Κοινωνια

Η ανατομία του millennial τριαντάρη

Υπάρχουν τρεις τύποι - Ίσως αναγνωρίσεις τον εαυτό σου, έστω λίγο, σε κάποιον εξ αυτών.

Μυρτώ Τσουμαλάκου
Μυρτώ Τσουμαλάκου
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Η ανατομία του millennial τριαντάρη: τρέξιμο, επενδύσεις και μπουζούκια σε μια γενιά που αναζητά πρόοδο, ασφάλεια, διασκέδαση και ισορροπία.
© ssnjaytuturkhi

Η ανατομία του millennial τριαντάρη: τρέξιμο, επενδύσεις και μπουζούκια σε μια γενιά που αναζητά πρόοδο, ασφάλεια, διασκέδαση και ισορροπία.

Κάθε γενιά αυτοπροσδιορίζεται μέσα από τα χόμπι της. Οι boomers είχαν τα γήπεδα, τα λαϊκά και τα κυνήγια. Η Gen X είχε τα βιντεοκλάμπ, διακοπές με sleeping bags, τα πρώτα γυμναστήρια και τα καφέ-μπαρ. Εμείς, οι τελευταίοι millennials, αυτοί που γεννήθηκαν στα early 90s, μεγάλωσαν με τη Φώφη Γεννηματά στις μαθητικές παρελάσεις και πρόλαβαν την τελευταία πτήση της Ολυμπιακής, έχουμε αναπτύξει τρία ξεχωριστά, αλληλοσυγκρουόμενα και ταυτόχρονα βαθιά συμπληρωματικά χόμπι.

Ας τα πάρουμε, όμως, με τη σειρά.

Πράξη Πρώτη: Ο Μαραθώνιος ως Υπαρξιακή Αναζήτηση

Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή κάθε τριαντάρη — συνήθως ένα αδιευκρίνιστο βράδυ Κυριακής, μετά από παραγγελία, ξαπλωμένος στον καναπέ, βλέποντας reels και συχτιρίζοντας που αύριο είναι Δευτέρα — που σκέφτεται: «Πρέπει να αλλάξω ζωή.» Και αντί να αλλάξει πόλη, δουλειά ή σύντροφο, αγοράζει ένα ζευγάρι αθλητικά.

Αυτή είναι η αρχή. Αθώα, σχεδόν ρομαντική. Λίγο jogging στο πάρκο, λίγο μετά τη δουλειά, χαλαρά. «Απλά για αποσυμπίεση», λέει. Σε δύο μήνες έχει ρολόι Garmin Forerunner 265 που μετράει ρυθμό, απόσταση, παλμούς, χοληστερήνη, και πιθανότατα και τη θερμοκρασία της ψυχής του. Σε τέσσερις μήνες γράφεται στον πρώτο αγώνα δέκα χιλιομέτρων. Σε έξι μήνες ετοιμάζεται για τον Ημιμαραθώνιο Αθήνας και ρωτάει στη δουλεία αν έχουν ήδη φτιάξει ομάδα. Σε δώδεκα μήνες τρέχει Μαραθώνιο. Τον κανονικό. Τα 42.195 μέτρα που ο Φειδιππίδης — αν ισχύει η παράδοση — έτρεξε μια φορά και πέθανε. Μωρέ μπράβο του πάντως!

Και δεν σταματάει εκεί. Γιατί ο σύγχρονος τριαντάρης δρομέας δεν τρέχει απλώς. Βιώνει το τρέξιμο. Ακούει podcast για τα νευρικά οφέλη του cardio ενώ τρέχει. Διαβάζει «Born to Run» και σου το αναφέρει σε κάθε ευκαιρία. Συζητάει σαν ορθοπεδικός, σαν στατιστικολόγος, σαν διατροφολόγος. Κάνει εγγραφή στον μαραθώνιο της Αθήνας 8 μήνες πριν.

Το τρέξιμο, βεβαίως, δεν είναι απλά μόδα. Υπάρχει κάτι βαθύτερα κοινωνιολογικό πίσω από αυτή την έκρηξη. Η γενιά μας, χτυπημένη από κρίση, πανδημία και αβεβαιότητα, βρήκε στον δρόμο αυτό που δεν μπορούσε να βρει αλλού: μετρήσιμη πρόοδο. Σε μια εποχή που ο μισθός στέκεται, το ενοίκιο ανεβαίνει και η ιδιοκατοίκηση μοιάζει επιστημονική φαντασία, τουλάχιστον το personal best πέφτει. Τουλάχιστον τα χιλιόμετρα αυξάνονται. Τουλάχιστον κάτι πάει μπροστά. Κι αν αυτό δε σου φαίνεται ποιητικό, δεν έχεις τερματίσει ποτέ αγώνα στις 8 το πρωί ενός χειμωνιάτικου Σαββάτου, με δάκρυα, ενδορφίνες και ένα μετάλλιο από τα jumbo αλλά αξίζει σαν Νόμπελ. Αν ο Καμύ έγραφε σήμερα, ο Σίσυφος δεν θα κυλούσε βράχο. Θα έτρεχε Μαραθώνιο. Και θα ήταν ευτυχισμένος.

Πράξη Δεύτερη: Η Επένδυση ως Διανοητικό Σπορ

Αν το τρέξιμο είναι το χόμπι του σώματος, η επένδυση είναι το χόμπι του μυαλού. Ή τουλάχιστον αυτό πιστεύει ο δεύτερος αρχέτυπος τριαντάρης — αυτός που κάπου στην καραντίνα, ανάμεσα σε δύο banana breads και τρία Zoom, κατέβασε στο κινητό Degiro, eToro ή απλά Revolut, έριξε μέσα τα πρώτα 200 ευρώ και ένιωσε ότι κατέχει κάτι. Μπορεί να ήταν 0,3 μετοχές Apple, αλλά ήταν δικές του 0,3 μετοχές Apple.

Παλιά, για να αγοράσεις μετοχές χρειαζόσουν χρηματιστή, λογαριασμό σε τράπεζα, συνάντηση σε γραφείο, υπογραφές, προμήθειες. Σήμερα χρειάζεσαι ένα κινητό, μια ταυτότητα και είκοσι λεπτά υπομονή για το KYC.

Γιατί ο τριαντάρης επενδυτής δεν βάζει απλά λεφτά σε ένα ETF παγκόσμιου δείκτη και ξεχνάει. Όχι. Αυτό θα ήταν λογικό. Αυτό θα ήταν βαρετό. Αντ' αυτού, διαβάζει threads με τίτλο «Why Uranium is the most asymmetric trade of the decade», αγοράζει μετοχές καναδικής εταιρείας εξόρυξης ουρανίου που δεν βγάζει κέρδη από το 2017, και εξηγεί σε όποιον ρωτάει ότι «η πυρηνική ενέργεια είναι η μόνη ρεαλιστική λύση για τη μετάβαση στην πράσινη οικονομία.».

Στη συνέχεια ήρθαν τα κρυπτονομίσματα. Πρώτα Bitcoin — σεβαστό, σχεδόν θεσμικό πλέον. Μετά Ethereum — «το μέλλον του decentralized finance.» Μετά τα πιο καινούρια, δεν ξέρω τα ονόματα. Μετά NFTs. Μετά η πτώση. Μετά πάλι η άνοδος. Ο τριαντάρης δεν ξέρει αν είναι πλούσιος ή φτωχός. Εξαρτάται ποια ώρα της ημέρας τον ρωτήσεις. Το πρωί είναι ψύχραιμος long term τοποθετητής. Το βράδυ ανανεώνει νευρωτικά την εφαρμογή σαν να παρακολουθεί κλήρωση λαχείου.

Αλλά ας πούμε και κάτι ουσιαστικό. Αυτός ο τριαντάρης — ο ελαφρώς χαοτικός, ο υπερενθουσιώδης, ο γεμάτος θεωρίες — κάνει κάτι που οι γονείς του ίσως δεν έκαναν ποτέ: σκέφτεται τα χρήματά του. Τα αναλύει. Τα τοποθετεί κάπου — έστω ατσούμπαλα, έστω παρορμητικά. Ο οικονομικός αλφαβητισμός της γενιάς μας, ακόμα κι αν ξεκίνησε από βιντεάκια στο διαδίκτυο, είναι ασύγκριτα μεγαλύτερος από αυτόν των προηγούμενων γενεών. Και αν κάποιος αντιμετωπίσει την επένδυση με τη σοβαρότητα που αρμόζει — αν μελετήσει, αν υπομείνει, αν αντισταθεί στον πειρασμό του εύκολου κέρδους — τότε αυτό δεν είναι χόμπι. Είναι δεξιότητα ζωής. Το ζήτημα είναι ότι ανάμεσα στο σοβαρό σχέδιο και στο στοίχημα, η απόσταση είναι μεγάλη. Και αμφιβάλλω ότι γίνεται πάντα κατανοητή.

Πράξη Τρίτη: Τα Μπουζούκια ως Πολιτισμικό Φαινόμενο

Και φτάνουμε στο τρίτο — ίσως το πιο ωραίο, σίγουρα το πιο ηχηρό — χόμπι που κληρονόμησε η γενιά μας: η νυχτερινή έξοδος. Όχι η «βγαίνουμε για ποτάκι» έξοδος. Η κανονική έξοδος. Αυτή που ξεκινάει στις 11 και τελειώνει σε βρώμικο στη Μιχαλακοπούλου.

Πίνει γιατί η κοινωνικοποίηση, στο πολιτισμικό μας υπόβαθρο, περνάει εδώ και αιώνες μέσα από το ποτήρι — από το συμπόσιο του Πλάτωνα μέχρι την παραλιακή, ο Έλληνας σκέφτεται, μιλάει, ερωτεύεται, θυμάται και ξεχνάει με συνοδεία. Κανένας χυμός τζίντζερ και κανένα matcha δεν κατάφερε ακόμα — ευτυχώς — να αντικαταστήσει τη μαγεία ενός «πάμε για ποτό;» στις έντεκα το βράδυ ενός Σαββάτου.

Και ναι — πολλοί από εμάς μυηθήκαμε νωρίς. Εγώ, για παράδειγμα, σπούδασα στην Κομοτηνή — κι όποιος σπούδασε στην Κομοτηνή ξέρει ότι δεν πήρε μόνο ακαδημαϊκό πτυχίο. Πήρε και μια ανεξίτηλη αγωγή στην τέχνη της εξόδου, της παρέας και της αντοχής σε ξημερώματα που θα θυμάσαι τα πάντα.

Πριν αρχίσει η κριτική — γιατί κάθε γενιά αγαπάει να κρίνει τη νυχτερινή ζωή των άλλων — ας σοβαρευτούμε για μια παράγραφο. Το λαϊκό τραγούδι, στην Ελλάδα, δεν είναι απλά ψυχαγωγία. Είναι κοινωνικό τελετουργικό. Η σχέση του Έλληνα με τη μουσική έχει περιγραφεί από μελετητές ως «μια αέναη κατάσταση πένθους και γιορτής ταυτόχρονα» — ένας μοναδικός συνδυασμός πανηγυρισμού και μελαγχολίας που δεν βρίσκεις εύκολα αλλού στον κόσμο. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει ένα Σάββατο βράδυ: κλαίνε με Παντελίδη, χορεύουν με Ρέμο, τραγουδάνε Λιόλιου. Αλλά συμβαίνει και στο μπαρ της γειτονιάς, πιο σιγανά: δύο φίλοι με ένα μπουκάλι κρασί, μια λίστα τραγουδιών, κι ένα «θυμάσαι τότε που...» που κρατάει ως τα ξημερώματα.

Κι εδώ ακριβώς εντοπίζεται η βαθύτερη διαφορά μας με τις νεότερες γενιές. Η Gen Z δεν βγαίνει -  ή βγαίνει αλλιώς. Σύμφωνα με πρόσφατη ευρωπαϊκή έρευνα, η κατανάλωση αλκοόλ στις ηλικίες 18 ως 25 έχει μειωθεί κατακόρυφα. Οι νέοι πίνουν λιγότερο, βγαίνουν σπανιότερα, προτιμούν cozy nights in. Soft living ή Hygge, το λένε. Κι είναι σεβαστό — κάθε γενιά χτίζει τους δικούς της τρόπους συναναστροφής.

Ο Ολοκληρωμένος Τριαντάρης

Αν ο Ουμπέρτο Έκο ζούσε σήμερα και έγραφε σημειολογική ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας, θα αφιέρωνε ίσως κεφάλαιο στο μέσο τριαντάρη που τρέχει 15 χιλιόμετρα το Σάββατο πρωί, ελέγχει το portfolio του στο κινητό ενώ πίνει τον μεταγωνιστικό καφέ, και το βράδυ θα πάει μπουζούκια.

Είμαστε, στην πραγματικότητα, γενιά σάντουιτς. Μεταξύ αναλογικού και ψηφιακού. Μεταξύ σταθερότητας και ευελιξίας. Μεταξύ «κάνε υπομονή» και «κάνε στροφή, προσαρμόσου.»

Μεγαλώσαμε με internet που έβγαζε ήχο διαστημοπλοίου, και σήμερα πληρώνουμε με ρολόι. Πληρώναμε εισιτήριο σε internet καφέ για να μπούμε στο MSN και τώρα επενδύουμε σε blockchain. Χορέψαμε στα πρώτα πάρτι του λυκείου με Σφακιανάκη και τώρα τρέχουμε ultramarathons ακούγοντας afro house.

Ο τριαντάρης είναι σε φαύλο κύκλο μεταξύ ενδορφινών, αδρεναλίνης και μελαγχολίας. Το «από Δευτέρα detox» με smoothie από σπανάκι και τύψεις, δεν πρέπει να είναι μετά από την ξέφρενη βραδιά του «βάλε κάτι να φύγουμε». Όταν ψάχνεις το τελικό personal best με τους παραπάνω τρόπους, το πραγματικό χόμπι δεν μοιάζει να είναι ο χρόνος, το χρήμα, ούτε η απόδοση, αλλά η αποκατάσταση. Εξαρτάται πάλι πως την εννοεί κανείς, γιατί υπάρχουν και πολλών ειδών τέτοιες, άλλες με ψυχή και άλλες με stop loss…

Κι αν μας ρωτήσει κάποιος «ποιο είναι τελικά το χόμπι σου;», η απάντηση είναι απλή: Εξαρτάται. Τι ώρα είναι;

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Φοινικούντα: Το κάμπινγκ όπου έγινε το διπλό φονικό
Το διπλό φονικό στη Φοινικούντα: Η υπόθεση που συγκλόνισε τη Μεσσηνία

Πώς ένα φαινομενικά απλό σενάριο ληστείας εξελίχθηκε σε μια πολύπλοκη υπόθεση με οικογενειακές σχέσεις, μεγάλη περιουσία, αντικρουόμενες εκδοχές και συνεχείς ανατροπές

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY