Health & Fitness

Η βαρεμάρα ως αυτογνωσία, ψυχικό σήμα, και SOS

Το Ημερολόγιο της Πλήξης: 9 Αυγούστου

Κυριάκος Αθανασιάδης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το δικαίωμα στην ανία και η μεταφυσική της ραστώνης | Mode Pause: Οδηγός επιβίωσης για βαριεστημένους

Αν δεν αγκαλιάσεις την Αγία Ανία, θα το πάρει προσωπικά και θ’ αρχίσει να σε βασανίζει, να σε τσιγκλάει, να σου λέει σε όλους τους τόνους, «Είμαι κι εγώ εδώ». Και, «Α, γιά δες: μόνο ΕΓΩ είμαι εδώ».

Σαν τον συγγενή που στρογγυλοκάθεται στην πολυθρόνα σου, εκείνη που αγαπάς περισσότερο και την έχεις για να βλέπεις παλιές αισθηματικές ταινίες στην τηλεόραση, ή τον φίλο που δεν θυμάσαι καλά-καλά το όνομά του και δεν έχεις ιδέα τι δουλειά κάνει και —κυρίως— τι ψήφισε στις τελευταίες εκλογές —σχεδόν κάθε επιλογή είναι λόγος για να αλλάξεις ήπειρο αντί να του δώσεις το χέρι—, μα που τώρα σκύβει πάνω από τον ώμο σου στο διπλανό σκαμπό τού μπαρ για να σου πει πράγματα που ποσώς σε ενδιαφέρουν λες και είστε ναυαγοί σε ατόλη, η βαρεμάρα έχει έναν ενοχλητικό τρόπο να εμφανίζεται χωρίς πρόσκληση και να σε κοιτάει με ένα ηλίθιο χαμόγελο, απευθείας βγαλμένο από ταινία τρόμου.

Στην αρχή τη θεωρείς απλή ενόχληση. Μετά την αντιμετωπίζεις με τα βασικά διαθέσιμα μέσα: κινητό, ψυγείο, δεύτερο καφέ, ξανά ψυγείο, τρίτο βίντεο με πορτοκαλί γάτες που τραγουδάνε σε καραόκε, και πάει λέγοντας. Αυτά τα κόλπα είναι βέβαια δοκιμασμένα, και πιάνουν — αυτό έλειπε. Αλλά δεν κρατάνε για πάνω από δυο-τρεις ώρες. Βία. Ύστερα, η ίδια αίσθηση επιστρέφει, ελαφρώς πιο πεισμωμένη, με μια παραπάνω τρέλα στο μάτι, με μια αγριάδα, με μια ξιπασιά.

Από την άλλη, η πλήξη μπορεί να γίνει εργαλείο αυτογνωσίας ακριβώς επειδή δεν θα σας πει παινέματα, δεν ξέρει κολακείες. Δεν έρχεται αλλοπαρμένη, με την ωραία δραματικότητα της κρίσης, ούτε όμως με την καθαρότητα μιας μεγάλης απόφασης. Έρχεται χαμηλόφωνα, κομμάτι υπαινικτικά, περπατώντας με τα παπούτσια της αδιαφορίας, ή στις μυτίτσες, ή με κείνα τα πανιά, τα «πατάκια» που είχανε παλιά για να σέρνουν τα πόδια τους οι δυστυχείς ένοικοι του σπιτιού για να γυαλίσουν το παρκέ, σαν σκλάβοι στο Μισισίπι.

Αίφνης, κάποτε το βιβλίο που διάβαζες σε τραβούσε· τώρα το ανοίγεις από υποχρέωση, κι ας θέλεις να το κάψεις στην πυρά και να χορεύεις ολόγυρά της σαν μεθυσμένος Κομάντσι. Κάποτε η παρέα σε ξεκούραζε ή σε έκανε να χαμογελάς· τώρα μετράς την ώρα μέχρι να φύγεις, και στο μεταξύ μπήγεις τα νύχια σου στις παλάμες για να μην αρχίσεις να τσιρίζεις. Κάποτε η δουλειά σου είχε ρυθμό, και συνέπεια, και ίσως-ίσως και ένα κάποιο νόημα: έναν σκοπό· τώρα κάθε μέιλ μοιάζει αντίγραφο ενός προηγούμενου μέιλ που έμοιαζε αντίγραφο ενός παλιότερου μέιλ που έμοιαζε αντίγραφο ενός παλιότερου μέιλ από την Κόλαση.

Η βαρεμάρα αξίζει να αντιμετωπίζεται με λιγότερη περιφρόνηση και περισσότερη περιέργεια, γιατί μπορεί μεν να μην είναι σοφή σαν τη μελαγχολία ή πλουμιστά άκεφη σαν τη χίπστερ ακηδία, αλλά, αν και στρυφνή σαν γάτα, αν και γκρινιάρα και μονόχνοτη και με μποτοξαρισμένο μέτωπο, ξέρει πολλά πράγματα πολύ πριν τα μάθουμε και τα παραδεχτούμε κι εμείς. Ξέρει πότε κατιτί εξαντλήθηκε, πότε μια συνήθεια συνεχίζεται μηχανικά, πότε ένα πράγμα που έπρεπε να αλλάξει το αργότερο μέχρι χτες έχει αρχίσει να σφυρίζει σαν τσαγερό ξεχασμένο στη φωτιά. Έχει γραφτεί:

Ποτέ κανείς δεν έπαθε κάτι ακούγοντάς την ανία. Και πάντα είχαν κέρδος μέγα όσοι την αγκάλιασαν και την έκαναν δική τους. Ότι σ’ αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών.

Γενικά μιλώντας, η βαρεμάρα —άγρυπνη σαν ξεκούραστος μούτσος στη βαρδιόλα— καταγράφει τις ψυχολογικές μας μετατοπίσεις πολύ πριν αυτές γίνουν θεαματικές και αρχίσουν να απαιτούν επίσης θεαματικές λύσεις, όπως ανθρωποθυσίες. Δεν χρειάζεται ασφαλώς να αλλάξει κανείς επάγγελμα επειδή πέρασε μια Πέμπτη κοιτάζοντας ένα αρχείο χωρίς να καταλαβαίνει σε ποια γλώσσα ήταν γραμμένο. Αλίμονο. Μια διάκριση, εδώ πέρα, ανάμεσα στη διάρκεια και στην έκταση είναι μάλλον επιβεβλημένη. Αν η πλήξη αφορά μια ώρα, όλα καλά: είναι παραπάνω από φυσιολογικό.

Αν όμως, παρ’ ελπίδα, όλο αυτό έχει να κάνει με τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα, και αυτό το πραγματάκι κρατά κάμποσο καιρό, τότε ίσως θέλει προσοχή. Όταν τίποτα δεν προκαλεί το ενδιαφέρον μας, όταν ο χρόνος είναι βαρύς και άδειος, όταν καταφεύγουμε στο κινητό σαν τα εγκλωβισμένα στο στοματικό στάδιο παιδιά που ορμάνε στην πιπίλα, ενώ παράλληλα σιχαινόμαστε τον εαυτό μας που το κάνουμε αυτό το πράγμα… well, θέλει προσοχή αυτό, σωστά;

Κατά τα άλλα, το είπαμε: η ανία δεν είναι πάντα βαθιά, σοβαρή και επικίνδυνη. Τις περισσότερες φορές σημαίνει ότι μια σύσκεψη κράτησε σαράντα λεπτά παραπάνω, ότι δεν με ενδιαφέρει να δω τις φωτογραφίες του παιδιού σου —ή οποιουδήποτε παιδιού, τώρα που το σκέφτομαι—, ότι προτιμώ να μάθω για τον δράκο του Κόμοντο παρά τις ιστορίες από τη δουλειά σου, ή από τον στρατό, ή από τις διακοπές που έκανες στη Σχοινούσα. Όχι: η απλή, ωραία, καθημερινή πλήξη είναι χρήσιμη όσο και μια μικρή φαγούρα: σε ενοχλεί, αλλά χαίρεσαι και ανακουφίζεσαι όταν ξύνεσαι.

Το κακό όμως με την άλλου είδους βαρεμάρα, την πιο σοβαρή, εκείνη που χτυπάει τα καμπανάκια, είναι που δεν τα χτυπάει πάντα δυνατά και όλη την ώρα: θέλει να στήσεις κι εσύ αυτί. Δεν θα σου πει, «Αυτή η δουλειά σε σκοτώνει», «Αυτός ο γάμος σού πίνει το αίμα», «Αυτή η γελοία συνήθεια σου στερεί δέκα χρόνια από τη ζωή σου, ανόητο υποκείμενο». Όμως θα το υπονοήσει, θα σου κάνει νοήματα, θα σ’ το ψιθυρίσει. Θα σε σπρώξει με τον αγκώνα.

Η πλήξη, που μας θεωρεί εξυπνότερους από όσο είμαστε, μας φωνάζει να κάνουμε μια διάγνωση, σαν αυτές των ψυχολόγων του διαδικτύου που μοστράρουν κάθε μέρα σεντόνια ραμμένα στην κρεατομηχανή τού Α.Ι. Πράγμα όμως που για εμάς είναι καλό. Γιατί, αν μη τι άλλο, είναι μια αρχή.

* * *

Το αυγουστιάτικο Ημερολόγιο της Πλήξης κυκλοφορεί όλο τον μήνα, κάθε μέρα, στις 7 το πρωί. Ελπίζουμε να μη σας φαίνεται πολύ πληκτικό. Σας ευχαριστούμε.