Πολιτικη & Οικονομια

Γυναικολόγοι και ασθενείς: Γιατί οι γυναίκες δυσκολεύονται να το βάλουν στα πόδια

Mετά από την πρώτη επαφή με μια γιατρό που μας δημιουργεί αρνητικές εντυπώσεις, έχουμε, θεωρητικά, τη δυνατότητα να μην την ξαναεπισκεφτούμε

soti-triantafyllou.jpg
Σώτη Τριανταφύλλου
ΤΕΥΧΟΣ 834
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Γυναικεία πόδια
© Unsplash

Σκέψεις για τη σχέση γιατρών-ασθενών με αφορμή τις κατηγορίες εναντίον της υφυπουργού Χρυσούλας Ζαχαροπούλου.

Καμιά ιατρική εξέταση δεν είναι ευχάριστη για τους ασθενείς. Εκτός του ότι κάποιος μας υποβάλλει προσωπικές ερωτήσεις και μας πασπατεύει, έχουμε κάποιο βαθμό άγχους για τη διάγνωση και για το τι θα επακολουθήσει. Κανείς μας δεν πηγαίνει στον γιατρό για να περάσει υπέροχα. Μερικοί κατατάσσουν στις χειρότερες στιγμές τους την επίσκεψη στον οδοντογιατρό· άλλοι στον ουρολόγο, στον γαστρεντερολόγο ή στον γυναικολόγο. Υπάρχουν αντικειμενικά και υποκειμενικά δεδομένα: τα ανατριχιαστικά οδοντιατρικά εργαλεία είναι αναπόφευκτα· η είσδυση στο σώμα κατά τις γυναικολογικές και ουρολογικές εξετάσεις επίσης. Παρά τη μεγάλη πρόοδο των απεικονιστικών εξετάσεων, η σωματική επαφή με τον/τη γιατρό είναι απαραίτητη και προς το παρόν η τεχνολογία δεν μπορεί να την αντικαταστήσει. Εξάλλου, συχνά, η τεχνολογία συνδυάζεται με σωματική επεμβατικότητα: π.χ. στην κολονοσκόπηση.

Αν και το επάγγελμα της μαμής είναι το αρχαιότερο στον κόσμο, μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες οι περισσότεροι γυναικολόγοι στην Ελλάδα ήταν άνδρες. Το παράξενο φαινόμενο οφειλόταν στο ότι οι γυναίκες-γιατροί προτιμούσαν εργαστηριακές και γενικότερα μη χειρουργικές ειδικότητες, καθώς και στο ότι οι γυναίκες-ασθενείς έδειχναν περισσότερη εμπιστοσύνη στους άνδρες. Επρόκειτο για μια αντανάκλαση της κοινωνικής εξάρτησης και ψυχικής υποτέλειας: οι γυναίκες έβλεπαν τον γυναικολόγο τους ως πατέρα, προστάτη και σωτήρα. Father knows best. Στο μεταξύ, η γυναικολογία σήμαινε, και ίσως σημαίνει ακόμα, υψηλότερα έσοδα για τους γιατρούς, κυρίως επειδή εμπλέκεται με καταστάσεις που δεν είναι ασθένειες ―στειρότητα, αμβλώσεις, τοκετοί― οι οποίες ενισχύουν την εξάρτηση από τον δεδομένο γιατρό, τη δυσκολία της αλλαγής και της μετακίνησης σε κάποιον άλλον.

Με ευκαιρία τις κατηγορίες εναντίον της Χρυσούλας Ζαχαροπούλου, θα επιμείνω ότι, σε μια δημοκρατική κοινωνία, μετά από την πρώτη επαφή με μια γιατρό που μας δημιουργεί αρνητικές εντυπώσεις, έχουμε, θεωρητικά, τη δυνατότητα να μην την ξαναεπισκεφτούμε. Νομίζω ότι οι γυναίκες δυσκολεύονται να το βάλουν στα πόδια όταν πρέπει να το βάλουν στα πόδια. Έχουν αμφιβολίες για το ίδιο τους το ένστικτο και πιθανώς τη μοιρολατρική ιδέα ότι δεν θα βρουν κάποιον-α που να τους ταιριάζει καλύτερα. Έτσι, όλες οι γυναίκες ―ιδιαίτερα στην Ελλάδα όπου η συνειδητότητα παραμένει αρκετά χαμηλή― έχουν να διηγηθούν πολεμικές ιστορίες από την πλοήγησή τους στον κόσμο των γυναικολόγων. Οι περισσότεροι άνδρες γυναικολόγοι ήταν και παραμένουν αναίσχυντα σεξιστές, ενώ, πολλοί είναι αναίσθητοι, άγαρμποι και ακατάλληλοι για τη συγκεκριμένη ειδικότητα. Από την άλλη πλευρά, πολλές γυναίκες γυναικολόγοι έχουν ύφος ανωτερότητας ή είναι φεμινίστριες από εκείνες που περιφρονούν τις συχνά αντιφεμινιστικές αντιλήψεις των ασθενών τους. Το ίδιο φύλο δεν συνεπάγεται παρόμοια κοσμοθεώρηση: για παράδειγμα, μια ασθενής της κ. Ζαχαροπούλου παραπονιέται σήμερα διότι η ανικανότητά της να αποκτήσει παιδιά δεν συγκίνησε καθόλου τη γιατρό ―όντως, μερικές γυναίκες προσλαμβάνουν τη στειρότητα ως τραγωδία ενώ άλλες όχι. Το ότι οι γυναίκες γιατροί άρχισαν επιτέλους, τα τελευταία τριάντα χρόνια, να επιλέγουν τη γυναικολογία δεν σημαίνει απαραιτήτως περισσότερη ενσυναίσθηση έναντι των γυναικών. Στην Ελλάδα υπάρχει μακρά παράδοση αντικειμενοποίησης και ανευθυνοποίησης του ασθενούς: μέχρι πρότινος, οι γιατροί δεν ενημέρωναν τους ασθενείς για τις ιατρικές χειρονομίες και πρακτικές, φτάνοντας ακόμα και να τους λένε ψέματα σε περίπτωση σοβαρής ή θανάσιμης νόσου. Ο ασθενής βρισκόταν «στα χέρια» του γιατρού, δηλαδή κάτω από την απόλυτη εξουσία του. Εδώ προσθέτω ότι μαζί με τη διανομή ρόλων πατέρας-παιδί, οι Έλληνες ασθενείς κάθε άλλο παρά υπακούουν στις συμβουλές του γιατρού ― όμως αυτή είναι μια ακόμη νοσηρή συμπεριφορά που δεν αντισταθμίζει την αντικειμενοποίηση.

Σε όλες τις ειδικότητες ―και η γυναικολογία δεν εξαιρείται― υπάρχουν γιατροί με ευαισθησία και ένα είδος ταλέντου για τη δουλειά που έχουν διαλέξει: εκτός από το να κάνουν σωστές διαγνώσεις και να προτείνουν σωστές θεραπευτικές μεθόδους, ξέρουν να ακούνε την ασθενή, συνεννοούνται, αφιερώνουν χρόνο και δείχνουν τον απαιτούμενο σεβασμό. Άλλοι στερούνται αυτού του ταλέντου και επιπλέον έχουν χέρι χασάπη ― υποθέτω ότι ο χασάπης δεν χρειάζεται λεπταισθησία για να κόψει το κρέας. Τέλος, υπάρχει πάντοτε η πιθανότητα της σεξουαλικής βίας και εκμετάλλευσης, η οποία ωστόσο μού φαίνεται απλό να παρατηρηθεί και να καταγγελθεί: αν ο/η γυναικολόγος ασκήσει σεξουαλική βία ―κάτι που διαφέρει ριζικά από την αγαρμποσύνη: περιττό και που το λέω― απευθυνόμαστε στους θεσμούς, στα όργανα· στην αστυνομία, στον ιατρικό σύλλογο, στα ΜΜΕ. Ο βιασμός δεν είναι πράξη για την οποία μπορούμε να έχουμε αμφιβολία.

Φοβάμαι πάντως ότι στον σύγχρονο κόσμο αναβιώνει μια μορφή σεμνοτυφίας που μπορεί να καταλήξει σε ποινικοποίηση χρήσιμων ιατρικών διαδικασιών δυσχεραίνοντας την ήδη περίπλοκη σχέση μεταξύ γιατρών και ασθενών. Πολλοί άνθρωποι έχουν μεταμορφωθεί σε snowflakes που χρησιμοποιούν τον όρο «βιασμός» για να εκφράσουν τη σεξουαλική παρενόχληση και τον όρο «σεξουαλική βία» για να εκφράσουν υπέρβαση των ορίων της ευγένειας ή ανάρμοστες προτάσεις. Πρέπει να καταλάβουμε πως σε ό,τι αφορά τις γυναικολογικές εξετάσεις, το τελευταίο που σκέφτονται οι περισσότεροι γυναικολόγοι, είναι το σεξ κι ότι παλιότερα, όταν επικρατούσε σεξουαλική πείνα, τέτοιες φρικαλεότητες ήταν σαφώς συχνότερες. Δυσκολεύομαι λοιπόν να θεωρήσω κολάσιμη πράξη την έλλειψη διακριτικότητας ή λεπτότητας, την ατζαμοσύνη, την αδεξιότητα· το ότι, για παράδειγμα, μερικοί γιατροί δεν παίρνουν στα σοβαρά τον ασθενή όταν παραπονιέται ότι πονάει αφόρητα. Το «αφόρητα» ίσως υποτιμάται: οι γιατροί προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους και να ξεμπερδεύουν μιαν ώρα αρχύτερα. Έτσι, με τη λογική ότι μερικές φορές οι ιατρικές εξετάσεις πονάνε και θα πονάνε χωρίς να φταίει κανείς, αγνοούν κραυγές και παρακλήσεις να σταματήσει η εξέταση. Αυτή η συμπεριφορά πρέπει να αλλάξει χωρίς να ποινικοποιηθεί.

Στη Γαλλία, ανάμεσα στα δικαιώματα των ασθενών που προβλέπει η χάρτα του 2002 είναι το να μπορεί να διακόψει την ιατρική εξέταση οποιαδήποτε στιγμή. Το θεωρώ θεμελιώδες: σηκώνομαι, ντύνομαι και φεύγω. Και απευθύνομαι σε έναν άλλο γιατρό που δεν με βασανίζει ή που με βασανίζει λιγότερο, που με σέβεται, που με ακούει και που είναι καλά εκπαιδευμένος τόσο στην ιατρική επιστήμη όσο και στη διαχείριση των ασθενών.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ