Πολιτικη & Οικονομια

Η Καμάλα Χάρις και η πολιτική των ταυτοτήτων

Τα άτομα κρίνονται πια, όχι από τις πράξεις τους, αλλά από τα εγγενή τους χαρακτηριστικά, για τα οποία είτε θα λογοδοτήσουν, είτε θα ανταμειφθούν

kalamanti-sofia.jpg
Σοφία Καλαμαντή
ΤΕΥΧΟΣ 813
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Κάμαλα Χάρις, Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ
Κάμαλα Χάρις © EPA/Greg Nash / POOL

Η Καμάλα Χάρις, η πολιτική των ταυτοτήτων και η κυριαρχία του θεωρητικού μοντέλου της διατομεακότητας (intersectionality) στην πολιτική

Κυριαρχεί τον τελευταίο καιρό στον αμερικάνικο Τύπο η προσπάθεια της Καμάλα Χάρις να ενισχύσει τη δημοτικότητά της μεταξύ των Δημοκρατικών ψηφοφόρων, αφού το πρώτο έτος της θητείας της ολοκληρώνεται με έναν όχι και τόσο θετικό απολογισμό. Η αντιπρόεδρος των ΗΠΑ αφήνει πίσω της μία χρονιά στην οποία υπέπεσε σε μια σειρά σφαλμάτων σε επικοινωνιακό επίπεδο, όντας συχνά απροετοίμαστη, ακόμη και στις ολιγάριθμες έως τώρα συνεντεύξεις της. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα, η εμφανής αδυναμία της να δώσει ένα ακριβές χρονοδιάγραμμα σε ερώτηση δημοσιογράφου του NBC σχετικά με το πότε θα μπορούν οι Αμερικανοί πολίτες να προμηθευτούν τα δωρεάν rapid tests τους, για τη διάθεση των οποίων η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει δεσμευτεί εδώ και καιρό. Ταυτόχρονα, η ηχηρή απουσία της από σημαντικές διαβουλεύσεις της κυβέρνησης το προηγούμενο διάστημα, όπως κατά την ψήφιση του νομοσχεδίου για τις επενδύσεις σε υποδομές και θέσεις εργασίας, αλλά και η εκ των έσω αμφισβήτησή της, με τη μαζική παραίτηση στενών συνεργατών της, ολοκληρώνουν το κακόμορφο ψηφιδωτό διοίκησης των πρώτων μηνών της στην κυβέρνηση Μπάιντεν. Πλήθος διαρροών έχουν υπάρξει για τη μειωτική συμπεριφορά της ίδιας απέναντι στους συνεργάτες που την εγκατέλειψαν, συνδυαστικά με την έλλειψη προετοιμασίας (ακόμη και αυτοπεποίθησης, όπως φημολογείται) στη διαχείριση της καθημερινής ατζέντας του γραφείου της.

Πλέον, η αντιπρόεδρος Χάρις βρίσκεται σε περίοδο ανασύνταξης: η αρχή έγινε με την πρόσληψη του πολύ έμπειρου δημοσιογράφου και επικοινωνιολόγου Jammal Simmons, ως νέου διευθυντή Επικοινωνίας του γραφείου της. Το πρόγραμμα των δημόσιων εμφανίσεών της έχει ενισχυθεί σημαντικά, ενώ το τελευταίο διάστημα πρωτοστατεί στην προώθηση ενός από τα πιο φλέγοντα ζητήματα της κυβέρνησης, τη μεταρρύθμιση της ομοσπονδιακής εκλογικής νομοθεσίας, με πιέσεις και για την αλλαγή της μεγάλης επιρροής που έχει η Γερουσία στην κωλυσιεργία ψήφισης νέων νόμων. Φυσικά, απώτερος στόχος όλων των παραπάνω είναι να μπορέσει να διεκδικήσει τη θέση της στο ψηφοδέλτιο των αμερικανικών εκλογών του 2024. H ίδια αρνείται επίμονα να απαντήσει για το αν θα κατέβουν μαζί με τον Μπάιντεν στις εκλογές του 2024, είτε χαρακτηρίζοντας τις όποιες εικασίες συνδυασμών για το ψηφοδέλτιο των Δημοκρατικών «κουτσομπολιό», είτε δηλώνοντας εμφατικά πως σημασία έχουν οι παρούσες υποθέσεις που απασχολούν την κυβέρνηση.

Εάν κανείς ανατρέξει στα δημοσιεύματα κατά την περίοδο ανακοίνωσης της Χάρις ως υποψήφιας στο πλευρό του Μπάιντεν, εύλογα θα σκεφτεί πως η επιλογή της ήταν σε μεγάλο βαθμό απόρροια της εμμονικής προσκόλλησης της αμερικανικής πολιτικής σκηνής στα ζητήματα φυλετικής και κοινωνικής ταυτότητας, που πλέον υπαγορεύουν με τρόπο κυριαρχικό την τελική ετυμηγορία για το ποιοτικό εκτόπισμα των δημοσίων προσώπων στις ΗΠΑ. Τα τότε δημοσιεύματα των μεγάλων εφημερίδων έκαναν λόγο για μια σειρά από επερχόμενες «ταυτοτικές πρωτιές» στην αμερικάνικη πολιτική σκηνή, τις οποίες θα εγκαινίαζε πανηγυρικά η Χάρις, με την ενδεχόμενη εκλογή της: όχι μόνον η πρώτη γυναίκα αντιπρόεδρος, αλλά ταυτοχρόνως η πρώτη μαύρη γυναίκα, που έχει και ασιατικές ρίζες. Με μητέρα Ινδή και πατέρα από την Τζαμάικα, η ανακοίνωση της υποψηφιότητάς της προκάλεσε σειρά από συζητήσεις στα social media, που ουδεμία σχέση είχαν με το πολιτικό της παρελθόν ή τα αντικειμενικά διαπιστευτήριά της για τη θέση.

Αντιθέτως, τα σχόλια στην πλειονότητά τους αποτελούσαν θεωρητικές αερολογίες για το ποια από τις φυλετικές της παρακαταθήκες οφείλει να υπερισχύσει, ώστε να καθορίσει τις πολιτικές της επιλογές. Αμερικανοί ψηφοφόροι με ρίζες από τη Νότια Ασία δήλωναν με παράπονο στα κοινωνικά δίκτυα τον Αύγουστο του 2020 πως η ασιατική κληρονομιά της Χάρις παραγκωνίζεται, προκειμένου  να ευνοηθεί η σύσφιξη σχέσεων με τους Αφροαμερικανούς ψηφοφόρους, την περίοδο που το κίνημα Black Lives Matter βρισκόταν σε πλήρη άνθηση. Από την πλευρά τους, πολλοί ψηφοφόροι της αφροαμερικανικής κοινότητας εξέφραζαν τις επιφυλάξεις τους για τον αντίκτυπο που θα έπρεπε να έχουν οι φυλετικές ρίζες της υποψήφιας στη δική τους κοινότητα, υπογραμμίζοντας πως για πολλούς Αφροαμερικανούς η Χάρις «δεν θεωρείται αρκετά μαύρη», ώστε να εκπροσωπήσει αποτελεσματικά τις διεκδικήσεις τους. Η ποιότητα και κυρίως η σοβαρότητα τέτοιων επιχειρημάτων, που φτάνουν να καθορίζουν την εκλογή ή όχι ενός προσώπου σε ένα από τα σημαντικότερα αξιώματα ενός κράτους-υπερδύναμης, δεν είναι απλώς αμφισβητήσιμες, αλλά φλερτάρουν αναίσχυντα με την πλήρη φαιδρότητα.

Η περίπτωση της Καμάλα Χάρις αποτελεί παράδειγμα περίπτωσης όπου το θεωρητικό μοντέλο της διατομεακότητας (intersectionality) γίνεται σήμερα ένα από τα κυρίαρχα εργαλεία μέτρησης του ποιοτικού αλλά και ποσοτικού αποτυπώματος ενός ατόμου στον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο. Δημιούργημα της ακαδημαϊκού και ακτιβίστριας Kimberlé Williams Crenshaw, που χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο το 1989, η διατομεακότητα αποσκοπεί να προσδιορίζει τα άτομα, όχι ως ξεχωριστές συνεκτικές προσωπικότητες, διαπλασμένες από τα ερεθίσματα της παιδείας τους, τις πολιτισμικές επιρροές τους και τον κοινωνικό τους περίγυρο, αλλά ως το κράμα ενός υποσυνόλου ταυτοτήτων. Έτσι, η εθνικότητα, το φύλο και ο σεξουαλικός προσανατολισμός συνδιαμορφώνουν είτε ένα πλέγμα προνομίων είτε ένα πλέγμα διακρίσεων, που έρχονται να επικαλύψουν κάθε άλλη πτυχή της προσωπικότητας και των δυνατοτήτων του ατόμου. Στην ουσία, τα χαρακτηριστικά αυτά ορίζουν εκ προοιμίου πώς θα αντιμετωπίζεται το άτομο από τον περίγυρό του, αλλά και ποια είναι τα κοινωνικά-ταξικά του όρια, αφού οι πολλαπλές αυτές ταυτότητες διαμορφώνουν εν τέλει ένα πεδίο σχέσεων εξουσίας και καταπίεσης, εντός του οποίου το άτομο είναι καταδικασμένο να πορευτεί για όλη του τη ζωή.

Το γεγονός ότι η Καμάλα Χάρις έφερε με βάση το συγκεκριμένο μοντέλο έναν εντυπωσιακό συνδυασμό από ταυτότητες πανθομολογούμενες ως λιγότερο προνομιούχες (παρότι η ίδια προέρχεται από ένα καθ' όλα προνομιούχο περιβάλλον, με γονείς ακαδημαϊκούς και εξαιρετικές σπουδές) είναι βέβαιον πως συνέβαλε στην εκτόξευση της δημοτικότητάς της πριν από τις εκλογές του 2020. Το αποτύπωμα της θητείας της χρειάζεται ακόμη αρκετό χρόνο για να αποκρυσταλλωθεί, το σίγουρο είναι όμως ότι το πρώτο της έτος της στην Αντιπροεδρία δεν χαρακτηρίστηκε από μεγάλες επιτυχίες ή σημαίνοντα πεπραγμένα. Ενδεχομένως, οι ικανότητές της να μην αξιολογήθηκαν επαρκώς, αφού η ενδελέχεια της αξιολόγησης κάηκε με απαράμιλλη ελαφρότητα στον βωμό της επιδερμικής προοδευτικής ρητορικής, η οποία υπαγορεύει ότι πλέον τα άτομα κρίνονται, όχι από τις πράξεις τους, αλλά από τα εγγενή τους χαρακτηριστικά, για τα οποία είτε θα λογοδοτήσουν, είτε θα ανταμειφθούν. Η εξαιρετικά διευρυμένη συμμετοχή της στις ενέργειες για την προώθηση του νέου νομοσχεδίου για την εκλογική νομοθεσία, που μέχρι στιγμής έχει πολύ θετική χροιά, είναι βέβαιον πως αποσκοπεί να αλλάξει τα μέχρι τώρα δεδομένα της πολιτικής της παρουσίας, επαναπροσδιορίζοντας τον ρόλο της στην κυβέρνηση.

Προς το παρόν πάντως, τα πράγματα δείχνουν πως η προσκόλληση της αμερικανικής πολιτικής στις ταυτότητες και στο απορρέον αξιολογικό μοτίβο θα συνεχίσει να υφίσταται: εφόσον η Καμάλα Χάρις δεν βρεθεί τελικά στο ψηφοδέλτιο του 2024, υποψήφιος μνηστήρας για τη θέση με αρκετά καλές πιθανότητες είναι ο Pete Buttigieg, πρώην δήμαρχος από την πολιτεία της Indiana, νυν υπουργός Μεταφορών, και ανοιχτά ομοφυλόφιλος. Άλλη μια «πρωτιά» που έχει πιθανότητες να επισκιάσει όλα τα υπόλοιπα κριτήρια εκλογής. Η βιογραφία του Buttigieg έχει ήδη αποτελέσει το θέμα σε ντοκιμαντέρ της streaming πλατφόρμας της Amazon, με την εργαλειοποιημένη δραματοποίηση της προσωπικής του ζωής να είναι σε πρώτο πλάνο, εμβολίζοντας αποτελεσματικά κάθε ανιαρό κατά τα φαινόμενα πολιτικό του πεπραγμένο.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ