Πολιτικη & Οικονομια

Επιστροφή στη Μι Ελάσσονα

Κλείνοντας λογαριασμούς με το παρελθόν: το διττό όνειρο της επιστροφής και της ζωής στο κέντρο

romanos-gerodimos.jpg
Ρωμανός Γεροδήμος
ΤΕΥΧΟΣ 834
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Παλιά πολυκατοικία στην Πατησίων
© Ρωμανός Γεροδήμος

Επιστροφή στην Αθήνα, μια ενδιαφέρουσα διαδικασία ενηλικίωσης πέριξ της Πατησίων από το καλοκαίρι του 2021

Σε μια πραγματικά εξαιρετική –αστεία, συγκινητική, διαφωτιστική– ομιλία το 2008, ο μεγάλος μαέστρος Μπέντζαμιν Ζάντερ δείχνει με τον πιο απλό τρόπο τη δύναμη της κλασικής μουσικής. Ξεκινάει την ομιλία του βάζοντας ένα στοίχημα με το κοινό: παρόλο που πολλοί από αυτούς πιστεύουν ότι δεν καταλαβαίνουν ή δεν τους ενδιαφέρει η κλασική μουσική, ή ότι είναι «μουσικώς κωφοί», μέχρι το τέλος του εικοσαλέπτου θα νιώθουν όλοι, ανεξαιρέτως, πάθος γι’ αυτήν και θα την καταλαβαίνουν.

Ο Ζάντερ κάθεται στο πιάνο και αρχίζει να παίζει το Πρελούδιο σε Μι Ελάσσονα (Op. 28, No. 4) του Σοπέν (ένα ομολογουμένως σπαρακτικό κομμάτι)∙ βήμα-βήμα, με απτά παραδείγματα τις νότες και τις συγχορδίες που σιγά-σιγά υποχωρούν –Σι, Λα, Σολ, Φα δίεση...– για να φτάσουν στη βάση τους: στη Μι. Μόνο που δεν φτάνουμε στη Μι, γιατί ακριβώς πριν φτάσουμε εκεί, ο Σοπέν κάνει μια επανάληψη της κίνησης αυτής∙ και μετά μια παρακάμψη, μια παρεμβολή∙ και μετά μια απροσδόκητη «απατηλή πτώση» (deceptive cadence) όπου ναι μεν είμαστε στη νότα Μι, αλλά σε «λάθος» συγχορδία που δεν μας δίνει την ανακούφιση που περιμένουμε. Η κάθαρση καθυστερεί, το κομμάτι συνεχίζεται, όπως όλα τα κομμάτια∙ όπως όλες οι ιστορίες. Γιατί ο Ζάντερ ουσιαστικά δεν μιλάει για την κλασική μουσική, αλλά για τις ιστορίες και φυσικά για την ίδια τη ζωή. Και στο τέλος της φράσης, αφού έχουμε περάσει απ’ τα σαράντα κύματα και έχουμε δοκιμάσει όλες τις λάθος εκδοχές της Μι, όταν επιτέλους φτάνουμε στην τονική, καταληκτική Ιη –στη «σωστή» συγχορδία της Μι Ελάσσονος– ο Ζάντερ λέει ότι νιώθουμε όπως όταν μπαίνουμε στο σπίτι μας, μετά από μία εξαντλητική, εφιαλτική μέρα. Γιατί αυτό είναι το κάθε κομμάτι κλασικής μουσικής, η κάθε ιστορία, η κάθε ανθρώπινη ζωή: ένα ταξίδι γυρισμού προς το σπίτι, προς την Ιθάκη. Φεύγουμε για να επιστρέψουμε.

Ο Ζάντερ μας συνιστά να δούμε τη μεγάλη εικόνα∙ να παρακολουθήσουμε τη «μακριά γραμμή» που συνδέει την αρχή ή το τώρα με το τέλος προσβλέποντας πάντα στην επιστροφή στο σπίτι∙ μόνο που το τέλος έχει διττή έννοια: είναι μεν το τέλος της διαδρομής, αλλά είναι και ο σκοπός, το όραμα. Ο Ζάντερ θυμίζει τον Νέλσον Μαντέλα και λέει ότι αυτό που τον κράτησε ζωντανό 27 χρόνια στη φυλακή δεν ήταν το σήμερα, αλλά το όραμα, η επιστροφή.

                                                 * * *

Καλοκαίρι 2021

Όταν ζεις κάτι που το έχεις φανταστεί, που το έχεις ονειρευτεί πολλές φορές, όταν ζεις μια νέα εκδοχή του παρελθόντος στο παρόν, τότε ο χωροχρόνος κάπως αποσυντονίζεται∙ φλασιές από το παρελθόν και το μέλλον κάνουν παρεμβολές στο παρόν, γίνονται ένα με αυτό. Οι νεκροί ζωντανεύουν. Το ίδιο και οι αγέννητοι. Τα ερειπωμένα, μισοδιαλειμμένα κτίρια αποκτούν στιγμιαία ζωή και χρώμα, πριν αποσυντεθούν και πάλι. Το σώμα σου γίνεται για μια στιγμή και πάλι εφηβικό∙ το ίδιο και το μυαλό.

Στις 5 Ιουνίου 2021 προσγειώθηκα στην Αθήνα μετά από ενάμιση χρόνο απουσίας, σκληρού εγκλεισμού, απομόνωσης, υπερκόπωσης και –κυριολεκτικά και μεταφορικά– εικονικής ζωής∙ με την ψυχολογία στο ναδίρ, με το μυαλό να έχει γίνει πουρές, με το σώμα να έχει στερηθεί τον ήλιο, με υπαρξιακά διλήμματα να γίνονται αφόρητα, με απουσίες, αποχαιρετισμούς και χάσματα σε σχέσεις και φιλίες.

Η εσωτερική νέκρωση –αυτή η αίσθηση της απάθειας και του κενού, το σταδιακό σβήσιμο τόσο των επιθυμιών όσο και των φόβων– πραγματοποιήθηκε αργά αλλά σταθερά. Σύμφωνα με ρεπορτάζ των New York Times, το φαινόμενο αυτό έχει όνομα, λέγεται «εξασθένιση» (“languishing”) και ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα του 2021. Εξασθένιση. Όπως ο περισσότερος κόσμος, παραμέρισα τις ανάγκες και τα συναισθήματά μου για να μπορέσω να βγάλω την περίοδο αυτή. Το σώμα και το μυαλό μπήκαν σε καθεστώς πειθαρχίας, στέρησης και επανάληψης. Το σύστημα άντεξε∙ το κόστος όμως ήταν μεγάλο και ο αντίκτυπος φάνηκε μετά. (Ακόμη και τώρα, αναρωτιόμαστε αν η συνθήκη της πανδημίας θα μας αφήσει ατομικά και συλλογικά κουσούρια, ενώ οι επιπτώσεις στα παιδιά και στους φοιτητές φαίνεται να είναι σοβαρές και μακροπρόθεσμες).

Ίσως το χειρότερο από αυτά, το πιο τρομακτικό, αυτό που περισσότερο κι από τη φυσική μας ύπαρξη απειλεί την ίδια μας την ταυτότητα και την ατομικότητα, να είναι η εξασθένιση της μνήμης: το να μη θυμάσαι τι ήθελες να πεις∙ τι πήγες να κάνεις στην κουζίνα∙ πώς λένε τον συνάδελφο με τον οποίον μίλησες προχτές και τον τίτλο του βιβλίου που διάβασες χτες∙ το να μη θυμάσαι πώς ήταν η ζωή πριν∙ το να μη θυμάσαι καν τα όνειρα και τις ελπίδες σου∙ το να μην μπορείς να συγκεντρωθείς.

Την πρώτη φορά που κάθομαι με την παρέα μου για ένα καφέ στην Αθήνα τον Ιούνιο του 2021, το μυαλό μου είναι τόσο μπουκωμένο ώστε να μου είναι αδύνατο να παρακολουθήσω τη συζήτηση. Κοιτάζω σε αφασία τους άλλους, με τη σκέψη μου να κάνει άσκοπους κύκλους, σαν κάτι άρρωστους συγγενείς που τους βγάζουμε βόλτα για να πάρουν αέρα. Όταν μετά από λίγες μέρες παίρνω προαγωγή στη δουλειά, αρχίζω να κερνάω τους φίλους μου τον έναν μετά τον άλλον, για να χαρώ με τη χαρά τους, γιατί εγώ δεν νιώθω απολύτως τίποτα.

Το σώμα όμως θυμάται. Και αρχίζει να ξυπνάει απ’ τη χειμερία νάρκη.

Μια μικρή γκαρσονιέρα στην Πάτμου, νοικιασμένη για λίγους μήνες μέσω Airbnb, γίνεται το πρώτο «δικό μου» σπίτι – μια ενδιαφέρουσα διαδικασία ενηλικίωσης σε ηλικία 45 ετών∙ αλλά και το πρώτο μου σπίτι στο κέντρο της Αθήνας: ένα όνειρο ζωής.

Περπατάω πέριξ της Πατησίων. Νιώθω ότι οι προσόψεις των πολυκατοικιών της Αθήνας, η υφή των κακοφορμισμένων πεζοδρομίων με τα καπάκια της αποχέτευσης που εξέχουν, αυτό το αστικό τοπίο που είναι μείγμα ασφάλτου, πέτρας, τσιμέντου, δέντρων, σκόνης, θορύβου, ζωής, καυσαερίου, βρωμιάς, είναι τόσο οικείο ώστε να αποτελεί τις ρίζες του δικού μου σώματος. Ίσως είμαι σαν τον Βέγγο που σε μια ταινία πήγαινε ταξίδι, ένιωθε ότι του λείπει το καυσαέριο της πόλης, και κατέβηκε να εισπνεύσει λίγο απ’ την εξάτμιση του ΚΤΕΛ.

Παρατηρώ προσεκτικά τις πολυκατοικίες και βλέπω έναν ασύλληπτο αρχιτεκτονικό, αστικό πλούτο: νεοκλασικές επαύλεις, λαϊκές μονοκατοικίες, υπέροχα δείγματα Μπάουχαους και εκλεκτικισμού, μοντερνισμός σε μαζική κλίμακα, χώροι υποδοχής, κλιμακοστάσια, πόρτες, μπαλκόνια, έρκερ, πατζούρια, σκάλες, φώτα. Αλήθεια, είναι εκεί, κοιτάξτε προσεκτικά και θα τα δείτε όλα αυτά. Στην Αθήνα.

Σαν φλασιές περνάνε απ’ το μυαλό μου θραύσματα μνήμης απ’ την παιδική ηλικία: ο παμπάλαιος ανοιχτός ανελκυστήρας κάτι φίλων στη Γρηγοροβίου∙ τα πρωινά στο εξαιρετικό κτίριο του Εθνικού Ωδείου στη Μαιζώνος∙ σινεμά με την οικογένειά μου στους μεγάλους κινηματογράφους του κέντρου: Έμπασσυ, Ράδιο Σίτυ, Μπρόντγουεϊ, Νιρβάνα.

Ένας έρωτας που βρισκόταν σε νάρκη επί 30 χρόνια ξυπνάει. Όποιος έχει βαρεθεί την Πατησίων, έχει βαρεθεί τη ζωή.

Συνειδητοποιώ ότι είναι σα να έχω περάσει μέσα απ’ τον καθρέφτη. Τόσα χρόνια όπου πήγαινα, σε όποια πόλη του κόσμου κι αν ήμουν, έβλεπα την Αθήνα. Τώρα που είμαι στην Αθήνα βλέπω τις άλλες πόλεις: στα προκήπια της Καραμανλάκη και της Ευπαλίνου βλέπω το Λονδίνο. Στους φοίνικες της Πλατείας Αμερικής το Σαν Φρανσίσκο. Στις μεγαλοαστικές πολυκατοικίες της Βασιλίσσης Σοφίας το Μπουένος Άιρες. Στη σκληρή αστικότητα της Σόλωνος το Μοντεβιδέο. Στους καταπράσινους δρόμους με τις επαύλεις της Εκάλης το Μαλχόλαντ Ντράιβ, και στη θέα από την κορυφή του Λυκαβηττού τη θέα του Λος Άντζελες.

Εν μέσω φρικτών, εφιαλτικών πυρκαγιών, με τις στάχτες να καλύπτουν τα αυτοκίνητα και την πόλη να φωτίζεται με ένα πορτοκαλί φίλτρο, το δικό μου καλοκαίρι εξελίσσεται σε μία διονυσιακή εμπειρία και σε φόρο τιμής στην παιδική ηλικία: κλείνω λογαριασμούς με το παρελθόν.

Το διττό όνειρο της επιστροφής και της ζωής στο κέντρο –η προοπτική της επιστροφής στη δική μου Μι Ελάσσονα, γιατί άλλωστε εκεί προσπαθούμε πάντα και ματαίως να επιστρέψουμε: στην παιδική ηλικία– αρχίζει δειλά-δειλά να μοιάζει ως πιθανότητα. Μέχρι να φύγω, στα τέλη Αυγούστου 2021, η απόφαση έχει παρθεί.

                                                 * * *

Προς το τέλος της ομιλίας του, πριν ξανακάτσει στο πιάνο για να παίξει ολόκληρο το πρελούδιο, ο Ζάντερ ζητάει απ’ τον κάθε έναν και την κάθε μία στο κοινό να έχει στο μυαλό του ένα αγαπημένο άτομο το οποίο δεν βρίσκεται πλέον κοντά του. Όταν τελειώνει το πρελούδιο του Σοπέν, όταν επιστρέφει στην τονική εστία της Μι Ελάσσονος, ένα ολόκληρο αμφιθέατρο χιλίων εξακοσίων ανθρώπων, πολλοί εκ των οποίων δεν είχαν δώσει ποτέ σημασία στην κλασική μουσική, έχει δακρύσει∙ έδωσαν σημασία στο ταξίδι, έχοντας το νου τους στον προορισμό, στο τέλος. 

ΠΡΟΣΦΑΤΑ