός καιρού» και «Είμαι η Πετρούλα και μόλις τελείωσα» κυκλοφορούσαν πια πολύ πέρα από το δελτίο καιρού.

Στο ίδιο κλίμα εμφανίστηκε και η Αφρούλα, προσθέτοντας ακόμη περισσότερη θεατρικότητα σε ένα δελτίο που έμοιαζε όλο και λιγότερο με δελτίο καιρού και όλο και περισσότερο με τηλεοπτικό νούμερο. Χρόνια αργότερα, όταν αυτές οι εικόνες ξαναβγήκαν σε αφιερώματα, βίντεο και εκπομπές, φάνηκε πιο καθαρά ότι όλο αυτό δεν ήταν τυχαίο. Ήταν ένας ρόλος φτιαγμένος για την κάμερα, την πρόκληση και τη συζήτηση της επόμενης μέρας.

Τι ήταν αυτό που μας κρατούσε μπροστά στην οθόνη;

Εδώ βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα. Γιατί τη βλέπαμε; Γιατί τη σχολιάζαμε; Γιατί άνθρωποι που έλεγαν «εγώ δεν βλέπω τέτοια» ήξεραν τελικά όλες τις ατάκες;

Η απάντηση είναι απλή και λίγο άβολη. Γιατί αυτή η τηλεόραση είχε κάτι που η «κανονική» συχνά δεν είχε. Είχε το απρόβλεπτο. Είχε ανθρώπους που δεν είχαν περάσει από φίλτρο. Είχε λάθη και αμηχανίες. Είχε στιγμές που δεν έμοιαζαν στημένες, ακόμη κι όταν μπορεί να ήταν. Είχε την αίσθηση ότι βλέπεις κάτι που δεν έπρεπε να βλέπεις, αλλά τώρα που το είδες, δεν μπορείς να αλλάξεις κανάλι.

Είχε και μια παράξενη δημοκρατικότητα. Στην trash TV μπορούσε να εμφανιστεί σχεδόν οποιοσδήποτε. Όχι πάντα με τους καλύτερους όρους. Όχι πάντα με προστασία. Όχι πάντα με σεβασμό. Αλλά μπορούσε. Η τηλεόραση άνοιγε ένα παράθυρο σε ανθρώπους εκτός τηλεοπτικού κανόνα. Και αυτό, όσο προβληματικό κι αν υπήρξε σε αρκετές περιπτώσεις, εξηγεί γιατί το φαινόμενο δεν μπορεί να το βλέπουμε μόνο με ειρωνεία ή περιφρόνηση.

Από το trash στο viral

Η ελληνική trash TV δεν εξαφανίστηκε. Μετακόμισε. Πρώτα στις επαναλήψεις, μετά στο YouTube, μετά στα social media, μετά στα memes και τελικά ως κομμάτι της ποπ κουλτούρας. Οι ατάκες που κάποτε κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα τώρα κυκλοφορούν τυπωμένες πάνω σε ρούχα και αξεσουάρ. Οι σκηνές που κάποτε έπρεπε να τις πετύχεις στο ζάπινγκ τώρα εμφανίζονται στο κινητό.

Με έναν παράξενο τρόπο, εκείνη η τηλεόραση μάς προετοίμασε για τη σημερινή εποχή των social media. Για την ατάκα που γίνεται βίντεο, για την αμηχανία που γίνεται περιεχόμενο, για τον άγνωστο άνθρωπο που μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα γίνεται πρόσωπο της ημέρας.

Κάπως έτσι, η trash TV απέκτησε δεύτερη ζωή. Νεότεροι που δεν έζησαν το «Ερωτοδικείο», το «Χρυσό Κουφέτο», τα πρώτα «Παρατράγουδα» ή τις κόντρες των μεσημεριανών ανακαλύπτουν αποσπάσματα στο ίντερνετ σαν παράξενη τηλεοπτική αρχαιολογία. Σαν να ανοίγεις ένα παλιό κουτί και να βρίσκεις μέσα γυαλιστερά σακάκια, σπιράλ καλώδια, βιντεοκασέτες και μια φράση που δεν ξέρεις γιατί σε κάνει να γελάς, αλλά σε κάνει.

Πέρα από τις ατάκες

Όταν μιλάμε για την ελληνική trash TV, χρειάζεται ισορροπία. Είχε τραγούδια, είχε χιούμορ, είχε ατάκες, είχε πρόσωπα που έγιναν καλτ, είχε πλατό που μοιάζουν σαν να τα σχεδίασε κάποιος με τρία υλικά και πολλή αισιοδοξία.

Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε και την άλλη πλευρά. Υπήρχαν στιγμές σκληρές. Στιγμές όπου άνθρωποι εκτέθηκαν υπερβολικά. Στιγμές όπου το γέλιο του θεατή δεν ήταν πάντα αθώο. Στιγμές όπου η τηλεόραση εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη κάποιου να ακουστεί, να φανεί, να αγαπηθεί, να δικαιωθεί.

Το πιο σωστό είναι να τη δούμε με κατανόηση. Να δούμε την trash TV ως κομμάτι της ελληνικής τηλεοπτικής ιστορίας. Ως ένα είδος που μας έδειξε τι μπορεί να κάνει η τηλεόραση όταν ψάχνει τηλεθέαση, όταν ανακαλύπτει την προσωπική ζωή ως υλικό, όταν δίνει χώρο στο διαφορετικό, όταν αφήνει την αμηχανία να γίνει πρόγραμμα.

Τελικό ζάπινγκ

Αν το δούμε από απόσταση, η ελληνική trash TV ήταν ένα μεγάλο, θορυβώδες, άναρχο τηλεοπτικό φαινόμενο. Είχε δικαστήρια χωρίς δικαιοσύνη, συνοικέσια χωρίς αλγόριθμο, τραγούδια χωρίς φόβο, πλατό χωρίς μεγάλο μπάτζετ, παρουσιαστές με τεράστια αντοχή, περσόνες με μοναδική τηλεοπτική ενέργεια και ατάκες που επέζησαν μέσα στο χρόνο.

Ήταν τηλεόραση που άλλοτε μας έκανε να γελάμε, άλλοτε να ντρεπόμαστε, άλλοτε να απορούμε και άλλοτε να αναρωτιόμαστε γιατί δεν αλλάζουμε κανάλι. Και ίσως εκεί βρίσκεται η δύναμή της. Η trash TV δεν ήθελε πάντα να είναι ωραία. Ήθελε να είναι αδύνατον να την αγνοήσεις.

Σήμερα, που όλοι έχουμε μια κάμερα στο χέρι, που κάθε άνθρωπος μπορεί να γίνει περιεχόμενο, που κάθε ατάκα μπορεί να γίνει meme και κάθε αμηχανία μπορεί να γίνει viral, η παλιά trash τηλεόραση μοιάζει σχεδόν προφητική. Μας έδειξε νωρίς έναν κόσμο όπου το ιδιωτικό γίνεται δημόσιο, το απρόβλεπτο γίνεται θέαμα και η προσοχή είναι το μεγάλο ζητούμενο.

Η διαφορά είναι ότι τότε χρειαζόταν πλατό, προβολείς και τηλεφωνική γραμμή. Τώρα αρκεί ένα κινητό. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε ένα παλιό απόσπασμα στο YouTube και ένα καινούργιο τρεντ βίντεο στο TikTok, ακούγεται ακόμη ο ήχος του τηλεκοντρόλ. Κλικ. Άλλο κανάλι. Ή μήπως όχι;