Σάββας Σαββόπουλος
Σάββας Σαββόπουλος © Τάσος Ανέστης
Health & Fitness

Σάββας Σαββόπουλος: «Η Gen Z έχει διαφορετική σχέση με τα συναισθήματα»

Ο μηχανιστικός άνθρωπος και η εποχή που μιλά για ψυχή χωρίς να την καταλαβαίνει
Χριστίνα Γαλανοπούλου
Χριστίνα Γαλανοπούλου
ΤΕΥΧΟΣ health voice
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο διακεκριμένος ψυχίατρος-ψυχαναλυτής Σάββας Σαββόπουλος, μιλάει με αφορμή το νέο του βιβλίο «Ο Μηχανιστικός Άνθρωπος - Σιωπές της ψυχής, ρωγμές του σώματος»

Την τελευταία πενταετία ψυχιατρικοί όροι επελαύνουν αλόγιστα στα media, όμως ούτε υγιαίνουμε ψυχικώς ούτε γινόμαστε καλύτεροι, όπως κάποιοι ήλπιζαν μετά τους εγκλεισμούς της πανδημίας. Και ενώ ακούμε για τοξικότητες και καταθλιπτικές συμπεριφορές κι άλλα τέτοια ημιμαθή και περισπούδαστα, ο σοβαρότερος Έλληνας ψυχίατρος - ψυχαναλυτής, μέσα από το νέο του βιβλίο «Ο Μηχανιστικός Άνθρωπος» (εκδ. Παπαδόπουλος), πρακτικά ολοκληρώνει μια τριλογία σαφών εξηγήσεων της ψυχοσωματικής και των όσων μεταβολίζει ή όχι το σώμα και η ψυχή μας.

Ωστόσο, αυτή τη φορά ο Σάββας Σαββόπουλος, λαμβάνοντας υπ’ όψιν του την πολυχρησία όρων που δεν γνωρίζουμε, εκτός από έναν έξοχο οδηγό κατανόησης του άρρηκτου δεσμού ψυχής-σώματος, προσφέρει και ένα γλωσσάρι –επιστημονικό εργαλείο για επαγγελματίες της ψυχικής υγείας και μη–, ώστε να γνωρίζουμε κάθε στιγμή τι λέμε και τι εννοούμε, μακριά από αντι-επιστημονικούς βερμπαλισμούς. Κι αν στο προηγούμενο πόνημά του στο επίκεντρο ήταν ο καρκίνος, στο νέο βιβλίο οι καρδιαγγειακές παθήσεις και τα αυτοάνοσα εξηγούνται διεξοδικά. Στην Athens Voice μιλάμε και για τον μηχανιστικό άνθρωπο και τη σκέψη του, για τις παγίδες της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και για τη Gen Z που ενίοτε μας μπερδεύει με τις συναισθηματικές της εκδηλώσεις.

Τι δεν καταλαβαίνουμε για την ψυχική υγεία — απαντά ο Σάββας Σαββόπουλος

— Να εξηγήσουμε λίγο τι είναι μηχανιστική ζωή και ποιος είναι ο μηχανιστικός άνθρωπος;

Με τον όρο «μηχανιστική σκέψη», οι Γάλλοι ψυχαναλυτές Μαρτί και Ντεμουζάν περιέγραψαν έναν τρόπο ψυχικής λειτουργίας όπου ο άνθρωπος προσκολλάται στη συγκεκριμένη, απτή πραγματικότητα –στις υποχρεώσεις, στους στόχους, στην πράξη– εις βάρος της επαφής του με την εσωτερική του ζωή. Η σκέψη του είναι κατεξοχήν χρηστική και κυριολεκτική. Δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει τη μεταφορά, να κινηθεί στο συμβολικό επίπεδο, να δώσει πολλαπλά νοήματα στην εμπειρία του. Η συναισθηματική του ζωή είναι φτωχή, η φαντασιωσική και η ονειρική του λειτουργία περιορισμένες. Ο κόσμος, όπως τον βιώνει, μοιάζει να έχει χάσει το βάθος του – σαν να γίνεται επίπεδος, δυσδιάστατος. Λείπει το βάθος της ιστορίας του.

Λίγα χρόνια αργότερα ο συμπατριώτης μας Π. Σιφναίος, καθηγητής στις ΗΠΑ, περιέγραψε μια παρόμοια κατάσταση με τον όρο αλεξιθυμία. Ο «μηχανιστικός άνθρωπος» είναι εκείνο το άτομο που έχει οργανώσει την ψυχική του λειτουργία με αυτόν τον τρόπο. Εστιάζει στο «εδώ και τώρα» της πράξης και είναι αποκομμένος από το ασυνείδητο, όπου έχουν εγγραφεί τα τραυματικά βιώματα. Με αυτόν τον τρόπο προστατεύεται από τον ψυχικό πόνο, όμως το τίμημα είναι σημαντικό: περιορίζεται η ζωντάνια της ψυχικής του ζωής και η δυνατότητα επεξεργασίας της εσωτερικής εμπειρίας, άρα και των τραυμάτων του, που μέσα στον χρόνο θα κακοφορμίσουν.

Αυτή η αποξένωση από τον βαθύτερο εαυτό που προκαλεί η μηχανιστική ζωή, αν και λειτουργεί αρχικά ως άμυνα, μπορεί μακροπρόθεσμα να καταστήσει το άτομο πιο ευάλωτο σε ψυχοσωματικές αποδιοργανώσεις. Ο «μηχανιστικός άνθρωπος» δεν είναι απλώς ένας όρος, αλλά ένα σχήμα κατανόησης του σύγχρονου ανθρώπου.

— Τα βιβλία σας περιλαμβάνει γλωσσάρι και εκτενή βιβλιογραφία. Ήταν μια προσπάθεια να μπουν τα πράγματα στη θέση τους;

Στη σημερινή εποχή πολλοί ψυχαναλυτικοί και ψυχιατρικοί όροι χρησιμοποιούνται ευρέως από το κοινό, χωρίς να είναι σαφές τι ακριβώς σημαίνουν. Έννοιες όπως «τραύμα», «ναρκισσισμός» ή «κατάθλιψη» έχουν περάσει στην καθημερινή γλώσσα, συχνά όμως χάνουν την ακρίβεια και το βάθος τους, καθώς απουσιάζουν σαφείς ορισμοί. Λαμβάνοντας αυτό υπ’ όψιν, θεώρησα σημαντικό να αποσαφηνίσω πώς χρησιμοποιώ τους όρους στο βιβλίο μου. Το γλωσσάρι και οι υποσημειώσεις δεν μπήκαν απλώς για επιστημονική τεκμηρίωση, αλλά κυρίως για να λειτουργήσουν ως εργαλεία κατανόησης για τον αναγνώστη. Για να είναι αυτό εφικτό, οι ψυχαναλυτικές έννοιες χρειάζεται να αποδοθούν σε έναν προσιτό, καθημερινό λόγο, χωρίς όμως να αλλοιώνεται η σημασία τους. Πιστεύω ότι ο ειδικός οφείλει να μπαίνει στη θέση του αναγνώστη, που θέλει να κατανοήσει το κείμενο που διαβάζει, και να του προσφέρει τα απαραίτητα εννοιολογικά μέσα για να παρακολουθήσει τις ιδέες του συγγραφέα.

Όταν η ψυχή ζει μηχανικά, το σώμα μιλά

— Τα «Επτά παραμύθια ζωής» και ο «Μηχανιστικός Άνθρωπος» συνιστούν έναν οδηγό ψυχοσωματικής;

Θα έλεγα ότι τα δύο αυτά βιβλία, μαζί με ένα τρίτο, το «Η δημιουργία του Ψυχοσωματικού ανθρώπου - Σώμα από ουρανό, ψυχή από χώμα» (2024), συνιστούν μια ενότητα που εξετάζει διαφορετικές όψεις της ψυχοσωματικής. Στα «Επτά παραμύθια ζωής - Είναι η νόσος ένα αμετάφραστο μήνυμα;» το ενδιαφέρον εστιάζεται στον καρκίνο και στις ψυχικές διεργασίες που σχετίζονται με την εμφάνιση και τη βίωση της νόσου. Μέσα από κλινικά παραδείγματα αναδεικνύεται όχι μόνο η σημασία της θεραπευτικής σχέσης για την ψυχική στήριξη, αλλά και η δυνατότητα του ατόμου να επανασυνδεθεί με τον αληθινό εαυτό του. Γιατί, αν δεν τον συναντήσει, κινδυνεύει να αρρωστήσει – η αρρώστια γίνεται συχνά η «μάσκα» του ανείπωτου.

Στο βιβλίο «Η δημιουργία του Ψυχοσωματικού ανθρώπου» εξετάζω πώς συγκροτείται από νωρίς η ενότητα σώματος και ψυχής, το ψυχόσωμα, μέσα στη σχέση του παιδιού με τους γονείς του, ιδιαίτερα με τη μητέρα. Τα πρώιμα τραύματα αφήνουν ελλείμματα στη δομή του ψυχισμού και επηρεάζουν τον τρόπο που το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και ζει. Συχνά, το άτομο, για να αποφύγει τον ψυχικό πόνο, απομακρύνεται από τον εαυτό του και υιοθετεί ξένες επιθυμίες ως δικές του, αγνοώντας την ευαλωτότητα του σώματός του.

Στον «Μηχανιστικό Άνθρωπο» εστιάζω σε μια συγκεκριμένη μορφή ψυχικής οργάνωσης –τη μηχανιστική ζωή– που καθιστά ορισμένους ανθρώπους πιο ευάλωτους σε σωματικές νόσους, όπως καρδιαγγειακές παθήσεις ή αυτοάνοσα. Παραδόξως, σε αυτές τις περιπτώσεις το άρρωστο σώμα μπορεί να λειτουργήσει ως έσχατο καταφύγιο απέναντι στην ψυχική αποδιοργάνωση. Η νόσος γίνεται τότε αφορμή για να αναζητήσει το άτομο την ιστορία του και να ξαναβρεί τη δυνατότητα να επιθυμεί, να ονειρεύεται και να ζει. Με αυτή την έννοια, τα τρία βιβλία δεν αποτελούν εγχειρίδια, αλλά μια συνολική προσέγγιση της ψυχοσωματικής: του τρόπου με τον οποίο σώμα και ψυχισμός συνδέονται τόσο στην εμφάνιση της νόσου όσο και στη θεραπευτική διαδικασία.

— Υπάρχουν ασθένειες πιο «ψυχοσωματικές» από άλλες;

Στη σύγχρονη ψυχοσωματική δεν θεωρούμε ότι υπάρχουν συγκεκριμένες «ψυχοσωματικές» ασθένειες. Σχεδόν κάθε νόσος έχει μια ψυχοσωματική διάσταση, γιατί ο ψυχισμός, όπως και το στρες, επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σώμα. Αυτό που έχει σημασία είναι να κατανοήσουμε ποιες μορφές ψυχικής λειτουργίας καθιστούν το σώμα ευάλωτο. Τέτοιες είναι η μηχανιστική σκέψη και η αλεξιθυμία που ήδη αναφέραμε, και έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο σωματικών διαταραχών.

Επίσης, άτομα με ορισμένα χαρακτηριστικά –προφίλ προσωπικότητας– έχουν την τάση να εμφανίσουν κάποιες συγκεκριμένες παθολογίες. Άτομα με προσωπικότητα Τύπου Α, που χαρακτηρίζονται από ανταγωνιστικότητα, ακόρεστη φιλοδοξία, ανυπομονησία, συνεχή αίσθηση πίεσης χρόνου, υψηλά επίπεδα στρες, θυμού ή εχθρότητας, συχνά εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων και υπέρτασης. Από καρδιαγγειακές νόσους απειλούνται και τα άτομα που έχουν προσωπικότητα τύπου D – distressed ή δύσφορη. Εμφανίζουν έντονα δυσφορικά συναισθήματα –άγχος, θυμό, απαισιοδοξία–, που προσπαθούν να κρύψουν, και αναστολή στις σχέσεις με τους άλλους, καταστολή συναισθημάτων, φόβο απόρριψης.

Η βία, το κακό και η ψυχική ευθύνη

— Ζούμε μια εποχή αυξανόμενης βίας ή τα ίδια συνέβαιναν και παλαιότερα, απλώς δεν τα μαθαίναμε;

Η βία αποτελεί μέρος της ανθρώπινης φύσης, όμως σε περιόδους κοινωνικής αστάθειας και αβεβαιότητας τείνει να γίνεται πιο ορατή και πιο εκρηκτική. Ο άνθρωπος έχει σεξουαλικές και επιθετικές ενορμήσεις, οι οποίες επιδιώκουν να ικανοποιηθούν. Εάν αυτές δεν εκπαιδευτούν από την οικογένεια, το σχολείο, την κοινότητα, μπορεί να ξεχυθούν ανεξέλεγκτα για να ικανοποιηθούν. Σήμερα ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι θεσμοί, οι αξίες και οι σταθερές που παλαιότερα συγκρατούσαν τις ενστικτώδεις ορμές φαίνεται να αποδυναμώνονται. Παράλληλα, ο ναρκισσιστικός πολιτισμός ενισχύει την αίσθηση ότι η ματαίωση είναι αφόρητη. Όταν ο άνθρωπος δεν αντέχει τη ματαίωση, πληγώνεται ναρκισσιστικά και τότε η οργή μπορεί να γίνει κυρίαρχη δύναμη. Έτσι μπορεί να εκδηλωθεί η βία, η οποία διαφοροποιείται ανάλογα με την ψυχική συγκρότηση, την ιστορία και τη συγκυρία.

— Τελικά, ψυχιατρικοποιείται το κακό;

Πρώτα να δούμε τι είναι το κακό από την οπτική ενός ψυχαναλυτή. Από την πλευρά της ψυχανάλυσης, το κακό κυρίως συνδέεται με την ψυχική διεργασία της αποσύνδεσης (déliaison), της ενόρμησης θανάτου από την ενόρμηση ζωής· όταν η ενόρμηση θανάτου μετατρέπεται σε ενόρμηση καταστροφικότητας, η οποία μπορεί να ξεχυθεί προς τα έξω, εναντίον του άλλου (απουσία επιθυμίας, βίαιη εκφόρτιση, αδιαφορία και απώλεια δεσμού με τον άλλον ή επιθυμία για κατοχή του).

Η ψυχανάλυση αναζητεί το κακό στο ασυνείδητο και επιχειρεί να το εξηγήσει. Η μητρική σχέση θεμελιώνει τη δυνατότητα σύνδεσης ή αποσύνδεσης του ατόμου με τον άλλο. Διακρίνονται δύο μορφές κακού: α) ένα «ανθρώπινο» (με νόημα και ενοχή) και β) ένα ριζικό, που καταστρέφει το ίδιο το νόημα των πραγμάτων και των σχέσεων. Η ψυχανάλυση δεν εξαλείφει το κακό, αλλά επιχειρεί να το μετασχηματίσει σε λόγο, σχέση και ψυχική σύνδεση.

Η ψυχιατρική έχει μεγάλη ευθύνη όταν αποδίδει καταλογισμό για την τέλεση εγκληματικών πράξεων. Πρέπει να αποφευχθεί το να αποδοθούν κάποιες από αυτές αποκλειστικά σε ψυχιατρικές διαταραχές, αν αυτό δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Η ψυχιατρική εξετάζει αν ένα άτομο είχε τη δυνατότητα να κατανοήσει και να ελέγξει τις πράξεις του. Στις περισσότερες περιπτώσεις βίαιων εγκλημάτων, οι δράστες γνωρίζουν τι κάνουν. Το κακό δεν είναι πάντα αποτέλεσμα ψυχικής ασθένειας. Συχνά συνδέεται με κοινωνικούς παράγοντες, ναρκισσισμό, απουσία ενσυναίσθησης (ψυχοπαθητικές προσωπικότητες) και την έλλειψη μιας εσωτερικής ηθικής (Υπερεγώ) που δείχνει στο άτομο τι μπορεί να κάνει και τι απαγορεύεται. Η ψυχιατρική δεν μπορεί ούτε πρέπει να λειτουργεί ως άλλοθι για το κακό.

Μια γενιά εκτεθειμένη στο βλέμμα των άλλων

— Η Gen Z φαίνεται πιο συναισθηματικά συγκρατημένη. Γιατί;

Η Gen Z φαίνεται να είναι πιο συγκρατημένη συναισθηματικά όχι γιατί «νιώθει λιγότερο», αλλά επειδή σχετίζεται διαφορετικά με το συναίσθημα. Μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί η ψηφιακή επικοινωνία: οθόνες, εικόνες, μουσική υπόκρουση και σύντομα μηνύματα, περιορίζουν τη σωματική παρουσία, το βλέμμα, το άγγιγμα, τη σιωπή, τη χρονικότητα που απαιτεί το σκέπτεσθαι και η καλλιέργεια των συναισθημάτων. Η απαίτηση για άμεση απόκριση στην πληροφορία που δέχεται δεν αφήνει τον χρόνο στο άτομο να επεξεργαστεί τις ιδέες και τις συγκινήσεις του. Η συνεχής έκθεση στα κοινωνικά δίκτυα δημιουργεί ένα «βλέμμα του Κέρβερου» που παρακολουθεί διαρκώς το άτομο και το αξιολογεί. Ο νέος όλο και συχνότερα νιώθει ότι δεν εκφράζεται απλώς· εκτίθεται.

Εγκαθίσταται έτσι μια μορφή αυτοελέγχου και συγκράτησης – το συναίσθημα πρέπει να είναι διαχειρίσιμο, εκ των προτέρων κατασκευασμένο, προβλέψιμο, για να είναι αποδεκτό. Περιορίζεται η αυθόρμητη έκφραση υπέρ μιας επιμελημένης εκδοχής του εαυτού. Εξάλλου, ο σύγχρονος ναρκισσιστικός πολιτισμός δίνει έμφαση στην ταχύτητα και στην απόδοση εις βάρος μιας εσωτερικής διεργασίας. Η σκέψη και το συναίσθημα τείνουν να λειτουργούν σε παρελθόντα χρόνο ή να ψιθυρίζουν κάτι από το μέλλον. Ο άλλος γίνεται καθρέφτης επιβεβαίωσης και όχι ένα πρόσωπο με το οποίο μπορεί να επιτευχθεί μια γόνιμη πνευματική και συναισθηματική ανταλλαγή.

Η Gen Z είναι ίσως πιο εκτεθειμένη από κάθε άλλη προηγούμενη γενιά, και ακριβώς γι’ αυτό αναγκάζεται να προστατεύεται από έναν πολιτισμό που κυρίως νοιάζεται για την ανάπτυξη, το κέρδος, το φαίνεσθαι και απαιτεί συμμόρφωση. Έτσι ο νέος θα συγκρατήσει, θα φιλτράρει ακόμα και θα καταστείλει τα συναισθήματά του, πριν εμφανιστεί στον άλλον. Αν αυτό διαρκεί για πολύ, τελικά χάνει επαφή και με τον εαυτό του, με το σώμα του.

— Πώς μπορούμε να ζούμε με τις οθόνες χωρίς να αποξηραινόμαστε συναισθηματικά;

Οι ψηφιακές τεχνολογίες δυνητικά είναι πολύ χρήσιμες. Το καθοριστικό στοιχείο είναι πώς τις εντάσσουμε στη ζωή μας, πώς θέλουμε να τις χρησιμοποιήσουμε. Ο άνθρωπος τείνει όλο και περισσότερο να καθορίζεται μέσα από την εικόνα του και το βλέμμα του άλλου. Συχνά ισχύει το «είμαι ό,τι ποστάρω». Μέσα από την ανάρτηση, την έκφραση γνώμης ή ακόμη και την πρόκληση, επιδιώκει να νιώσει ότι υπάρχει, ότι αναγνωρίζεται, ότι ανήκει.

Ωστόσο, όσο περισσότερο επενδύει σε αυτή την εξωτερική, ψηφιακή αναγνώριση, τόσο κινδυνεύει να απομακρυνθεί από την εσωτερική του ζωή. Η συνεχής έκθεση, η ανάγκη για ανταπόκριση και η ταχύτητα της επικοινωνίας περιορίζουν τον χρόνο για σκέψη, σιωπή, φαντασία και ουσιαστική επεξεργασία των συναισθημάτων.

Παράλληλα, η επικοινωνία μέσω της οθόνης δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη ζωντανή συνάντηση των ανθρώπων, των σωμάτων τους. Η απουσία του σώματος, του βλέμματος, της φυσικής παρουσίας, αποδυναμώνει την εμπειρία της σχέσης και μπορεί να ενισχύσει τη μοναξιά και τον κατακερματισμό του εαυτού. Ο άνθρωπος εμφανίζει μεγαλύτερη συνοχή όταν βρίσκεται κοντά σε κάποιο άλλον άνθρωπο που αγαπάει.

Αντιμέτωπο με τον κίνδυνο να καταβροχθιστεί από τον ψηφιακό καταναγκασμό, το άτομο δεν θα βρει ισορροπία σε μια «λελογισμένη χρήση» του ψηφιακού πεδίου, αλλά κυρίως στην επιλογή του να μην υποκαταστήσει η ψηφιακή ζωή την πραγματική. Ο άνθρωπος χρειάζεται να διατηρεί ζωντανή τη σχέση με τον εαυτό του και με τον άλλον ως παρόντα, σωματικό και συναισθανόμενο υποκείμενο. Μόνο τότε η τεχνολογία παραμένει εργαλείο – και δεν μετατρέπεται σε έναν χώρο όπου ο άνθρωπος χάνει σταδιακά τη ζωντάνια της ύπαρξής του.

— Τι σημαίνει η χρήση του ChatGPT ως «ψυχολόγου»;

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει πληροφορίες, κατευθύνσεις ή ακόμη και μια αίσθηση προσωρινής υποστήριξης. Ωστόσο, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ψυχοθεραπεία, γιατί λείπει το βασικό της στοιχείο – η ζωντανή σχέση.

Η θεραπευτική διαδικασία δεν είναι απλώς ανταλλαγή λόγων. Είναι μια σύνθετη κατασκευή που δημιουργείται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο από τον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο. Εκεί αναπτύσσονται φαινόμενα μεταβίβασης και αντιμεταβίβασης, που αποτελούν τον πυρήνα της κατανόησης. Ο θεραπευτής δεν ακούει μόνο τι λέει ο ασθενής. Συμμετέχει με το σώμα του, με τα συναισθήματά του, με τις αντιδράσεις του – ακόμη και με τις «παράδοξες» σκέψεις ή τις εσωτερικές του μετατοπίσεις. Αυτά τα αντιμεταβιβαστικά στοιχεία, μαζί με τα αισθητηριακά ερεθίσματα και τα συναισθήματα που αναδύονται στη συνεδρία, αποτελούν ουσιώδη εργαλεία για την κατανόηση του ασθενούς.

Αντίθετα, ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, όσο εκτεταμένη γνώση κι αν διαθέτει, δεν έχει σώμα, δεν διαθέτει λιβιδινική ενέργεια, δεν «πάλλεται» συναισθηματικά μαζί με τον άλλον. Δεν μπορεί να βιώσει ούτε να μετασχηματίσει την εμπειρία της σχέσης. Γι’ αυτό και η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο, αλλά όχι ως θεραπευτής. Η ψυχοθεραπεία παραμένει μια συνάντηση δύο ζωντανών οργανισμών, δύο σωμάτων, όπου μέσα από τη σχέση, η οποία επενδύεται από λίμπιντο, αναδύεται το νόημα και η δυνατότητα αλλαγής.

→ Σάββας Σαββόπουλος • Αρθρογραφία

Δειτε περισσοτερα