- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Κωνσταντίνος Στρατάκης: «Κάθε μέρα που περνάει χωρίς να είσαι άρρωστος είναι κέρδος»
Ο διακεκριμένος γενετιστής εξηγεί γιατί το DNA δεν είναι η μοίρα μας, πώς η Ιατρική Ακριβείας αλλάζει την πρόληψη και γιατί ο τρόπος ζωής καθορίζει όχι μόνο πόσα χρόνια θα ζήσουμε, αλλά και πώς.
Κωνσταντίνος Στρατάκης: Γιατί ο τρόπος ζωής μας καθορίζει περισσότερο από τα γονίδιά μας
Έχω έρθει στο ιατρείο του Κωνσταντίνου Στρατάκη για να μιλήσουμε για την ιατρική ακριβείας, το Ελληνικό Δίκτυο Μοριακής Ογκολογίας (ΕΔΙΜΟ) και το πώς η γενετική πληροφορία αλλάζει σήμερα τον τρόπο που κατανοούμε, προλαμβάνουμε και αντιμετωπίζουμε την ασθένεια. Μετά από μια πορεία σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών στο εξωτερικό, μεγάλο μέρος της οποίας στα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ, έφερε στην Ελλάδα την εμπειρία ενός πεδίου που βρίσκεται στην αιχμή της σύγχρονης ιατρικής. Δεν περίμενα όμως ότι η συζήτηση με έναν γενετιστή και ερευνητή της Μοριακής Ιατρικής θα ξεκινούσε από το DNA και τον καρκίνο και θα έφτανε τελικά στη διατροφή, στην άσκηση, στον ύπνο και στο τι σημαίνει να ζούμε καλύτερα.
Ταξιδεύοντας συχνά σε όλο τον κόσμο για επιστημονικά συνέδρια, δεν εγκαταλείπει ποτέ το αγαπημένο του χόμπι, το τρέξιμο, ενώ κάθε πρώτη μέρα του χρόνου, όπου κι αν βρίσκεται, τρέχει 24 χιλιόμετρα «για να πάει καλά η χρονιά». Και όπως εξηγεί, οι επιλογές που κάνουμε καθημερινά —ακόμη και το πόσες πίτσες θα φάμε στη ζωή μας— σχετίζονται με το πώς θα φτάσουμε στα 70 και πώς θα ζήσουμε την τελευταία, κρίσιμη δεκαετία της ζωής μας.
Με αφετηρία την Ενδοκρινολογία, έκανε το διδακτορικό του στην Ελλάδα και συνέχισε στη Γαλλία και στις ΗΠΑ, όπου στράφηκε στη Μοριακή Γενετική. Ήταν ο πρώτος στη χώρα μας που πήρε τον τίτλο της Ιατρικής (Κλινικής) Γενετικής από το ΚΕΣΥ, σε έναν κλάδο που μόλις τότε διαμορφωνόταν επίσημα στην Ελλάδα. Σήμερα μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στην κλινική πράξη και τη διεύθυνση ερευνητικών εργαστηρίων στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ. Ως γιατρός βλέπει παιδιά και ενήλικες: από θυρεοειδικούς όζους και σύνθετα ογκολογικά περιστατικά μέχρι οικογένειες με γενετικά σύνδρομα, σπάνιες διαταραχές και ανθρώπους που αναζητούν απαντήσεις μέσα από τη γενετική ανάλυση και την υγεία.
Τα γονίδια είναι η αρχή, όχι το τέλος
Του ζητώ να μας εξηγήσει πρώτα τι ακριβώς είναι η γενετική ως κλάδος της ιατρικής. «Είναι απλό. Όλοι είμαστε φτιαγμένοι από γενετικό υλικό. Το δεύτερο —και το είχε πει ήδη ο Ιπποκράτης για την επιληψία— είναι ότι όταν ο μπαμπάς και η μαμά έχουν μια ασθένεια, τα παιδιά μπορεί να την πάρουν. Επομένως, αυτά τα δύο είναι η γενετική: εξετάζει είτε την άμεση μετάδοση μιας ασθένειας μέσω του γενετικού υλικού είτε την προδιάθεση. Και τι είναι η προδιάθεση; Είναι όταν έχεις κάτι στο γενετικό σου υλικό που σε κάνει να απαντάς στο περιβάλλον με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Είναι όμως το περιβάλλον που προκαλεί τη νόσο, όχι το γενετικό υλικό».
Τον ρωτώ τότε και για την επιγενετική, για να βάλουμε τις έννοιες σε μια σειρά. «Η επιγενετική είναι κάτι διαφορετικό. Το περιβάλλον δεν μπορεί να αλλάξει το ίδιο το γενετικό υλικό, μπορεί όμως να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο αυτό λειτουργεί —είτε συμβάλλοντας στην εμφάνιση μιας νόσου είτε βοηθώντας τον οργανισμό να προσαρμοστεί και να αντισταθεί— μέσα από μεθυλιώσεις και άλλους μηχανισμούς που ονομάζονται επιγενετικοί. Σκέψου ένα κτίριο φτιαγμένο από τσιμέντο: δεν μπορείς να αλλάξεις το υλικό του. Αλλά απ’ έξω μπορείς να του βάλεις γαρνιτούρες, λουλούδια. Αυτό είναι η επιγενετική, γιατί αλλάζει τελικά τη συμπεριφορά του».
Κι η γιαγιά μου, που κάπνιζε και πέθανε 100 χρονών;
Σχολιάζω ότι ενώ θα περίμενε κανείς από έναν γενετιστή να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στα γονίδια, εκείνος επιμένει στον ρόλο του τρόπου ζωής. «Εννοείται! Γιατί ξέρουμε ότι, για τον μέσο άνθρωπο, το πιο σημαντικό για την υγεία είναι το περιβάλλον. Όσο καλό γενετικό υλικό κι αν έχεις, αν κοιμάσαι λιγότερο από πέντε ώρες, πίνεις ουίσκι από το πρωί μέχρι το βράδυ και καπνίζεις σαν φουγάρο, μοιραία θα πεθάνεις νωρίτερα».
Και για αυτούς που λένε «η γιαγιά μου κάπνιζε και πέθανε 100 χρονών»; «Εντάξει, έκανε μία “αμαρτία”, αλλά όλα τα υπόλοιπα τα έκανε σωστά. Αν όμως τα κάνεις όλα λάθος —αν δεν τρέφεσαι σωστά και δεν γυμνάζεσαι— δεν υπάρχει περίπτωση να ξεφύγεις, όσο καλό κι αν είναι το γενετικό σου υλικό. Άρα, για τον μέσο άνθρωπο, το περιβάλλον καθορίζει πάνω από το 70% της συνολικής υγείας. Το υπόλοιπο είναι γενετική. Τώρα, αυτή η γιαγιά που έφτασε τα 100 και κάπνιζε, προφανώς δεν είχε κάποια γενετική προδιάθεση για καρκίνο του πνεύμονα. Αν είχε τα σχετικά γονίδια, δεν θα έφτανε τα 100. Εκεί ακριβώς βρίσκεται αυτό που λέμε προδιάθεση».
«Και γιατί λέτε “ο μέσος άνθρωπος”;» τον ρωτώ. «Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε τους ανθρώπους που έχουν σπάνια νοσήματα. Μπορεί κάθε νόσημα ξεχωριστά να αφορά λίγους ανθρώπους, συνολικά όμως στην Ελλάδα υπάρχουν πάνω από 300.000 άτομα με κάποιο σπάνιο νόσημα. Εκεί η γενετική μπορεί να καθορίζει πάνω από το 50% της συνολικής υγείας, ίσως και το 80%. Για τους περισσότερους από εμάς όμως, που δεν έχουμε ένα τέτοιο νόσημα, τον καθοριστικό ρόλο τον παίζει το περιβάλλον. Όταν το εξηγώ απλά στις ομιλίες μου, λέω ότι είναι περίπου πέντε προς ένα».
Ο ενήλικας παλεύει κάθε μέρα με τον θάνατο
Ας μιλήσουμε λοιπόν γι’ αυτόν τον «μέσο άνθρωπο». «Όταν γεννιόμαστε τα πράγματα είναι διαφορετικά», εξηγεί. «Εκεί η γενετική παίζει μεγαλύτερο ρόλο, επειδή πολλά παιδιατρικά νοσήματα είναι γενετικά. Μην ξεχνάμε επίσης ότι ο “μέσος άνθρωπος” έχει ήδη περάσει μια διαδικασία φυσικής επιλογής. Δηλαδή πολλά παιδιά που γεννιούνται με σοβαρά προβλήματα, δυστυχώς, δεν επιβιώνουν. Όταν έχεις φτάσει τα 50, έχεις ήδη επιβιώσει από όλα τα παιδιατρικά νοσήματα και από πάρα πολλά άλλα».
Είναι κάτι που συνήθως δεν συνειδητοποιούμε. «Ένα παιδί που είναι υγιές δεν έχει να σκεφτεί το νόημα της υγείας. Στην παιδική ηλικία το μόνο που έχει να κάνει είναι να μεγαλώσει — είναι γεμάτο υγεία. Ο ενήλικας, αντίθετα, παλεύει κάθε μέρα με τον θάνατο. Και όσο μεγαλώνουμε, ακόμη περισσότερο».
Δηλαδή; «Κάθε μέρα που περνάει χωρίς να είσαι άρρωστος είναι κέρδος. Αυτό πρέπει να το καταλάβουμε, για να καταλάβουμε και τη σημασία της πρόληψης. Και υπάρχει κι άλλη απόδειξη γι’ αυτό που λέω: όταν φτάσεις στα 80 χωρίς να έχεις νοσήσει από κάποιο από τα μεγάλα νοσήματα, έχεις πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να φτάσεις τα 100 απ’ ό,τι όταν είσαι 60. Γιατί λειτουργεί ξανά η φυσική επιλογή».
Κάθε μέρα που περνάει χωρίς να είσαι άρρωστος είναι κέρδος. Αυτό πρέπει να το καταλάβουμε, για να καταλάβουμε και τη σημασία της πρόληψης.
Αρχίζει να μιλάει με νούμερα. «Τα τέσσερα μεγάλα νοσήματα που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα είναι, με αυτή τη σειρά, τα καρδιαγγειακά, ο καρκίνος, τα νευροεκφυλιστικά νοσήματα και, ως “τρία συν ένα”, το μεταβολικό σύνδρομο με τον διαβήτη. Το τελευταίο αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης όλων των υπολοίπων και συνήθως συνυπάρχει με αυτά. Στα 64, λοιπόν, ο μέσος άνθρωπος κάνει το πρώτο του νόσημα: μια υπέρταση, ένα εγκεφαλικό, ένα καρδιακό επεισόδιο, ένα έμφραγμα — και συνήθως επιβιώνει.
»Σπάνια πεθαίνει κανείς την πρώτη φορά που εμφανίζει ένα από αυτά τα μεγάλα νοσήματα. Αυτό που σκοτώνει είναι η συσσώρευση και η φθορά. Στα 70, τα δύο τρίτα των ανθρώπων έχουν κάνει και δεύτερο χρόνιο νόσημα. Μπορεί να είναι ένας καρκίνος, που αντιμετωπίζεται, αλλά ο οργανισμός αρχίζει να επιβαρύνεται περισσότερο. Μαζί με τη συνολική φθορά της ηλικίας, γύρω στα 75 μπορεί να εμφανιστεί και το τρίτο χρόνιο νόσημα: ένα νευροεκφυλιστικό, μια ήπια άνοια. Αν υπάρχει μεταβολικό σύνδρομο, τα πράγματα γίνονται ακόμη δυσκολότερα: προστίθεται ο διαβήτης. Ο μέσος άνθρωπος, ακόμη και με στοιχειώδη περίθαλψη εδώ στην Ελλάδα, φτάνει στα 80, 82, 85 — πολλές φορές “συντηρούμενος” από τα φάρμακά του».
Όλα αυτά ακούγονται ανησυχητικά, σχολιάζω. Εκείνος μου φέρνει ένα παράδειγμα: «Πηγαίνετε σε οποιοδήποτε νεκροταφείο σ’ ένα μικρό μέρος, όπου μπορεί κανείς να παρατηρήσει συνολικά τα μνήματα και να κάνει, τρόπον τινά, τη δική του “στατιστική”. Θα δείτε ελάχιστους τάφους παιδιών και ανθρώπων που χάθηκαν από ατυχήματα, και μετά, γύρω στα 60 με 70, να αρχίζουν να εμφανίζονται περισσότεροι θάνατοι. Το εντυπωσιακό είναι ότι η αύξηση δεν είναι αναλογική. Δεν βλέπεις, δηλαδή, το 2% να πεθαίνει στα 62, το 3% στα 63 και ούτω καθεξής. Δεν λειτουργεί έτσι. Όπως και η ανάπτυξη του ανθρώπου, έτσι και η φθορά προχωρά με στάδια. Και ξαφνικά, γύρω στα 80, βλέπεις τη μεγάλη μάζα των θανάτων».
Και συνεχίζει: «Θα μου πείτε: “Μα αυτή η κυρία πέθανε από κάταγμα ισχίου”. Σωστό. Αλλά γιατί έπεσε; Γιατί είχε πρόβλημα κινητικότητας. Ή γιατί δεν μπορούσε να σηκωθεί λόγω της καρδιάς της. Ή γιατί είχε οιδήματα στα πόδια από καρδιακή ανεπάρκεια και δεν περπατούσε σωστά. Ή γιατί είχε οστεοπόρωση. Όλα έχουν μια συνέχεια».
Η νόσος δεν είναι αποτυχία
Άρα μιλάμε για τα χρόνια μη μεταδιδόμενα νοσήματα; «Αυτός ο όρος αντανακλά τον 20ό αιώνα της ιατρικής. Σήμερα ξέρουμε ότι αυτό που θα πάθει η γυναίκα σου είναι πιθανότερο να το πάθεις κι εσύ· αυτό που θα πάθει η οικογένειά σου μπορεί να το πάθεις κι εσύ — όχι απαραίτητα επειδή το κληρονόμησες, αλλά επειδή μοιράζεστε το ίδιο περιβάλλον. Οι ασθένειες αυτές δεν μεταδίδονται με μικρόβια ή ιούς, αλλά επηρεάζονται βαθιά από τον τρόπο ζωής. Και δεν υπάρχει πιο “μεταδιδόμενο” πράγμα από αυτό: οι διατροφικές συνήθειες, η κίνηση, το κάπνισμα, οι συμπεριφορές. Οι άνθρωποι λειτουργούν μιμητικά».
Η έμφαση στον τρόπο ζωής δεν πρέπει να μετατραπεί σε μια νέα μορφή ενοχής απέναντι στην ασθένεια.
Ωστόσο, η έμφαση στον τρόπο ζωής δεν πρέπει να μετατραπεί σε μια νέα μορφή ενοχής απέναντι στην ασθένεια. «Η νόσος είχε πάντα ένα στίγμα. Από την αρχαιότητα ακόμη θεωρούνταν κατάρα. Και αυτό, με άλλους τρόπους, επιβιώνει μέχρι σήμερα. Ακόμη υπάρχουν άνθρωποι που ντρέπονται να πουν ότι έχουν καρκίνο ή οικογένειες που το κρύβουν ή που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν εκφράσεις όπως η “επάρατος νόσος”. Αυτό είναι τραγικό. Και υπάρχει και η ενοχή: ότι δεν έκανα αυτά που έπρεπε και αρρώστησα. Όμως δεν εκπαιδευόμαστε ώστε να μάθουμε να φροντίζουμε τον εαυτό μας. Η γνώση για τον τρόπο ζωής δεν υπάρχει για να κατηγορήσουμε τον άνθρωπο που αρρωσταίνει, αλλά για να του δώσουμε τη δυνατότητα να αλλάξει ό,τι μπορεί να αλλάξει».
Και αυτός, λέει, είναι ο λόγος που πρέπει να κατανοούμε τα δεδομένα. «Η στατιστική δείχνει πόσο αμείλικτα είναι τα νούμερα και μας βοηθά να καταλάβουμε την εξέλιξη της ζωής. Και κυρίως αυτό που συζητάμε εδώ: πώς προλαμβάνεις τη νόσο. Αν δεν κατανοήσεις τα νούμερα και τον τρόπο με τον οποίο προκύπτουν, δεν μπορείς να προλάβεις τη νόσο».
Το στοίχημα δεν είναι πόσα χρόνια θα ζήσουμε, αλλά πώς θα τα ζήσουμε
Για τον κ. Στρατάκη, η πρόληψη δεν αφορά απλώς την αποφυγή μιας νόσου· αφορά την ποιότητα των χρόνων που κερδίζουμε.
«Αυτό που συχνά δεν συνειδητοποιούμε», λέει, «είναι ότι ο τρόπος που ζούμε μπορεί να μας οδηγήσει σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια σε ένα εγκεφαλικό ή ένα έμφραγμα. Και πολλές φορές οι άνθρωποι δεν έχουν συνδέσει κάτι που συμβαίνει στα 40 ή στα 50 με αυτό που μπορεί να συμβεί στα 70. Όμως σήμερα τα 70 δεν θεωρούνται μεγάλη ηλικία, είσαι ακόμη νέος. Γιατί να μην είσαι λειτουργικός και υγιής. Θα μου πείτε: “όλοι θα πεθάνουμε”. Ναι, αλλά το ερώτημα είναι πώς θα ζήσουμε μέχρι τότε».
Στην Αμερική, εξηγεί, υπάρχει ένας όρος γι’ αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής: the marginal decade, η οριακή δεκαετία. «Το μεγάλο στοίχημα είναι πώς θα ζήσεις αυτή τη δεκαετία. Θα την περάσεις ανάμεσα σε φάρμακα και νοσοκομεία ή θα φτάσεις στο τέλος έχοντας ζήσει μια γεμάτη ζωή, με υγεία, κάνοντας πράγματα, απολαμβάνοντας τη ζωή σχεδόν μέχρι την τελευταία στιγμή;»
Και εδώ, ο τρόπος της ζωής μας παίζει καθοριστικό ρόλο. Η λύση, λέει, δεν είναι πάντα κάτι σύνθετο. «Οι δρόμοι και οι παραλίες μας θα έπρεπε να είναι γεμάτοι ανθρώπους που κινούνται. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι είμαστε όντα εν κινήσει. Είναι απολύτως αφύσικο να κάθεσαι δέκα ώρες τη μέρα σε μια καρέκλα. Δεν φτιαχτήκαμε γι’ αυτό — φτιαχτήκαμε για να κινούμαστε. Τι σημαίνει πρακτικά; Ότι κάθε 20 ή 30 λεπτά σηκώνεσαι και περπατάς για λίγα λεπτά. Ότι κάθε μέρα αφιερώνεις στον εαυτό σου μισή ή μία ώρα, αν μπορείς, έντονου περπατήματος. Ότι δεν παίρνεις το ασανσέρ για να ανέβεις έναν όροφο αλλά χρησιμοποιείς τις σκάλες. Απλά πράγματα. Αυτό πρέπει να καταλάβει ο κόσμος».