Life in Athens

Το καλοκαίρι ενός άλλου κόσμου σε μια διαφορετική Αθήνα

Καλοκαίρι του 1978: Μουντιάλ, πεπόνι και οικογενειακές βραδιές

27005-103933.jpg
Στέφανος Δάνδολος
ΤΕΥΧΟΣ 1002
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Το καλοκαίρι ενός άλλου κόσμου σε μια διαφορετική Αθήνα
Τελικός Παγκοσμίου Κυπέλλου, 25 Ιουνίου 1978, Μπουένος Άιρες Αργεντινή - Ολλανδία 3-1 © Herve TARDY / Gamma-Rapho via Getty Images / Ideal Image

Αναμνήσεις από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 που σημάδεψε μια γενιά και μια Αθήνα διαφορετική από τη σημερινή

Το πρώτο Μουντιάλ που είδα ήταν του ’78. Η Αθήνα έλιωνε από τη ζέστη, αρχές Ιουνίου κι η θερμοκρασία άγγιζε τους 35. Ήταν το καλοκαίρι του Μάριο Κέμπες, κάλτσα μαζεμένη χαμηλά στη γάμπα, μακρύ μαλλί αλά Ρίτσι Μπλάκμορ, σλάλομ και άγιος ο Θεός. Η προ Μαραντόνα Αργεντινή του δικτάτορα Χόρχε Ραφαέλ Βιδέλα. Οκτώ ετών ήμουν τότε, δεν είχα ιδέα για τις πολιτικές ανορθογραφίες του κόσμου, στεκόμουν σαν μαγεμένος μπροστά στο γυαλί, πλάι στον πατέρα μου, και απολάμβανα μάχες χωρών που μου θύμιζαν τους πολέμους που σκάρωνα με τα ξύλινα στρατιωτάκια μου. Η Ολλανδία του Νέσκενς. Η (Δυτική τότε) Γερμανία του Μάγερ και του Φογκς. Η Βραζιλία του Ντιρσέου. Η Ιταλία του Μπέτεγκα και του Καμπρίνι. Για κάποιον που ονειρευόταν να γίνει σπόρτκαστερ, ήταν σαν γιορτή.

Η τηλεόραση μαυρόασπρη, τοποθετημένη στο κέντρο του σαλονιού, λίγα χιόνια στην οθόνη μόλις άνοιγε, και μετά η φωνή του Διακογιάννη και ο βρυχηθμός του πλήθους από ένα γήπεδο στην άλλη άκρη του κόσμου. Σκέτη μαγεία! Τα παράθυρα ορθάνοιχτα, ένας ανεμιστήρας σε λειτουργία, τα τζιτζίκια να τραγουδούν, η μυρωδιά από το φιδάκι για τα κουνούπια, ούτε κινητά, ούτε σόσιαλ να σε αποσπούν, η ζωή έμοιαζε υπέροχη, ειδικά για έναν οκτάχρονο που είχε μπροστά του ένα ολόκληρο καλοκαίρι και είχε επιπλέον λάβει την άδεια από τη μητέρα του να κοιμάται πιο αργά απ’ ό,τι συνήθως.

Το αποκάλεσαν Μουντιάλ της Ντροπής, για τις παρασκηνιακές παρεμβάσεις του εγχώριου καθεστώτος στην εξέλιξή του, μα αυτό θα το μάθαινα πολύ αργότερα. Τον Ιούνιο εκείνο ήμουν ευτυχισμένος. Με μαγνήτιζε η φανέλα του Περού, με τη διαγώνια παχιά ρίγα που χάραζε το λευκό, με κέντριζε η αχαλίνωτη αφάνα του σκληροτράχηλου γενειοφόρου Μπράιτνερ, με σαγήνευαν οι εικόνες των αχανών σταδίων, με τις τάφρους ανάμεσα στα τερέν και στις κερκίδες. Ήταν η πρώτη φορά που εξακρίβωνα τις διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες της κάθε χώρας, έτσι όπως αυτές μεταφράζονταν εντός αγωνιστικού χώρου, τη φαντασία της Βραζιλίας, την άναρχη ομορφιά των Ολλανδών, το αυτοματοποιημένο μοτέρ των Γερμανών, τη σκληράδα της Ιταλίας. Η τηλεόραση αναμμένη, μπροστά μας ένα πιάτο με πεπόνι και ροδάκινα, ο μπαμπάς μου, η μαμά μου, ο αδελφός μου (κοιμισμένος), ο θείος, ένας άλλος θείος, η γιαγιά, τότε τα ματς δεν τα έβλεπες μόνος, παρέα με ένα κινητό τηλέφωνο και σόσιαλ που σε αποσπούν, τα έβλεπες μαζί με όλη την οικογένεια, και στο μεταξύ το πεπόνι και τα ροδάκινα έδιναν τη θέση τους στο καρπούζι, στα σταφύλια, σε πιατέλες που πλαισιώναν τασάκια παραγεμισμένα με γόπες σβησμένες.

Ήταν τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης και στην ατμόσφαιρα πλανιόταν μια αίσθηση αθωότητας, ή τουλάχιστον έτσι την ερμηνεύει σήμερα ένας 56χρονος που τότε ήταν 8. Ένα όμως είναι σίγουρο: ότι εκείνα τα παλιά Μουντιάλ, όπως του 1978, αποτελούσαν για την Αθήνα μια ιεροτελεστία αστικής ομορφιάς. Από κάθε σπίτι ακουγόταν ο ήχος της τηλεόρασης. Σε κάθε σπίτι ήταν μαζεμένες οικογένειες, είχαν συγκεντρωθεί άνθρωποι που αγαπιούνταν. Ντελίβερι δεν υπήρχαν, υπήρχε μόνο η φιλοξενία μιας ζεστής καλοκαιρινής βραδιάς, πασπαλισμένη από το γοητευτικό μυστήριο ενός γεγονότος που μεταδιδόταν live από έναν τόπο μακρινό. Ήταν από τις πρώτες διοργανώσεις που καλύφθηκαν σε ζωντανή μετάδοση από την ΕΡΤ και την ΥΕΝΕΔ. Αργότερα η ιεροτελεστία αυτή έγινε και τραγούδι από τον Κηλαηδόνη (Αρχίζει το ματς, αδειάσαν οι δρόμοι...).

Στη Γλυφάδα, όπου ζούσαμε εμείς, τα αυτοκίνητα ήταν λιγοστά, άκουγες το θρόισμα των δέντρων, άκουγες σκυλιά να αλυχτούν. Όλο το απόγευμα έξω, με ένα ποδήλατο της κακιάς ώρας, παρέα με όλους τους φίλους από τη γειτονιά, σαν σκηνή από το «Stranger Things», ύστερα μπάλα μέχρι τα γόνατα να ματώσουν, ύστερα κρυφτό και μακριά γαϊδούρα, ύστερα μήλα, ύστερα πάλι ποδόσφαιρο, και μετά η φωνή της μάνας: «Στέφανε, έλα, το φαγητό είναι έτοιμο», μπάνιο να φύγει το χώμα από πάνω μου, και τσουπ, βρεγμένος ακόμα, να χουχουλιάζω μπροστά στο χαζοκούτι των ονείρων, μαζί με τον πατέρα μου. «Κυρίες, δεσποινίδες και κύριοι, καλησπέρα», η γνώριμη εισαγωγή του εκφωνητή, «Τυνησία-Πολωνία απόψε», ή «Μεξικό-Σκοτία», ή «Ιράν-Αυστρία», και στο μαυρόασπρο γυαλί οι εμφανίσεις να μην ξεχωρίζουν απόλυτα, μα τι σημασία είχε, τότε οι απαιτήσεις ήταν περιορισμένες, μπορούσες να ευχαριστηθείς και με το ελάχιστο, καμιά σχέση με σήμερα.

Στο μεταξύ, η πρωτεύουσα άλλαζε, οι τελευταίοι χωμάτινοι δρόμοι είχαν ασφαλτοστρωθεί, τα τελευταία σημάδια από τις σφαίρες του Εμφυλίου στο κέντρο είχαν στοκαριστεί (τέλη του ’77 έγινε αυτό, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται), άκουγες συνεχώς τη λέξη ΕΟΚ, τα θερινά σινεμά έδειχναν Τέρενς Χιλ και Μπαντ Σπένσερ, και «Grease», και «Πυρετός το Σαββατόβραδο», τα τρανζίστορ έπαιζαν Μαρινέλλα και Γαλάνη και Βοσκόπουλο, η παραλιακή λεωφόρος έσφυζε από παραθεριστές και εξοχικά νυχτερινά κέντρα, ο Καραμανλής υποσχόταν ευημερία, οι γονείς μου ήταν ακόμα ευτυχισμένοι (ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα – θα με διέψευδε το διαζύγιό τους ενάμισι χρόνο αργότερα), τα δισκοπωλεία είχαν στη βιτρίνα δίσκους των AΒΒΑ και των Pink Floyd, τα πάρτι δονούνταν από το «Rasputin» των Boney M., η θάλασσα φάνταζε καταγάλανη, ο κόσμος, με άλλα λόγια, έμοιαζε απροσμέτρητα ανέμελος και χαρούμενος, τουλάχιστον στα μάτια ενός οκτάχρονου που απολάμβανε τα ποδόσφαιρα της Αργεντινής δίχως να γνωρίζει το βαθύ σκότος της χούντας που έπληττε τη χώρα εκείνη πίσω από τους πανηγυρισμούς.

Στον τελικό, θυμάμαι, ο πατέρας μου έβγαλε την τηλεόραση στη βεράντα και τη συνέδεσε με μια μπαλαντέζα, έτσι ώστε να απολαύσουμε το ματς κάτω από τα πεύκα. Μαζεύτηκαν θείοι, θείες, παππούδες, γιαγιάδες. Στο τέλος της βραδιάς, ενόσω οι Αργεντίνοι ακόμα πανηγύριζαν, ο πατέρας μου την έσβησε λέγοντας: «Άντε, σε τέσσερα χρόνια και η Ελλαδίτσα μας». Όλοι ευχήθηκαν το ίδιο. Ο καιρός πέρασε. Η Ελλαδίτσα δεν ήταν στο επόμενο Mουντιάλ, ούτε στο μεθεπόμενο, κι όταν τελικά πήγε, στα μέσα του ’90, γύρισε πληγωμένη. Έτσι, το Μουντιάλ του ’78 έμεινε στην ψυχή μου σαν ένα βεγγαλικό στον ουρανό, που καθρέφτισε το απόγειο μιας ονειρικής παιδικότητας, η οποία έμελλε σύντομα να προσκρούσει στα βράχια ενός αμείλικτου ρεαλισμού.

Αρχές του ’80, οι μαυρόασπρες τηλεόρασεις αντικαταστάθηκαν από έγχρωμες, αλλά δεν έφεραν περισσότερο χρώμα στην καθημερινότητα, απλώς εδραίωσαν στη μνήμη μας εκείνη την πρότερη φαντασία των χρωμάτων, που μας έκανε να νιώθουμε ότι τα έχουμε όλα, ενώ είχαμε λιγότερα. Σήμερα τίποτα δεν είναι ίδιο. Τα έχουμε όλα. Δύο και τρεις τηλεοράσεις σε κάθε σπίτι, πλατφόρμες, συνδρομητικά κανάλια, στόρις που παίζουν γκολ, live streaming, σάιτ που μας φέρνουν ειδήσεις στο λεπτό. Έχουμε τα πάντα, εκτός από το ανόθευτο παραμύθι της αθωότητας. Στην πραγματικότητα έχουμε ελάχιστα.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Η Αθήνα της Βικτώριας Σαντούλιακ
Η Βικτώρια Σαντούλιακ και η Αθήνα που έγινε σπίτι της

Με αφορμή τα 1000 τεύχη της ATHENS VOICE, η Βικτώρια Σαντούλιακ γράφει για την Αθήνα της φιλοξενίας και των μικρών καθημερινών στιγμών που την έκαναν να νιώσει σπίτι: H Αθήνα της Βικτώρια Σαντούλιακ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY