- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Το δικαίωμα στην ανία και η μεταφυσική της ραστώνης | Mode Pause: Οδηγός επιβίωσης για βαριεστημένους
Έχει συμβεί κάτι πολύ περίεργο τα τελευταία δέκα-δεκαπέντε χρόνια: έχουν εξαφανιστεί από παντού τα χρώματα. Έχουν εξαφανιστεί από τις ταινίες, από τους χώρους εστίασης, από τη διαφήμιση, από παντού. Παντού κυριαρχούν μουντές, γκριζωπές, «γήινες» αποχρώσεις, χρώματα άχρωμα, σαν να έχει καλύψει τα πάντα μια σκιά που σκέφτεται και οργανώνει τις διαστάσεις του χώρου αγκαλιάζοντάς τες με το ξεπλυμένο της πέπλο. Ή μια πατίνα ερήμου. Αλλά μιας ερήμου εντελώς ιντελεκτουέλ, πέρα για πέρα σοφιστικέ, και ακραιφνώς —αυτό που λέγαμε παλιά— «κουλτουριάρικη».
Είναι μια παλέτα τού μπεζ και της ώχρας που απευθύνεται σε πλουσίους (ακόμη κι αν δεν έχουν μία: σε αυτούς ειδικά). Πάνε πια τα φλύαρα χρώματα της Τσινετσιτά και οι πορφυροί μανδύες των εκατοντάρχων: οι σύγχρονοι Οδυσσείς είναι ντυμένοι με ρούχα εμβαπτισμένα στο χρώμα της αυγουστιάτικης αμμουδιάς, και το εστιατόριο που άνοιξε τις προάλλες στο κέντρο και μαγειρεύει ηθικό φαγητό πασπαλισμένο με σπόρους σάρου από τον Αμαζόνιο και μαύρο κύμινο, μοιάζει φωτογραφημένο με την ωραία μέθοδο της δαγκεροτυπίας από πριν ακόμα τον Μεσοπόλεμο. Τα χρώματα —φήμες θέλουν— είναι τόσο πασέ, τόσο φτηνιάρικα, τόσο μπας-κλας. Έτσι, παντού κυριαρχεί πλέον η απλότητα, ο μινιμαλισμός, οι ξεβαμμένες χροιές, οι ήσυχοι τόνοι.
Η κυριαρχία του μινιμαλισμού στη σύγχρονη αρχιτεκτονική και στη διακόσμηση των κατοικιών και των χώρων εστίασης έχει απομακρυνθεί με μεγάλα βήματα από το θεαματικό και το υπερβολικό, βάζοντας όλα τα λεφτά της στον αρνητικό χώρο και στη σιωπή. Πέρα από αισθητική μόδα, η απουσία έντονων χρωμάτων λειτουργεί —ακούμε— σαν αντίδοτο στην ψηφιακή υπερδιέγερση και τον οπτικό κορεσμό. Αυτή η αυστηρή, δωρική, είρων απλότητα αξιοποιεί καθαρές γεωμετρικές φόρμες, ευθείες γραμμές και λιτά πλην επαναλαμβανόμενα μοτίβα, ή και καθόλου μοτίβα.
Η απουσία αφηγηματικού νοήματος επιβραδύνει τον επισκέπτη ή τον θεατή, καλλιεργώντας μια αίσθηση επείγουσας ενδοσκόπησης και υπόρρητης ψυχρής ζεστασιάς. Επιδερμικό στιλιστικό παιχνίδι ή τυποποιημένο καταφύγιο αποφυγής μιας πολυπλοκότητας που κούρασε, ή πάλιωσε σαν πολυχρησιμοποιημένη συσκευή, ο νεομινιμαλισμός μάς καθησυχάζει λέγοντας πως το δίχως άλλο συνοδεύεται από μια κάποια εσωτερική συνοχή και από μια ουσιαστική αρχιτεκτονική σκέψη, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπει το κενό από απλό σκηνικό σε φορέα συναισθήματος και στοχασμού. Or something.
Εδώ, η σιωπή έχει βάρος, έχει ουσία. Εδώ, ο αρνητικός χώρος γίνεται φορέας νοήματος, και η φαινομενική πλήξη —μακριά από το ευτελές κέρδος μιας τρικολόρε εικόνας που υπηρετεί ένα εύκολο, επιφανειακό ενδιαφέρον χωρίς καμία ανθεκτικότητα— μπορεί να μετατραπεί σε στοχαστική εμπειρία. Το άδειο δεν είναι άδειο: είναι γεμάτο δυνατότητες παρατήρησης, μνήμης, και ήπιας ζεστασιάς. Η απουσία αποκτά όγκο και μια πειθαρχημένη ηρεμία. Το κενό —μα κοίτα να δεις— έχει εντέλει σχήμα, θερμοκρασία, αναλογίες και μνήμη. Και φθορά.
Χωρίς να υπόσχεται μιαν άμεση ανταμοιβή, χωρίς να σου προσφέρει τη φτηνή ευχαρίστηση του θεάματος ή την ηδονή του δράματος, αλλά με την υπολανθάνουσα υπόσχεση, αν όχι βεβαιότητα, ότι είδες κάτι οπωσδήποτε σημαντικό, η αισθητική της πλήξης χαμηλώνει τον ήχο, αφαιρεί το περιττό, και αφήνει το βλέμμα να σταθεί σε μια πόρτα, έναν τοίχο, έναν άδειο δρόμο, ένα δωμάτιο χωρίς ανθρώπους, ένα πάρκινγκ χωρίς αυτοκίνητα, ένα μοτέλ στην άκρη ενός δρόμου, μια σειρά από πανομοιότυπα σπίτια, ένα ξύλινο τραπέζι με ένα ποτήρι νερό από το ΙΚΕΑ, σε μια πρόσοψη που είναι απλώς εκεί, στοχαστική και μόνη, και δεν ζητά τίποτα από κανέναν. Oh well.
* * *
Αυτά όλα τα διαβάζουμε πολύ πιο καλά από ό,τι τα λέμε εμείς εδώ στην «Τελειότητα» του Ιταλού συγγραφέα Vincenzo Latronico («La perfezione», 2024, στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Loggia, 2025, σε ακριβή μετάφραση της Δήμητρας Δότση). Το μυθιστόρημα μιλά για την ψηφιακή κουλτούρα, την απατηλή ζωή των ψηφιακών νομάδων, και τη (μάταιη) αναζήτηση της ευτυχίας στην ψηφιακή εποχή. Μέσα από την ιστορία ενός ζευγαριού που μετακομίζει από το Μιλάνο στο Βερολίνο, ο συγγραφέας σατιρίζει —ανάμεσα σε άλλα: τη στεγαστική κρίση, την ομογενοποίηση των σύγχρονων προτιμήσεων, την ψευδαίσθηση της απόλυτης ελευθερίας, την επιφανειακή πολιτική και κοινωνική εμπλοκή, την απώλεια της αυθεντικότητας και του επιθυμητού κλπ.— την instagrammable αισθητική και τον επιφανειακό, αλά Airbnb, τρόπο ζωής των millennials.
Παρά την τέλεια εξωτερική εικόνα και την οικονομική άνεση, η καθημερινότητά τους αποδεικνύεται κενή, μονότονη και χωρίς ουσιαστικές ανθρώπινες συνδέσεις. Στο βιβλίο, οι χώροι —και κυρίως το βερολινέζικο διαμέρισμα των πρωταγωνιστών— περιγράφονται με σχολαστική, σχεδόν φωτογραφική ακρίβεια, λειτουργώντας σαν προέκταση της ψηφιακής τους ταυτότητας: τα πάντα μοιάζουν με σκηνικά στημένα για φωτογράφηση, με props απολύτως εναρμονισμένα με τις τάσεις της εποχής.
Κυριαρχούν τα σκανδιναβικού τύπου έπιπλα, τα (κατάλληλα) φυτά εσωτερικού χώρου, τα γεωμετρικά χαλιά και τα προσεκτικά τοποθετημένα αντικείμενα — όπως περιοδικά τέχνης και ντιζάιν στο τραπεζάκι, και βέβαια το New Yorker.
H περιγραφή δίνει έμφαση στα υλικά και στις λεπτομέρειες που αποπνέουν μια αίσθηση καλά οργανωμένης και επιτηδευμένης φυσικότητας: ξύλινα πατώματα, άπλετο φως που μπαίνει από μεγάλα παράθυρα, καθαρές γραμμές, και μινιμαλιστική διάταξη. Ο χώρος τού λοφτ είναι ρευστός, καθώς λειτουργεί ταυτόχρονα σαν σπίτι και σαν επαγγελματικό γραφείο για τους δύο γραφίστες, αντικατοπτρίζοντας τον τρόπο ζωής των ψηφιακών νομάδων.
Παρά την ομορφιά, τη φωτεινότητα και την αρμονία τους, οι χώροι στην «Τελειότητα» περιγράφονται με μια ψυχρή, αναλυτική αντικειμενικότητα που αποκαλύπτει σταδιακά την έλλειψη ουσιαστικής ψυχικής σύνδεσης, φανερώνοντας έναν κόσμο αποστειρωμένο και επιφανειακό: την αμηχανία και την ινσταγκραμική κενότητα πίσω από την τελειότητα. Ή αλλιώς, μια μεγάλη, χαώδη, προπλυμένη βαρεμάρα.
Ασορτί με το θέμα μας, τέλος πάντων.
* * *
Το αυγουστιάτικο Ημερολόγιο της Πλήξης κυκλοφορεί όλο τον μήνα, κάθε μέρα, στις 7 το πρωί. Ελπίζουμε να μη σας φαίνεται πολύ πληκτικό. Σας ευχαριστούμε.