- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ημερολόγιο Αυγούστου: Ταινίες, βιβλία, τέχνη και doomscrolling στην αφόρητη ζέστη της πόλης
Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026
Είδα την «Οδύσσεια» σε IMAX. Πήγα με ανοιχτό μυαλό, παρά τις κριτικές και τα διάφορα σχόλια που είχα ακούσει. Αν εξαιρέσουμε τη δουλειά που έκανε και τα επίπεδα δυσκολίας της δημιουργίας της, η ταινία καθαυτή δεν υπήρξε η αγαπημένη μου του σκηνοθέτη και δημιουργού της, Κρίστοφερ Νόλαν. Ένας γνωστός μου, ο οποίος τη λάτρεψε, μου πρότεινε να περιμένω μερικές μέρες πριν ολοκληρώσω την άποψή μου, καθότι θεωρεί ότι είναι μια ταινία που πρέπει να «κάτσει» μέσα σου πρώτα.
Ομολογώ πως δεν άλλαξε κάτι. Οι ερμηνείες καλές, αν και καμία δεν θεώρησα εξαιρετική –ίσως με εξαίρεση αυτή του πρωταγωνιστή Ματ Ντέιμον–, και οι εικόνες σίγουρα εντυπωσιακές. Απ’ όλα τα στοιχεία που την απαρτίζουν, νομίζω πως η μουσική επένδυση, η πρωτότυπη ορχηστρική σύνθεση, ήταν αυτή που πραγματικά έκλεψε την παράσταση και ξεχώρισε. Όλο το υπόλοιπο το βρήκα κάπως ασύνδετο –σαν η ταινία να μην είχε «κοπεί» σωστά. Γνώμη μου πάντα.
Βγήκα από τον κινηματογράφο προβληματισμένη, και ιδανικά θα ήθελα να είχα βγει αποσβολωμένη, εντυπωσιασμένη, όπως όταν βγήκα από το «Interstellar» ή το «Οπενχάιμερ» ή το «Γόητρο», το οποίο είναι από τις αγαπημένες μου ταινίες. Και μετά, σε μια δική μου, ασύνδετη νότα, σκέφτηκα μια επίσης αγαπημένη μου ταινία –στο τοπ 5, για μένα, όλων των εποχών–, που δυστυχώς είναι εγκληματικά αφανής και υποτιμημένη, το «The Fall» του Tarsem, ένα τρίωρο έπος, και σίγουρα η πιο όμορφη αισθητικά ταινία που έχω δει ποτέ.
Έχω χρόνια να τη δω, ίσως ήρθε ξανά η ώρα.
Σάββατο 8 Αυγούστου 2026
Είναι παράξενο το τι θα σε τραβήξει και τι θα σε καθηλώσει στην τέχνη – σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης. Θα ήταν ενδιαφέρον να συλλέξεις τα αγαπημένα σου έργα τέχνης από κάθε είδος και να τα βάλεις μπροστά σου σε ένα δια-τεχνικό κολλάζ και να προσπαθήσεις να βρεις ένα μοτίβο ή το νοητό σημείο στο οποίο όλα συνδέονται μεταξύ τους. Μετά ίσως δίπλα βάλεις όλα όσα δεν αντέχεις καθόλου, ή δεν καταλαβαίνεις, και τα συγκρίνεις κι αυτά μεταξύ τους.
Πάντα μου άρεσε ο ιμπρεσιονισμός και ο μεταϊμπρεσιονισμός, από την πρώτη φορά που είδα έργα των κινημάτων αυτών της ζωγραφικής. Συνειδητά η πρώτη φορά υπήρξε στο Musée d’ Orsay στο Παρίσι, το οποίο μου άρεσε περισσότερο από το Λούβρο.
Η προτελευταία φορά ήταν στην έκθεση «Από τον Monet στον Warhol» στο Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, και η τελευταία ήταν σήμερα, στο Μουσείο Μπαρμπερίνι στο Πότσνταμ της Γερμανίας, μια μικρή πόλη λίγο έξω από το Βερολίνο, και πρωτεύουσα του γερμανικού κρατιδίου του Βρανδεμβούργου.
Όλως τυχαίως, ανάμεσα σε όλους αυτούς τους πίνακες, στους 3 γεμάτους ορόφους ενός πελώριου κτιρίου, υπήρχε ένας τον οποίο πρωτοείδα στο Ίδρυμα Γουλανδρή, και ξαναείδα εδώ, το «L’ Aciérie» (Το χαλυβουργείο) του Μαξιμιλιέν Λους, και τον οποίο χάζεψα για ώρα και τις δύο φορές, με τον ίδιο ενθουσιασμό και τα ίδια επίπεδα εντυπωσιασμού.
Κυριακή 9 Αυγούστου 2026
«I want you to be happy». Πόσες φορές το έχουμε πει αυτό σε κάποιον δικό μας άνθρωπο; Πόσες φορές το έχουμε πει στον εαυτό μας; Ίσως όχι αρκετές. Αυτός, ωστόσο, είναι ο τίτλος του πρώτου μυθιστορήματος του Τζεμ Κάλντερ, το οποίο κυκλοφόρησε τον Μάιο αυτού του έτους (δυστυχώς δεν έχει βγει ακόμα σε ελληνική μετάφραση). Είναι ένα βιβλίο το οποίο εκπέμπει τη μοναξιά και την εσωτερική απομόνωση της σύγχρονης ζωής με έναν εκπληκτικά διακριτικό αλλά και δυναμικό τρόπο (οξύμωρο, το ξέρω, αλλά έτσι θα το περιέγραφα).
Η περιγραφή του δυστυχώς το αδικεί και το περιορίζει, καθότι ισχυρίζεται ότι είναι μια ιστορία που εξερευνά τη σχέση δύο ανθρώπων με μεγάλη διαφορά ηλικίας –ενός 35χρονου άντρα και μιας 23χρονης κοπέλας–, αλλά η σχέση αυτή καθαυτήν, θεωρώ, είναι δευτερεύουσα και στο προσκήνιο αιωρείται ασφυκτικά η εσωτερική τους ανικανότητα να βρουν πού ανήκουν και τι θέλουν. Το ξεκίνησα και το τελείωσα σήμερα.
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026
Όλος ο Αύγουστος για μένα είναι μια τεράστια Κυριακή. Η μέρα πριν τη δουλειά, το 24ωρο κατά το οποίο οφείλεις ταυτόχρονα να οργανωθείς, να χαλαρώσεις, να μαζέψεις, να απολαύσεις και να ετοιμαστείς για αύριο. Άλλο ένα οξύμωρο. Τουλάχιστον η Αθήνα άδειασε, κάπως, κι έτσι ό,τι και να θες να κάνεις θα γίνει λίγο πιο εύκολα, λίγο πιο γρήγορα και λίγο λιγότερο αγχωτικά.
Είναι επίσης ο ιδανικός μήνας για να φτιάξεις τις ντουλάπες σου, να ξεδιαλέξεις τα ρούχα σου, να αποφασίσεις ποιος τελικά θες να είσαι και να κοιτάς τον τοίχο για ώρες, ενώ σκέφτεσαι τι θα έκανες αν μπορούσες να τ’ αφήσεις όλα πίσω και να ξεκινήσεις απ’ την αρχή.
Είμαι μόνη σ’ αυτό;
Τρίτη 11 Αυγούστου 2026
Η ζέστη στην Ελλάδα το καλοκαίρι είναι δυο φορές πιο αποπνικτική, επειδή γνωρίζεις ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει φθινόπωρο και τον Σεπτέμβρη δεν θα έρθει καμία αίσθηση δροσιάς να σε σώσει από τον ωκεανό ιδρώτα που έχεις στάξει εδώ και μήνες. Ο ήλιος, δε, γίνεται δυνάστης, κι ενώ προσπαθείς απεγνωσμένα να είσαι ευγνώμων, γνωρίζοντας ότι σε πολλές άλλες χώρες θυσιάζουν παρθένες για μία ώρα ηλιοφάνειας –φέτος έμαθα επίσης ότι, στη Γερμανία, μέρος της πρόγνωσης του καιρού, εκτός από τις αναμενόμενες θερμοκρασίες, είναι και οι αναμενόμενες ώρες ηλιοφάνειας– εδώ θεωρούμε δεδομένη την ακατάπαυστη παρουσία του. Σ’ αυτό ίσως σίγουρα να είμαι μόνη.
Αναρωτιέμαι τι θα μπορούσα να θυσιάσω για λίγες ώρες (μέρες;) συννεφιάς και μια μικρή καταιγίδα. Ίσως κάποια από τα ρούχα που θα φύγουν από την ντουλάπα μου εν μέσω εκκαθάρισης.
Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026
Τελείωσα τους «Ζωοτόμους» (The Vivisectors). Είναι σκοτεινό, υπαρξιακό, μετα-αποκαλυπτικό, δυστοπικό, παράξενο. Η αφηγήτρια είναι αποστασιοποιημένη, χωρίς συναισθήματα, απαθής, αναλυτική με έναν τρόπο που βασίζεται στην πραγματικότητα, και φαίνεται αντικειμενική και ουδέτερη, αλλά στην πραγματικότητα είναι αναξιόπιστη. Το μυθιστόρημα αυτό σε κάνει να αισθάνεσαι περίεργα, κλειστοφοβικά. Χρειάζεσαι διαλείμματα, γιατί υπάρχουν φορές που αισθάνεσαι τον κόσμο του βιβλίου να σε καταπιέζει και να κλείνει τους τοίχους γύρω σου. Ήταν εκπληκτικό και εξαιρετικά καλογραμμένο.
Αφού το τελείωσα, ήθελα να διαβάσω κριτικές, να δω τι λένε άλλοι γι’ αυτό, και πώς το ερμηνεύουν εκείνοι, σε αντίθεση, ίσως, μ’ εμένα. Διαβάζοντας μερικές, έπεσα κι επάνω σ’ ένα άσχετο (αλλά τρομακτικά σχετικό) άρθρο για το γεγονός ότι οι γρήγορες, άμεσες απαντήσεις της ΤΝ, που εμφανίζονται σε κλάσμα δευτερολέπτου αφότου θέτουμε ένα ερώτημα, στο Google για παράδειγμα, κατευνάζουν σε επικίνδυνο βαθμό τη διάθεσή μας για εξερεύνηση, όπως και την ικανότητά μας να συγκρατούμε καινούργιες πληροφορίες, τις οποίες θα λαμβάναμε αν δεν επαναπαυόμασταν στην πρώτη αυτή απάντηση και συνεχίζαμε να ψάχνουμε. Παίρνεις αυτό που έψαχνες, μου λέει το άρθρο, αλλά χάνεις, επίσης, αυτό που θα είχε μετατρέψει την περιέργεια σε μάθηση. Κι έτσι χάνουμε την ικανότητα (και την ευκαιρία) να ανακαλύψουμε αυτά που δεν ξέραμε να ρωτήσουμε.
Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026
Με ενοχλεί το πόση ώρα περνώ στο Instagram κάνοντας doomscrolling μερικές φορές. Όχι τόσο μέσα στην ημέρα, αλλά το βράδυ, πριν πάω για ύπνο. Παίρνω πάντα ένα βιβλίο μαζί μου, αλλά αρκετές φορές καταλήγω να σαπίζω βλέποντας αλλεπάλληλα βιντεάκια για τουλάχιστον μισή ώρα, πριν επιτέλους παρατήσω το κινητό κι ανοίξω το βιβλίο. Τις τελευταίες μέρες ο αλγόριθμός μου έχει λίγο «χαλάσει», ας το πούμε, και αντί για τις θεματολογίες που συνήθως με ενδιαφέρουν –κυρίως βιβλία, αρώματα (η τελευταία μου ψύχωση), ταξίδια, όμορφα κρυμμένα καφέ σε διάφορες πόλεις του κόσμου και αστεία βιντεάκια όπου άνθρωποι πέφτουν ή σκοντάφτουν–, μου δείχνει κοπέλες influencers που προωθούν και μιλάνε για καλλυντικά.
Ένα τέτοιο, δε, μου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση, που το έστειλα στην αδερφή μου. Ήταν μια κοπέλα η οποία είχε λάβει από διάφορες εταιρείες καλλυντικών αμέτρητα πακέτα PR με δεκάδες (αν όχι εκατοντάδες) προϊόντα τις τελευταίες δύο εβδομάδες και δεν είχε προλάβει καν να τα ανοίξει, κι έλεγε πως οι εταιρίες καλό θα ήταν να επικοινωνούν πρώτα με τους δημιουργούς περιεχομένου, ώστε να μην πηγαίνουν στράφι όλα αυτά.
Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να μπω στο προφίλ της και να δω πόσους ακολούθους είχε. Κρίνοντας από τα περίπου 60-70 πακέτα που είδα, φαντάστηκα ότι θα είχε κάπου κοντά στο ένα εκατομμύριο. Κι όμως, είχε σκάρτους 70.000. Σε μια χώρα σαν τις ΗΠΑ, ο αριθμός αυτός είναι μεν σημαντικός, αλλά όχι τόσο όσο σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα. Η αδερφή μου μου απάντησε ότι έχουν αρχίσει να την κουράζουν πολύ όλα αυτά και ότι πλέον επικρατεί ένας μόνιμος υπερκαταναλωτισμός.
Αυτό μου έφερε κατά νου ένα άρθρο που είδα πρόσφατα –δεν θυμάμαι σε ποιο μέσο–, το οποίο μιλούσε για το γεγονός ότι έχει πια επέλθει μια αξιοσημείωτη κόπωση και στους καταναλωτές αλλά και στους δημιουργούς περιεχομένου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και κυρίως ένα άλλο, που διάβασα πριν από λίγες μέρες στην Guardian, το οποίο είχε τον τίτλο «Why does everything feel so joyless? Welcome to the age of decadence without pleasure» (Γιατί όλα μοιάζουν τόσο άχαρα [δηλαδή, χωρίς χαρά]; Καλώς ήρθατε στην εποχή της παρακμής χωρίς ευχαρίστηση).
Είναι ένα εξαιρετικό άρθρο, το οποίο μας δίνει αρχικά μια ιστορική αναδρομή στο θέμα της παρακμής, του ξεπεσμού ή του εκφυλισμού, λέγοντας πως αυτή σηματοδοτούσε την πολιτιστική παρακμή και συνέπιπτε με υψηλό επίπεδο πλούτου από τα αρχαία χρόνια. Όμως υπήρχαν περιπτώσεις όπου στην παρακμή αυτή υπήρχε μια ελπίδα, και από την οποία αναδύονταν σημαντικά έργα τέχνης (βλέπε τέλη του 19ου αιώνα με τα έργα του Όσκαρ Ουάιλντ κτλ.).
Το πρόβλημά μας όμως τώρα δεν είναι το επίπεδο παρακμής, αλλά το γεγονός ότι η απόλαυση δεν είναι ο τελικός μας προορισμός ή το νόημα. Αντ’ αυτού, ο σκοπός είναι η βελτιστοποίηση, με οποιοδήποτε κόστος, η αλγοριθμική διέγερση και η άμεση ικανοποίηση. Να το πάρουμε, να το έχουμε, να το δείχνουμε.
Μας ικανοποιεί όμως;