- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Οι πλανόδιοι της παλιάς Αθήνας: Λούστροι, κουλουράδες και μικροπωλητές
Οι άνθρωποι που έδιναν ζωή στους δρόμους της παλιάς Αθήνας: Εφημεριδοπώλες, λούστροι, νερουλάδες, κουλουράδες και πλανόδιοι μουσικοί
«Είμαι εγώ το μαναβάκι όλο σκέρτσο και μεράκι,», τραγουδούσε ο ρεμπέτης Μπαγιαντέρας, κλείνοντας το μάτι: «Γειτονιές όταν γυρίζω τις κοπέλες ξεμυαλίζω, κοριτσόπουλα και χήρες και ναζιάρες ζωντοχήρες!». Οι στίχοι του ζωντανεύουν μια Αθήνα που δεν υπάρχει πια. Μια πόλη που ξημέρωνε ανάμεσα στους πάγκους της Αιόλου και νύχτωνε στο γιουσουρούμ της Βλασσαρούς, μέσα σε φωνές, μυρωδιές και αδιάκοπο παζάρι.
Αν οι καταστηματάρχες ήταν η καρδιά της αγοράς, τον παλμό της έδινε ένας άλλος κόσμος, πιο σβέλτος και σπιρτόζος. Ο κόσμος αυτός είχε μάθει να κουβαλά το εμπόρευμά του στους ώμους ή να το σέρνει σε καρότσια. Μια «φυλή» μαθημένη στις κακουχίες που ζούσε για το σήμερα και «αύριο έχει ο Θεός». Ήταν ο γαλατάς και ο εφημεριδοπώλης, ο σαλεπιτζής και ο καστανάς, ο βαστάζος και ο κανταρτζής· παραδίπλα ο γανωτής, ο καρεκλάς και τόσοι άλλοι τεχνίτες του δρόμου. Και λίγο πιο πίσω, με το κασελάκι του στον ώμο και τις βούρτσες στο χέρι, ο μικρός λουστράκος, ίσως η πιο αυθεντική μορφή μιας Ελλάδας που έσφιγγε τα δόντια και τραβούσε την ανηφόρα.
Στην Αθήνα, πλανόδιοι πωλητές και μικροεπαγγελματίες ήταν παρόντες σχεδόν από τη γέννησης της ίδιας της πόλης. Ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ., έργα του Πλάτωνα, του Αριστοφάνη και του Πλούταρχου κάνουν λόγο για μια κάστα διαφορετική από αυτή των εμπόρων: ήταν οι επονομαζόμενοι κάπηλοι, δηλαδή λιανοπωλητές, που είτε διέθεταν την πραμάτεια τους σε σταθερή αγορά, είτε την περιέφεραν στις γειτονιές.
Η οικονομία του δρόμου
Το πλανόδιο εμπόριο βρισκόταν στο κατώτατο σκαλοπάτι της οικονομίας. Δεν απαιτούσε μεγάλο κεφάλαιο, κατάστημα ή ακριβό εξοπλισμό. Ακόμη και με πενιχρά μέσα, ήταν εύκολο να προμηθευτεί κανείς λίγο εμπόρευμα και να το μεταπωλήσει στον δρόμο. Ταυτόχρονα, όμως, αυτός ο ταπεινός κόσμος των μικροπωλητών αποτελούσε έναν απαραίτητο κρίκο στην οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης.
Για χιλιάδες άπορους που κατέφθαναν από την επαρχία, το πλανόδιο εμπόριο λειτουργούσε ως ένα άτυπο δίχτυ προστασίας, όταν ούτε η φτωχή ύπαιθρος, ούτε η περιορισμένη βιομηχανία της χώρας μπορούσαν να εξασφαλίσουν εργασία σε όλους. Επιπλέον, η δυνατότητα ενός στοιχειώδους βιοπορισμού στον δρόμο μείωνε την πίεση που δέχονταν το κράτος για να βρει μια απασχόληση σε αυτούς τους πληθυσμούς. Για τον λόγο αυτό και οι αρχές, όχι απλά δεν τους αντιμετώπιζαν ως παρανόμους, αλλά φρόντιζαν να προστατεύουν και ενίοτε να στηρίζουν τη δραστηριότητά τους.
Οι ντελιβεράδες της παλιάς Αθήνας
Πολλοί καταστηματάρχες στηρίζονταν στις υπηρεσίες τους. Χάρη στους πλανόδιους μικροπωλητές, τα εμπορεύματά τους μπορούσαν να φτάσουν σε απομακρυσμένες ή δύσβατες συνοικίες, που δεν εξυπηρετούνταν εύκολα από το οργανωμένο λιανεμπόριο. Οι μικροπωλητές προμηθεύονταν προϊόντα από τα καταστήματα σε τιμές χονδρικής και έπειτα έπαιρναν τους δρόμους για να τα μεταπωλήσουν στις γειτονιές ή ακόμη και από πόρτα σε πόρτα. Με σημερινούς όρους, είχαν αναλάβει κάτι από τον ρόλο του κούριερ: ενός άμισθου «ντελιβερά» που έφερνε το εμπόρευμα στο κατώφλι του καταναλωτή, ζώντας από το μικρό κέρδος της μεταπώλησης.
Για δεκαετίες ολόκληρες, οι ιδιότυποι αυτοί κούριερ φόρτωναν τα κοφίνια τους στα «δίκυκλα» της εποχής, που δεν ήταν άλλα από τα γεμάτα υπομονή γαϊδουράκια. Μαζί όργωναν τις γειτονιές, πέφτοντας πότε-πότε πάνω σε περαστικούς και ανυποψίαστους επισκέπτες. Το 1930, έχοντας ήδη συμπληρώσει πέντε χρόνια ζωής στην Ελλάδα, ο Γάλλος φιλόλογος Οκτάβιος Μερλιέ περιέγραφε αυτά τα συμπαθή τετράποδα, ως μια από τις χαρακτηριστικότερες παρουσίες του αθηναϊκού τοπίου:
«Κι όμως, πόσα βαθιά ελληνικά γνωρίσματα επιβιώνουν ακόμη, χαρίζοντας στην ελληνική πρωτεύουσα όλη τη γοητεία και την πρωτοτυπία της! Δεν είναι διόλου απίθανο, δόξα τω Θεώ, να συναντήσει κανείς, καταμεσής στην οδό Σταδίου ή στην Ακαδημίας, ένα λεβέντη χωρικό της Αττικής, καβάλα στο γαϊδουράκι του, με τα πόδια να σέρνονται σχεδόν στο έδαφος, να το βάζει να τροχάζει ανάμεσα στο πλήθος των αυτοκινήτων, πάνω σε έναν όμορφο ασφαλτοστρωμένο δρόμο.
»Η φυλή των γαϊδάρων κάθε άλλο παρά έχει χαθεί, και η Αθήνα τούς οφείλει τόσο μεγάλο μέρος από τη γραφικότητά της, ώστε είναι αδύνατον να τους παραβλέψει κανείς. Σχηματίζουν εδώ μια παράξενη πολιτεία. Στις γειτονιές της Νεάπολης, αρκετά μακριά από την κεντρική αγορά, συγκινείται κανείς ακούγοντας τα παραπονιάρικα γκαρίσματά τους. Ποιος δεν θα θαύμαζε τις τόσες τους ικανότητες; Άλλοι γάιδαροι κουβαλούν νερό, άλλοι λαχανικά, παλιοσίδερα, φρούτα, γάλα... φορτωμένοι σαν περιπλανώμενα παζάρια... Πόσο μακριά από τις ευρωπαϊκές μας πόλεις νιώθει κανείς όταν, μέσα σε αυτές τις γειτονιές που κατά τα άλλα μοιάζουν τόσο με τις δικές μας, περνούν οι γαϊδουρογύρηδες, παρακινώντας τα ζώα τους με τραχιές, διαπεραστικές φωνές και με αφελή καλέσματα τραγουδισμένα σε ελάσσονα κλίμακα!
»Πράγματι, αποτελούν μια ολόκληρη τάξη μέσα στην Αθήνα, και μάλιστα την πιο ζωντανή: η παρουσία τους ξεχειλίζει από παντού, κάνοντάς τους να μοιάζουν ακόμη πιο πολυάριθμοι.»
Οι φωνές της παλιάς Αθήνας: Κουλουράδες και εφημεριδοπώλες
Κουλουράδες, κουλουρτζήδες, ή «σιμιτζήδες» - από το τουρκικό simit- ήταν οι πλανόδιοι που γέμιζαν την παλιά Αθήνα με τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου κουλουριού, του αρχαίου «σησαμίτη». Το κουλούρι φτάνει στην πρωτεύουσα γύρω στα 1870 από τη Θεσσαλονίκη, μέσω των Ηπειρωτών. Τα χαράματα, περίπου εκατό κουλουράδες παραλάμβαναν την πραμάτεια τους από τους φούρνους της Αθήνας για να ξεχυθούν στη συνέχεια σε δρόμους και πλατείες. Πολλοί εργάζονταν εποχικά, περνώντας τον χειμώνα στην πόλη και επιστρέφοντας το καλοκαίρι στα χωριά τους.
Το 1910, ο Γάλλος συγγραφέας και διανοούμενος Αμεντέ Μπριτς επισκέπτεται την Αθήνα και περιγράφει: «Οι κουλουράδες περιμένουν στην είσοδο του Ζαππείου· ένας σχοινένιος ιμάντας, περασμένος στον ώμο, συγκρατεί τον πάγκο τους, όπου τα σουσαμένια ψωμάκια, σαν μικρά στεφάνια κρέμονται γύρω από ξύλινα ραβδάκια».
Παραδίπλα, ο Μπριτς συναντά έναν νερουλά: «Ένας ψηλός, αποστεωμένος τύπος, σαν διάβολος, με κοκαλιάρικο προφίλ αρπακτικού πουλιού, κουβαλά στο στήθος του, παράξενα δεμένο, ένα μεγάλο πήλινο δοχείο με νερό. Γύρω από τον λαιμό του έχει τυλίξει μια βρεγμένη πετσέτα, σαν γραβάτα· ο ιδρώτας κυλά στο μέτωπό του. Με το ένα χέρι σκουπίζεται και με το άλλο απλώνει ένα ποτήρι.»
Εξίσου χαρακτηριστικές μορφές του αθηναϊκού δρόμου ήταν οι εφημεριδοπώλες. Από τα χαράματα παραλάμβαναν τα φύλλα από τα πρακτορεία και όργωναν τους δρόμους, διαλαλώντας με στεντόρειες φωνές τις σημαντικότερες ειδήσεις. Η καθημερινή τους επαφή με τον δημοσιογραφικό κόσμο τούς εξασφάλιζε έναν πολύτιμο σύμμαχο: μέσα από τα χρονογραφήματα των εφημερίδων έβρισκαν συχνά χώρο τα προβλήματα και η κοινωνική απαξίωση που αντιμετώπιζαν.
Ο Αμεντέ Μπριτς παρατηρεί τη νωχελική τους στάση: «Νάτοι και οι εφημεριδοπώλες! Περνούν βιαστικά με το δεμάτι των φρεσκοτυπωμένων φύλλων κάτω από τη μασχάλη, φωνάζοντας: “Αστραπή! Εστία!”. Καθώς πλησιάζει η ώρα του περιπάτου, αυτοί οι μικροπωλητές πληθαίνουν ολοένα· επινοούν τρόπους για ένα πενιχρό κέρδος, που θα έκαναν τους δικούς μας κράχτες να χαμογελούν. Η υπομονή και η απάθεια των Ελλήνων φέρουν τη σφραγίδα μιας ανατολίτικης νωχέλειας».
Η σκληρή ζωή των λούστρων
Πολυπληθέστερη και ίσως πιο ταλαιπωρημένη από όλες τις φυλές των πλανόδιων της Αθήνας ήταν εκείνη των μικρών λούστρων. Όπως και οι κουλουράδες, εμφανίστηκαν γύρω στα 1870 προερχόμενοι κυρίως από φτωχά χωριά της Αρκαδίας, της Μεγαλόπολης και της Γορτυνίας. Σταθεροί στα πόστα τους, μέρα-νύχτα, με ήλιο και βροχή, ζούσαν κακήν κακώς για ένα μεροκάματο που σπάνια ξεπερνούσε τη μιάμιση δραχμή.
Κανείς ίσως δεν παρατήρησε με τόση σχολαστικότητα τον ιδιαίτερο μικρόκοσμο των νεαρών λούστρων όσο ο Αμεντέ Μπριτς:
«Οι πιο πολυάριθμοι και επινοητικοί από τους πλανόδιους είναι τα παιδιά που γυαλίζουν παπούτσια, οι λούστροι. Η ελεύθερη αυτή συντεχνία ξέρει να εκμεταλλεύεται την εθνική φιλαρέσκεια που δοκιμάζεται σκληρά από το κλίμα και το έδαφος. Τον χειμώνα, η λάσπη λερώνει τα παπούτσια των Αθηναίων, ενώ το καλοκαίρι η σκόνη τούς αλευρώνει από την κορυφή ως τα νύχια. Είναι αληθινό κατόρθωμα να μπορέσει κανείς να κυκλοφορεί με καλογυαλισμένα παπούτσια και καθαρό παντελόνι· γι’ αυτό και αυτά τα δύο έχουν καταλήξει να αποτελούν το γνώρισμα του κομψού και περιποιημένου άνδρα.
»Σε κάθε γωνιά δρόμου, στους περιπάτους, στις εισόδους των ξενοδοχείων, παντού, βρίσκει κανείς λούστρους να βουρτσίζουν και να γυαλίζουν παπούτσια. Δεν υπάρχει σταυροδρόμι ή σοκάκι, όσο λαϊκό ή ταπεινό κι αν είναι, που να μην έχει τον λούστρο του. Ξεφυτρώνουν από παντού, σε παρέες, και συχνά ο ανυποψίαστος περαστικός παραπατά πάνω τους, την ώρα που παίζουν κουτσό στις πιο απρόσμενες γωνίες του δρόμου.
»Ανάμεσά τους επικρατεί μια ιδιότυπη ιεραρχία, ανάλογα με την ηλικία και τα οικονομικά τους μέσα. Υπάρχουν πλανόδιοι λούστροι [...] που γυαλίζουν πρόχειρα όποια παπούτσια τύχει να βρεθούν στον δρόμο τους, για μια πεντάρα. Νεοφερμένοι από το χωριό τους, μετά βίας έχουν κλείσει τα οκτώ ή τα εννέα τους χρόνια. Οι πιο τολμηροί τρυπώνουν ανάμεσα στα τραπέζια των υπαίθριων καφενείων και πολιορκούν επίμονα τους θαμώνες. […] Κι έτσι, κατά μήκος των υπαίθριων τραπεζιών, κομψότατοι θαμώνες, καθισμένοι νωχελικά με τα χέρια απλωμένα στις διπλανές καρέκλες, τεντώνουν το ένα πόδι μετά το άλλο μπροστά στη βούρτσα του λούστρου.»
Παρά την κοινωνική απαξίωση που συνόδευε το επάγγελμά τους, οι λούστροι είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη των Αθηναίων και συχνά τους ανέθεταν μικροθελήματα με αντάλλαγμα ένα πολύτιμο φιλοδώρημα. Ανάμεσα στις πιο δημοφιλείς αποστολές τους ήταν να μεταφέρουν ερωτικά ραβασάκια. Οι μικροί αγγελιοφόροι παραλάμβαναν το σημείωμα και φρόντιζαν να φτάσει τάχιστα στα χέρια του παραλήπτη, κάτω από συνθήκες απόλυτης εχεμύθειας.
Το φαινόμενο δεν πέρασε απαρατήρητο από τον Γάλλο συγγραφέα:
«Και επειδή το καθάρισμα των παπουτσιών δεν αρκεί για να τους ζήσει, είναι πρόθυμοι να κάνουν κάθε λογής θελήματα. Η τιμιότητά τους θεωρείται εγγυημένη: ασφαλέστεροι και ταχύτεροι από τους ταχυδρόμους, μεταφέρουν γράμματα και τηλεγραφήματα. Ο κόσμος τούς εμπιστεύεται ρούχα, ομπρέλες και κάθε λογής αντικείμενα. Ποτέ, λένε οι Αθηναίοι, δεν χάθηκε μήνυμα ή δέμα που δόθηκε σε λούστρο.»
Οι «σταρ» των λούστρων
Το κασελάκι του λούστρου πέρασε, παραδόξως, και από χέρια επώνυμων Αθηναίων. Το 1904, ο δημοσιογράφος και εκδότης Άγγελος Βερύκιος, πιεσμένος από τη φτώχεια, έστησε το πόστο του έξω από το Χρηματιστήριο. Η εικόνα ενός μορφωμένου και ευυπόληπτου πολίτη στις τάξεις των λούστρων προκάλεσε σάλο και ο Τύπος κατηγόρησε την Πολιτεία για την εγκατάλειψή του. Υπό την πίεση των αντιδράσεων, ο Βερύκιος διορίστηκε στο Πρακτικό Λύκειο. Την ίδια χρονιά, ο συγγραφέας Περικλής Λουκόπουλος έγινε και εκείνος λούστρος για να τραβήξει την προσοχή στα θεατρικά έργα του, που αγνοούσε το Βασιλικό Θέατρο. Το τέχνασμα πέτυχε: μέσα σε λίγες ημέρες, ο ίδιος και τα έργα του είχαν γίνει γνωστά σε όλη την Αθήνα, οπότε και εγκατέλειψε τις βούρτσες του.
Όμως ακόμη και ανάμεσα στους πραγματικούς λούστρους υπήρχαν περιθώρια επαγγελματικής ανέλιξης. Ο Αμεντέ Μπριτς περιγράφει εκείνους που, έχοντας κερδίσει την εκτίμηση της πελατείας τους, επιδείκνυαν μια αποστασιοποιημένη, σχεδόν αυτάρεσκη συμπεριφορά:
«Οι “βεντέτες” της συντεχνίας δεν μετακινούνται πια. Ωραίοι, ηλιοκαμένοι άνδρες με ανέκφραστα πρόσωπα, κάθονται πίσω από τα μεγάλα κασελάκια τους, στολισμένα με σιδερένια ή μπρούτζινα εξαρτήματα. […] Παραταγμένοι στην πλατεία Συντάγματος ή στην οδό Ακαδημίας, συναγωνίζονται μεταξύ τους στην παραμικρή λεπτομέρεια. Τα κασελάκια τους κρύβουν φιαλίδια κάθε χρώματος, με όλα τα βερνίκια που μπορεί να βάλει ο νους. [...]
»Έχοντας μαζέψει ένα μικρό κομπόδεμα, δεν χρειάζεται πλέον να τρέχουν εκείνοι πίσω από τον πελάτη, αλλά περιμένουν να έρθει εκείνος κοντά τους. Ούτε τον καλούν φωνάζοντας· μόλις ένας περαστικός περάσει από μπροστά, εκείνοι απλά χτυπούν τη βούτσα πάνω στο κασελάκι τους με ρυθμό. [...]
»Καθισμένος, ο μικρός δανδής λυγίζει με φροντίδα το πόδι του, ώστε το παπούτσι να ζαρώνει σαν γάντι. Γι’ αυτό και δεν εμπιστεύεται τον πρώτο τυχόντα λούστρο· προτιμά να γυαλίζει τα παπούτσια του στην πλατεία Συντάγματος, στις βεντέτες της συντεχνίας. Με άγρυπνο μάτι παρακολουθεί κάθε κίνηση του λούστρου. Εκείνος, όμως, παραμένει υπεράνω, προσποιούμενος πως δεν δίνει σημασία: ξέρει καλά τη δουλειά του. Το μποτάκι είναι όμορφο, άξιο του πελάτη, και η εργασία απαιτεί λεπτότητα. Δεν βιάζεται. Καθαρίζει και βουρτσίζει προσεκτικά το παντελόνι, απλώνει την κρέμα και γυαλίζει το παπούτσι ώσπου να λάμψει σαν καθρέφτης. Στο τέλος, περνά το βελούδο με μια γρήγορη, επιβλητική κίνηση.
»Κάθε τεχνίτης επινοεί και κάτι για να ξεχωρίζει από τον διπλανό του: ο ένας δανείζει στον πελάτη ένα παρασόλι για τον ήλιο, ο άλλος μια ομπρέλα για τον άνεμο και τη σκόνη· άλλος τον βάζει να καθίσει σε βελούδινο κάθισμα - φθαρμένο βέβαια- κι ο άλλος τον ειδοποιεί με ένα κουδουνάκι πως ήρθε η ώρα να αλλάξει πόδι.
»Αυτός ο τελευταίος είναι και ο πιο ευφυής. Κολακεύει την εγχώρια νωχέλεια του Αθηναίου. Εδώ οι άνθρωποι συνεννοούνται με ένα απλό κλείσιμο του ματιού ή με ένα ανεπαίσθητο καθάρισμα του λαιμού.»
Η σκοτεινή πλευρά του λούστρου
Η πιο σκοτεινή πλευρά του επαγγέλματος ήταν η εκμετάλλευση των μικρών λούστρων. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, επιτήδειοι έμποροι, οι λεγόμενοι «μάστορες», μίσθωναν φτωχά παιδιά της επαρχίας, έναντι ετήσιας αμοιβής προς τις οικογένειές τους. Έπειτα, τα έφερναν στην πόλη για να δουλεύουν νυχθημερόν για λογαριασμό τους. Κάθε μάστορας μπορούσε να έχει στη δούλεψή του μέχρι και πενήντα παιδιά, που τα στοιβάζαν μέσα σε άθλια δωμάτια σε φτωχογειτονιές όπως του Ψυρρή. Κρατούσε σχεδόν ολόκληρη την ημερήσια είσπραξή τους, προσφέροντάς τους ένα πενιχρό γεύμα την ημέρα, με λίγο ψωμί και ελιές. Οι ολοένα συχνότερες καταγγελίες για τις απάνθρωπες αυτές συνθήκες, σε συνδυασμό με τη σταδιακή οργάνωση της κρατικής πρόνοιας, συνέβαλαν στον περιορισμό της εμπορίας ανηλίκων και, τελικά, στην εξαφάνιση των επαίσχυντων «συμβολαίων σκλαβιάς».
Ο Μπριτς σκιαγραφεί τη θλιβερή αυτή κατάσταση της παιδικής εργασίας:
«Στην Ελλάδα, η παιδική ηλικία είναι σκληρή για τον φτωχό· οι άνθρωποι δεν δείχνουν σεβασμό ούτε, έστω, συμπόνια για το παιδί. Κάθε φορά που πρέπει να μεταφερθεί κάτι βαρύ, δεν φωνάζουν τον άντρα, αλλά τα παιδιά. [...] Λούστροι, γκρουμ, μαθητευόμενοι, μικρές υπηρέτριες: όλα αυτά τα προσωπάκια αποπνέουν, παραδόξως, μια παράξενη σοβαρότητα. Η σκληρή ανάγκη του μεροκάματου, που τη γνωρίζουν από τόσο νωρίς, τους δίνει ένα ύφος βαρύ σε αντίθεση με τη σκανδαλιάρικη όψη τους. Βέβαια, ανάμεσά τους βρίσκονται και οι ζωηροί, οι λιχούδηδες, οι τεμπελχανάδες· οι περισσότεροι, όμως, μοχθούν αγόγγυστα, αρκούνται στα λίγα, αποταμιεύουν τα λιγοστά τους κέρματα, δίνοντας στη δουλειά όλες τους τις δυνάμεις. Αν δεν είναι ξυπόλυτοι, στην καλύτερη περίπτωση φορούν παντόφλες. Ακουμπισμένοι σε κάποιον τοίχο ή φανοστάτη, τρώνε στο πεζοδρόμιο ξινόγαλο και ψωμί. Και τα τρώνε αργά, σαν κάποιον που τα κέρδισε με τον ιδρώτα του. Τα καλοκαιρινά βράδια κοιμούνται στα κατώφλια, σαν τους θρυλικούς κατοίκους της Σαβοΐας.»
«Όταν γίνω πλούσιος, θα γυρίσω στο χωριό!»
Για τα παιδιά που είχαν γνωρίσει από νωρίς τις στερήσεις, το όνειρο μιας καλύτερης ζωής τούς έδινε τεράστια δύναμη. Στους «Άθλιους των Αθηνών» του Ιωάννη Κονδυλάκη, ο μικρός Τάσος, ο «λουστράκος», ξεκινά από την απόλυτη ένδεια, ζώντας σε ένα χαρτόκουτο στην οδό Αγίας Ειρήνης, και τελικά καταφέρνει να αλλάξει τη μοίρα του: παρά τις δυσκολίες, σπουδάζει γεωπόνος και γίνεται διευθυντής πτηνοτροφείου και γαλακτοπωλείου.
Ένα παρόμοιο όνειρο εκμυστηρεύεται στον Μπριτς ένας λουστράκος από τα Τρίκαλα:
«Για να αντιληφθεί κανείς την απλότητα της ψυχής τους, αρκεί να τους πιάσει την κουβέντα. Μιλούν πρόθυμα και ανοιχτά, και το πνεύμα τους δεν έχει τίποτε το αλήτικο. Υπήρχε ένα παιδί με το οποίο μου άρεσε πολύ να κουβεντιάζω, γιατί ξεχώριζε τόσο στην όψη όσο και στους τρόπους. Καθαρός, περιποιημένος, με τα ρούχα του μπαλωμένα, έμοιαζε με το καλό παιδί που μόλις είχε φύγει από τα χέρια της μάνας του για να πάει στο σχολείο. [...] Θαρραλέος και συνάμα ντροπαλός, μου απαντούσε χαμογελώντας με τα ζωηρά του μάτια»:
«Πόσων χρονών είσαι;»
«Εννιά.»
«Από πότε δουλεύεις στην Αθήνα;»
«Εδώ και δύο χρόνια. Είμαι από τα Τρίκαλα· η μάνα μου είναι χήρα. Είμαστε πολλά αδέλφια· το σπίτι ήταν μικρό για όλους μας και έμεινε στον μεγαλύτερο αδελφό μου, που παντρεύτηκε. Έτσι, εμείς οι μικρότεροι φύγαμε· πήρε ο καθένας τον δρόμο του.»
«Πόσα βγάζεις από το λούστρο;»
«Δύο δραχμές τη μέρα, πάνω-κάτω.»
«Πού μένεις; Ζεις μόνος εδώ;»
«Ο ξάδελφός μου μού νοικιάζει το μισό του δωμάτιό· η ξαδέλφη μου μού δίνει να φάω και μπαλώνει τα ρούχα μου.»
«Και τα λεφτά σου, τι τα κάνεις;»
«Τα βάζω στον πάτο ενός μπαούλου. Όταν γίνω πλούσιος, θα γυρίσω στο χωριό για να χτίσω σπίτι.»
«Γυρίζεις καμιά φορά στα Τρίκαλα;»
«Όχι, δεν έχω ξαναδεί τη μάνα μου από τότε που έφυγα, αλλά της γράφω μια φορά την εβδομάδα.»
«Και γράφεις καλά;»
«Ναι, ξέρω να διαβάζω, να γράφω και να μετρώ...»
Ένα Σάββατο τον συνάντησα στο Ταχυδρομείο. Σφράγιζε προσεκτικά έναν φάκελο, πιέζοντάς τον με το μανίκι του. Μου τον έδειξε χαμογελώντας, περήφανος για τα γράμματά του. Επάνω είχε γράψει: «“Στην πολυαγαπημένη μου μητέρα, κυρία Τερζοπούλου, στα Τρίκαλα”.
»Αυτή η αφελής επιγραφή, όπου η αγάπη έσμιγε με τον σεβασμό, με συγκίνησε. Μαζί με την κουβέντα μας, μου αποκάλυψε ολόκληρη την ψυχή του μικρού αυτού λούστρου: τις φιλοδοξίες του, τη λαχτάρα να επιστρέψει στο χωριό και, πάνω απ’ όλα, τη βαθιά του στοργή. Η ιστορία του, ομολογώ, με έκανε να δω με άλλα μάτια τους συντρόφους του. Από εκείνη την ημέρα, οι λούστροι, που ως τότε μου φαίνονταν απλώς παιδιά που παίζουν, κέρδισαν την εκτίμησή μου. Διέκρινα μέσα τους τα πλούτη και τις αρετές της ελληνικής φυλής και, συγκρίνοντάς τους με τα δικά μας παιδιά, θαύμασα την αντοχή τους και την πίστη τους στο μέλλον.»
Οι μουσικές της παλιάς Αθήνας: Ένα τραγούδι κλέφτικο, τραγούδι αγάπης
Όμως, ανάμεσα στις φωνές των μικροπωλητών, στους δρόμοι της Αθήνας ακούγονταν και άλλοι ήχοι. Ήταν οι καλλιτέχνες του δρόμου, που κουβαλούσαν μαζί ένα όργανο, ένα τραγούδι, μια μελωδία ικανή να γλυκάνει τη θλίψη της στέρησης. Τότε, όπως και σήμερα, οι πλανόδιοι μουσικοί χαρίζουν σε εμάς, τους περαστικούς που κοντοστεκόμαστε για να τους ακούσουμε, μια απρόσμενη στιγμή ομορφιάς. Μια στιγμή που μας φέρνει λίγο πιο κοντά στο πνεύμα της αττικής γης.
Μια τέτοια εμπειρία αιχμαλώτισε με ξεχωριστή ευαισθησία ο Οκτάβιος Μερλιέ, ο Γάλλος φιλόλογος που συναντήσαμε στην αρχή της αφήγησής μας:
«Πόσες φορές, καθώς ανέβαινα στον πευκόφυτο Λυκαβηττό, δεν χάθηκα στο θλιμμένο τραγούδι κάποιου ζητιάνου! Ένα κλέφτικο τραγούδι, τραγούδι αγάπης, με εκείνη τη σπαρακτική, ρινική φωνή... Πόσες φορές δεν άνοιξα το παράθυρό μου για να δω και να ακούσω τον Θανάση, τον τυφλό, να παίζει την τρίχορδη κρητική του λύρα, κρατώντας την τόσο κοντά στο αυτί του, λες και ήθελε να ακούει καλύτερα τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς τραγουδούσε τα ερωτικά του δίστιχα.
»Πόση ποίηση κρύβουν αυτά τα ηλιόλουστα πρωινά, όταν τριγύρω τα βουνά της Πάρνηθας και του Υμηττού προβάλλουν τόσο κοντά μας μέσα στην κρυστάλλινη ατμόσφαιρα! Ένας ανάλαφρος, ακαθόριστος θόρυβος ανεβαίνει από τη μεγάλη, μα ταπεινή πόλη· ο βόμβος ενός αεροπλάνου μουγκρίζει πάνω από την Ακρόπολη· ένα γεράκι αιωρείται μοναχό, σχεδόν ακίνητο, ψηλά στον ουρανό· οι τραχιές φωνές των πλανόδιων σμίγουν με τις φωνές των ζώων τους...»
Μια βόλτα στην Αθήνα των μικροπωλητών και των μουσικών του δρόμου
- Πλατεία Αβησσυνίας | Κυριακή πρωί στην Πλατεία Αβησσυνίας, οι πάγκοι ξεχειλίζουν από παλιά αντικείμενα, βιβλία, δίσκους και μικρούς θησαυρούς. Ανάμεσα στις φωνές των μικροπωλητών και τις μελωδίες των πλανόδιων μουσικών, το πλήθος περιπλανιέται σε ένα πολύχρωμο παζάρι που φέρνει τον απόηχο της ανατολίτικης Αθήνας.
- Οδός Ερμού | Στην πολύβουη Ερμού, μέσα στις φωνές και το αδιάκοπο πέρασμα του κόσμου, ξεχωρίζει ο νοσταλγικός ήχος της λατέρνας. Λίγο πιο κάτω, η μελωδία μπλέκεται με τη μυρωδιά από τη φουφού του πλανόδιου καστανά και ο πιο πολυσύχναστος δρόμος της πόλης μοιάζει, για λίγο, να γυρίζει πίσω στον χρόνο.
- Πεζόδρομος Διονυσίου Αρεοπαγίτου | Στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, οι μουσικές ξεπηδούν κάτω από τα δέντρα, στη σκιά της Ακρόπολης. Κιθάρες, βιολιά και τραγούδια γεμίζουν τον πεζόδρομο, την ώρα που οι περαστικοί σταματούν στο καροτσάκι του πλανόδιου για πασατέμπο και ψημένο καλαμπόκι.
- Ο πάγκος του κυρ Βασίλη | Στη γωνία Ευαγγελιστρίας και Καλαμιώτου, ο πάγκος του κυρ Βασίλη κρατά ζωντανή μια από τις πιο απλές και αγαπημένες γεύσεις του αθηναϊκού δρόμου. Τα αφράτα κουλούρια του έρχονται καθημερινά από το Χαϊδάρι, φτιαγμένα με εκλεκτό αλεύρι και την αυθεντική θεσσαλονικιώτικη συνταγή.
- Δείπνο στην πλατεία Κυδαθηναίων | Τα βράδια, τα τραπέζια των εστιατορίων γεμίζουν την όμορφη πλατεία Κυδαθηναίων, κάτω από τα φώτα και τις φυλλωσιές των δέντρων. Στις αυλές των ταβερνών συχνά ξεχύνονται οι μελωδίες των μουσικών που μπλέκονται με τις φωνές των θαμώνων, ξυπνώντας κάτι από το άρωμα της παλιάς Αθήνας.
Λίγα λόγια για τους συγγραφείς-περιηγητές
- Αμεντέ Μπριτς (1878–1960) | Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Γάλλος συγγραφέας Αμεντέ Μπριτς στρέφει το βλέμμα του όχι στην αρχαία, αλλά στη «ζωντανή» Αθήνα. Στο έργο του «Η νέα Αθήνα, μια δημοκρατία στην Ανατολή» (1910) καταγράφει εικόνες από την καθημερινότητα της πόλης. Ξεχωριστή θέση στις σημειώσεις του έχουν οι πλανόδιοι επαγγελματίες, τους οποίους παρατηρεί ενδελεχώς. Στραγαλάδες, εφημεριδοπώλες και λούστροι συνθέτουν την πολύβουη οικονομία του δρόμου σε μια πόλη που αλλάζει.
- Οκτάβιος Μερλιέ (1897–1976) | Ο Γάλλος νεοελληνιστής Οκτάβιος Μερλιέ, βαθύς γνώστης της ελληνικής κουλτούρας, εγκαθίσταται το 1925 στην Αθήνα. Από το 1938 έως το 1961 διευθύνει το Γαλλικό Ινστιτούτο, συμβάλλοντας στη διάδοση της νεοελληνικής λογοτεχνίας στη Γαλλία και, μαζί με τη σύζυγό του, στη δημιουργία του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών. Στο βιβλίο του «Η Μοντέρνα Αθήνα» (1930) παρατηρεί τους δρόμους, τα καφενεία και τους ανθρώπους της πόλης, αποτυπώνοντας μια πρωτεύουσα που εκσυγχρονίζεται, χωρίς ακόμη να έχει αποχωριστεί τον παλιό της εαυτό.
Πηγές
- Αμεντέ Μπριτς, Η νεαρή Αθήνα: μια δημοκρατία στην Ανατολή, Παρίσι: Plon-Nourrit et Cie, 1910.
- Οκτάβιος Μερλιέ, Η σύγχρονη Αθήνα, Παρίσι: Les Belles Lettres, 1930.
- Αντώνης Καρκαγιάννης, Γιώργος Χ. Χουρμουζιάδης, (επιμ.), Η Ελλάδα του Τάκη Τλούπα, Αθήνα: Εκδόσεις Καπόν, 2005.
- Κατερίνα Πάππαρη, «Ιχνηλατώντας στη μυθοπλασία αποτυπώματα της οικονομικής δραστηριότητας: επαγγελματοβιοτέχνες και έμποροι στη λογοτεχνική παραγωγή από τον 19ο στον 21ο Αιώνα» στο Προφύρη Ιωάννα (Επιστ. Επιμ.), Αναπαραστάσεις των επαγγελματοβιοτεχνών στη Ζωγραφική, τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία, Αθήνα: ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ 2021, 2021.
- Νίκος Ποταμιάνος, «Οι πλάνητες υιοί του Ερμού: πλανόδιοι έμποροι στους δρόμους της Αθήνας, 1890–1930», στο Μαρία Χριστίνα Χατζηιωάννου (επιμ.), Ιστορίες λιανικού εμπορίου, 19ος–21ος αιώνας, Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών – Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, 2018.
→ Περισσότερες ιστορίες πόλεων μέσα από τα μάτια σπουδαίων περιηγητών, μπορείτε να βρείτε στον λογοτεχνικό οδηγό πόλης Citimarks.