Πολιτικη & Οικονομια

Τα πρώτα θύματα των Ναζί ήταν τα άτομα με αναπηρία

27 Ιανουαρίου, Διεθνής Ημέρα Μνήμης Θυμάτων του Ολοκαυτώματος

Γιώργος Σταμάτης
Γιώργος Σταμάτης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ο Γιώργος Σταμάτης, Γ.Γ. Κοινωνικής Αλληλεγγύης & Καταπολέμησης της Φτώχειας, γράφει για την εξόντωση των ατόμων με αναπηρία από τους Ναζί.
© Kurt Vinion/Getty Images

Ο Γιώργος Σταμάτης, Γ.Γ. Κοινωνικής Αλληλεγγύης & Καταπολέμησης της Φτώχειας, γράφει για την εξόντωση των ατόμων με αναπηρία από τους Ναζί

Η πιο μελανή περίοδος στη σύγχρονη παγκόσμια Ιστορία είναι εκείνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά την οποία εξολοθρεύθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης πάνω από 6.000.000 άνθρωποι, στην πλειονότητα τους Εβραίοι. Η πρώτη κοινωνική ομάδα όμως της οποίας οι Ναζί σχεδίασαν μεθοδευμένα τη συστηματική εξόντωση ήταν τα άτομα με σωματική, ψυχική ή νοητική αναπηρία. Μόλις ο Χίτλερ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Γερμανίας, ξεκίνησε μια εκστρατεία προπαγάνδας κατά των πολιτών με αναπηρία, με στόχο να πειστεί ο λαός πως οι σωματικές και νοητικές αποκλίσεις από το μέσο όρο αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία της «καθαρότητας της φυλής» και συνιστούν τροχοπέδη για τη νέα πορεία του γερμανικού έθνους. Ήδη από τη σχολική ηλικία εμπεδωνόταν στους μικρούς Γερμανούς μαθητές η αντίληψη ότι οι πολίτες με αναπηρία είναι παρείσακτοι, ότι δεν μπορούν να συμβάλλουν στην οικοδόμηση μιας ισχυρής «νέας Γερμανίας», το δε κόστος που συνεπάγονται για το γερμανικό κράτος είναι δυσβάσταχτο. Το εξώφυλλο του μηνιαίου ναζιστικού περιοδικού «Νέος Λαός» γράφει χαρακτηριστικά το 1938: «60.000 μάρκα (του Ράιχ) κοστίζει αυτό το άτομο που πάσχει από κληρονομική ατέλεια στην λαϊκή κοινότητα κατά τη διάρκεια της ζωής του».

Σύμφωνα με την εθνικοσοσιαλιστική θεώρηση τα άτομα με αναπηρίες και ανίατες ασθένειες ζούσαν μια ζωή «ανάξια να βιωθεί (Lebensunwertes Leben)» και έπρεπε να εξουδετερωθούν.

Αρχικά, το 1935 εντάχθηκε στους νόμους φυλετικής υγιεινής της Νυρεμβέργης, «πρόγραμμα ευγονικής». Αυτό προέβλεπε τις αναγκαστικές στειρώσεις, καθώς και ότι για την τέλεση γάμου απαιτείτο πιστοποιητικό καταλληλότητας από τις δημόσιες υγειονομικές αρχές, το οποίο δεν μπορούσε να χορηγηθεί σε όσους είχαν κληρονομικές παθήσεις και μολυσματικές ασθένειες. Στόχος των άκρως ρατσιστικών αυτών μέτρων κατά τον Χίτλερ, που ασπαζόταν πλήρως τις θεωρίες περί ευγονικής, ήταν η παρεμπόδιση «του βιολογικού εκφυλισμού εξαιτίας κληρονομικών ασθενειών».

Άλλωστε, ήδη από το 1933 οι Ναζί διενεργούσαν αναγκαστικές στειρώσεις στο πλαίσιο της επικαλούμενης φυλετικής κάθαρσης και τελικά υπεβλήθησαν σε υποχρεωτική στείρωση πάνω από 400.000 άτομα.

Η δεύτερη και πιο αποτρόπαια φάση της μαζικής εξόντωσης των ατόμων με αναπηρία ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1939, όταν ο Αδόλφος Χίτλερ ενέκρινε την έναρξη του επονομαζόμενου προγράμματος t4. Το απόρρητο αυτό «πρόγραμμα» εκτεινόταν στη Γερμανία και στα προσαρτηθέντα σε αυτήν εδάφη και στόχος του ήταν η διενέργεια μαζικών δολοφονιών Γερμανών πολιτών με ανίατες ασθένειες και αναπηρίες, με το αιτιολογικό ότι η διακοπή της ζωής τους είναι η μόνη λύση για την ανακούφιση τους από των πόνο και τη δυστυχία που προκαλεί η αναπηρία τους. Δύο μήνες νωρίτερα, είχε εκδοθεί διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό των νοσοκομείων και των ιδρυμάτων είχε την υποχρέωση να καταγράψει όλα τα παιδιά με αναπηρία κάτω των τριών ετών και να παραδώσει τα ονόματα στην Κυβέρνηση. Στη συνέχεια, οι Αρχές άρχισαν να παροτρύνουν τους γονείς παιδιών με αναπηρία κάθε ηλικίας να τα εισάγουν σε παιδιατρικές κλινικές, στις οποίες οι γιατροί, αντί να τα θεραπεύουν, τα δολοφονούσαν με θανατηφόρες ενέσεις. Το «πρόγραμμα» στη συνέχεια συμπεριέλαβε και τους εφήβους και πολύ σύντομα επεκτάθηκε και στους ενήλικες με αναπηρία που διέμεναν σε ιδρύματα, άσυλα και κλινικές.

Στο πλαίσιο αυτών των πρακτικών, τα άτομα με αναπηρία μεταφέρονταν σε κέντρα εξόντωσης που δημιουργήθηκαν στη Γερμανία και την Αυστρία, τα οποία παρουσιάζονταν ως εγκαταστάσεις λουτρών, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργούσαν ως εργαστήρια ανάπτυξης μεθόδων δολοφονίας ατόμων με αναπηρία με ακραία βασανιστικό τρόπο. Για την αποκλειστική δολοφονία ανάπηρων ατόμων, λειτουργούσαν έξι τέτοιες εγκαταστάσεις στις περιοχές Bernburg, Brandenburg, Grafeneck, Hadamar, Hartheim και Sonnenstein. Στα εφιαλτικά αυτά κέντρα εξόντωσης, συγκέντρωναν τους ανθρώπους σε κλειστούς χώρους και τους έπνιγαν στο μονοξείδιο του άνθρακα. Κατόπιν τα πτώματα αποτεφρώνονταν σε κρεματόρια, ενώ οι οικογένειες των θυμάτων λάμβαναν ένα πιστοποιητικό που ανέφερε ψευδή αίτια θανάτου. Δύο χρόνια αργότερα, το θεωρητικά μυστικό «πρόγραμμα ευθανασίας», όπως το ονόμασαν, διέρρευσε λόγω των μαζικών δολοφονιών και έγινε ευρύτερα γνωστό, όταν στις 3 Αυγούστου του 1941 στο Μίνστερ ο επίσκοπος Clemens August Graf von Galen κατήγγειλε τις ειδεχθείς αυτές πράξεις στο πλαίσιο δημόσιου θρησκευτικού κηρύγματος. Η έντονη λαϊκή διαμαρτυρία που ακολούθησε, συμπεριλαμβανομένων πολλών κληρικών και άλλων δημοσίων προσώπων, ανάγκασε τον Αδόλφο Χίτλερ στις 24 Αυγούστου να διατάξει τον τερματισμό των δολοφονιών στη Γερμανία. Στην πραγματικότητα ο μαζικός αφανισμός των ατόμων με αναπηρία συνεχίστηκε με άκρα μυστικότητα στο Hartheim Castle της Αυστρίας και στο Hadamar της Γερμανίας.

Η μαζική θανάτωση των ανάπηρων ατόμων σε κλειστούς χώρους με δηλητηριώδη αέρια, αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία των θαλάμων αερίων, στους οποίους δολοφονήθηκαν μέσω του δηλητηριώδους αερίου «Zyklon B» εκατομμύρια Εβραίοι και άλλοι κρατούμενοι, συμπεριλαμβανομένων και όλων σχεδόν των ατόμων με αναπηρία που εκτοπίζονταν και μεταφέρονταν στα στρατόπεδα εξόντωσης.

Μόλις αποβιβάζονταν από τα τραίνα στο Μπέλζεκ, Σόμπιμπορ, Τρεμπλίνκα, Άουσβιτς-Μπίρκεναου και στα άλλα στρατόπεδα, οι κρατούμενοι κατόπιν διαλογής χωρίζονταν στους ικανούς και μη ικανούς για εργασία, που είχε ως αποτέλεσμα οι ανάπηροι μαζί με τα βρέφη και τα μικρά παιδιά, τις έγκυες γυναίκες και τους ηλικιωμένους να θανατώνονται στους θαλάμους αερίων αμέσως μετά την άφιξή τους. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι μαρτυρίες για μελλοθάνατους, που μετέφεραν στα χέρια ανάπηρα άτομα της οικογένειάς τους στον δρόμο προς τους θαλάμους του θανάτου, επειδή προηγουμένως είχαν αφαιρεθεί από αυτά τα τυχόν προσθετικά μέλη και δεν μπορούσαν να περπατήσουν.

Τα άτομα με αναπηρία, ως «μη παραγωγικά στοιχεία», δεν είχαν θέση στην κοινωνία του Γ’ Ράιχ και εξοντώνονταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης είτε από τις κακουχίες και την εξάντληση, είτε υποβάλλονταν σε φρικτά «ιατρικά» πειράματα, είτε τους χορηγείτο μια θανατηφόρα δόση φαινόλης.

Συνολικά υπολογίζεται ότι μέχρι το τέλος του πολέμου είχαν χάσει τη ζωή τους από τις ναζιστικές θηριωδίες πάνω από 275.000 άτομα με αναπηρία.

Η θεωρία περί κατωτερότητας της ζωής των ατόμων με αναπηρία αντλεί τις ρίζες της στις θεωρίες της ευγονικής και ο μαζικός αφανισμός των ατόμων με αναπηρία συνιστά μια επιμέρους πτυχή του ναζιστικού ολοκαυτώματος που οφείλουμε να διατηρούμε στη συλλογική μας μνήμη ως πανανθρώπινο δίδαγμα για τις σύγχρονες γενιές, ώστε να καταπολεμούμε κάθε μορφή διάκρισης και διαχωρισμού των ανθρώπων. Η οικοδόμηση συνεκτικών κοινωνιών συμπερίληψης και αμοιβαίας αποδοχής ορθώνει το πιο συμπαγές τείχος κατά οποιασδήποτε ρατσιστικής στάσης ή συμπεριφοράς. Οι αντιλήψεις, όσο ακραίες και αν φαίνονται, όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες, μπορούν να γίνουν πράξεις, γι’ αυτό αποτελεί χρέος του καθενός μας να συμβάλλουμε στη διαμόρφωση κοινωνιών για όλους χωρίς αποκλεισμούς.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ