Ελλαδα

Κρήτη: Ανάμεσα στην παράδοση και την εξωστρέφεια

Μια ιστορία εντοπιότητας από την ταβέρνα του Γιάννη στο Κυπαρίσσι Ηρακλείου

Κωνσταντίνος Σαραβάκος
Κωνσταντίνος Σαραβάκος
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Κρήτη: Ανάμεσα στην παράδοση και την εξωστρέφεια
Κρήτη: Ανάμεσα στην παράδοση και την εξωστρέφεια © Matthieu Oger

Πόση αυθεντικότητα αντέχει η τουριστική ανάπτυξη; Μια ιστορία εντοπιότητας από την ταβέρνα του Γιάννη στο Κυπαρίσσι Ηρακλείου

Στη σειρά «Καρτ ποστάλ», σεζόν 1, επεισόδιο 4, ο Σήφης (Τζόζεφ) Μαρκάκης δίνει μια συνέντευξη σε ένα από τα μαγαζιά στο κέντρο του Αγίου Νικολάου. Τα άρτια καδραρισμένα πλάνα και η φωτογραφία της σειράς μάς δείχνουν έναν Άγιο Νικόλαο ζωντανό, αλλά όχι θορυβώδη. Τα γύρω τραπέζια είναι γεμάτα, αλλά ήσυχα. Κόσμος περπατάει στο λιμάνι χωρίς να φαίνεται πως αναζητά κάτι.

Αυτό το ειδυλλιακό μέρος, όπως εμφανίζεται στη σειρά ολόκληρη η Κρήτη και κυρίως το Λασίθι όπου γυρίστηκε, μαζί με όσα ήξερα για την κοινωνία, όσα είχα ακούσει για το νησί από τις διηγήσεις μιας Κρητικιάς, και όσα άρχισα να βλέπω στην πρώτη μου μικρή επαφή μαζί του το 2021, μου είχαν γεννήσει μια επιθυμία: να γυρίσω την Κρήτη και να εξερευνήσω κάθε της τόπο.

Από την αρχή ήξερα πως θα βρισκόμουν μπροστά σε ένα δίπολο. Από τη μία η ζεστή φιλοξενία των ανθρώπων, η πραγματικά γνήσια γαλήνη τους και το χαμόγελο. Από την άλλη, μια συντηρητική κοινωνία, αρκετές φορές μακριά από σύγχρονα πρότυπα αυτονομίας και διαφορετικότητας απέναντι στην παράδοση. Αυτό το εκκρεμές είναι περισσότερο ορατό αν ζεις εκεί, δηλαδή ο τουρίστας ή ο ταξιδιώτης δεν μπορεί να το εντοπίσει άμεσα. Εκείνο όμως που δεν μπόρεσα να αγνοήσω ως ταξιδιώτης ήταν ένα άλλο δίπολο: η σύγκρουση ανάμεσα στην εξωστρέφεια και την εντοπιότητα.

Η εξωστρέφεια είναι σχετικά εύκολο να περιγραφεί. Η αυθεντικότητα της Κρήτης, τα μέρη και οι άνθρωποί της μπορούν να γίνουν μια βιτρίνα που προσελκύει Έλληνες και ξένους ταξιδιώτες οι οποίοι αναζητούν γνησιότητα, ανθρώπινες σχέσεις και ανέγγιχτα μέρη. Και η εξωστρέφεια δεν είναι κάτι κακό. Αυξάνει τα εισοδήματα και ταυτόχρονα δημιουργεί τις συνθήκες ώστε εμείς, οι ξένοι, να γνωρίσουμε έναν διαφορετικό κόσμο. Έχει όμως ένα κόστος: τον κίνδυνο να χαθεί ακριβώς αυτό που μας έκανε να θέλουμε να πάμε εκεί, δηλαδή να χαθεί η εντοπιότητα.

Τι είναι, όμως, η εντοπιότητα;

Κατέληξα σε αυτή τη λέξη επειδή δεν βρήκα κάποια καταλληλότερη για να περιγράψω τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σε ορισμένα μέρη κοιτούν έναν ξένο και, πριν δουν πελάτη ή τουρίστα, βλέπουν έναν άνθρωπο. Δεν μπόρεσα να βρω έναν καλό ορισμό για την εντοπιότητα. Ήμουν όμως τυχερός, γιατί μια ιστορία νομίζω ότι την περιγράφει καλύτερα.

Πήγα μιλημένος. Είναι ο τέταρτος συνεχόμενος Δεκαπενταύγουστος που περνάω μόνος, οπότε ήξερα πού ήθελα να πάω. Η ταβέρνα του Γιάννη στο Κυπαρίσσι Ηρακλείου έχει έναν μοναδικό, δικό της τρόπο φιλοξενίας, για τον οποίο μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα και στο σχετικό άρθρο της ATHENS VOICE. Εγώ, όμως, πήγα στην καλοκαιρινή της τοποθεσία. Μιλημένος όπως ήμουν, ήξερα πως το καλοκαίρι η ταβέρνα μεταφέρεται λίγο πιο κάτω, στο Θέατρο των Αγρών.

«Βρήκα την ευτυχία στο πιο μακρινό και ήσυχο μέρος», μου είχε γράψει. Οπότε ήξερα ότι, πηγαίνοντας εκεί, δεν πήγαινα απλώς να φάω ένα πιάτο φαγητό σε ένα μαγαζί. Ανάμεσα σε ελιές και αμπελώνες, τα τραπέζια βρίσκονται πάνω από το θέατρο, ενώ στην άκρη μια λύρα κι ένα μαντολίνο παίζουν κρητικά, Υπόγεια Ρεύματα, Παπάζογλου, Σιδηρόπουλο και ό,τι άλλο τους κατέβει.

Όταν τελείωσα το φαγητό, ζήτησα τον λογαριασμό από ένα παλικάρι που πηγαινοερχόταν, χωρίς όμως να σερβίρει. Με κοίταξε.

«Αμοναχός σου τρως εσύ;»
«Ναι», του απάντησα.
«Αλήθεια;» μου είπε με πραγματική απορία. «Έλα από κει να κάτσουμε, να πούμε κάνα τραγούδι».

Του είπα ότι δεν ξέρω κρητικά και αρνήθηκα. Όταν ταξιδεύω μόνος, έχω συχνά την αίσθηση πως όποιος με καλεί το κάνει επειδή με λυπάται, και δεν θέλω να γίνομαι βάρος. Πέρασε ένα τέταρτο. Πλήρωσα. Πέρασε ξανά.

Κρήτη: Ανάμεσα στην παράδοση και την εξωστρέφεια
© Matthieu Oger / Unsplash

«Έλα από κει στο τραπέζι».

Αφού επέμεινε, πήρα τη ρακή μου και πήγα.

Κάθισα στο τραπέζι και γνωριστήκαμε. Ήταν ο Στέλιος, ο γιος του Γιάννη που έχει την ταβέρνα. Δίπλα του η Ελισσάβετ, το πολύ ερωτευμένο κορίτσι του, η Κατερίνα από την Κρήτη και ο Μιχάλης, ράπερ από την Κρήτη και το Περιστέρι. Στο τραπέζι βρίσκονταν αρκετά μέλη της οικογένειας για να γνωριστούν αναμεταξύ τους εκείνο το βράδυ.

Μου γέμιζαν το ποτήρι ξανά και ξανά και τα λέγαμε. Τι κάνω, πώς πάει η οικονομία, πού γράφω, τι γράφω. Αλλά εγώ βαριέμαι να μιλάω τον Αύγουστο για όσα κάνω τον υπόλοιπο χρόνο, οπότε τους ρωτούσα για εκείνους. Πώς γνωρίζονται, ποια είναι τα χωριά τους, τι κάνουν στη ζωή τους.

Κάποια στιγμή συζητούσαμε αν μπορεί κανείς να ζήσει μια απλή ζωή, όπως παλιά, με νερό από το πηγάδι. Εγώ άρχισα τα βαρετά για το προσδόκιμο ζωής.

«Ο παππούς μου πέθανε εκατό χρονών», μου λέει ο Στέλιος. «Έλεγε όλο τον Ρωτόκριτο εδώ».

Βγάζω τότε το κινητό μου και του δείχνω ένα βίντεο. «Αυτός είναι;»

Με κοιτάζει έκπληκτος. «Ναι. Σωμαράκης Στέλιος του Γιάννη. Όπως κι εγώ».

Ξαφνιάστηκε και χάρηκε. Του εξήγησα πως το κορίτσι που με έφερε, με έναν τρόπο, μέχρι εκεί μου είχε μιλήσει για τον παππού του και μου είχε στείλει το βίντεο. Είχε βρεθεί στο ίδιο μέρος 362 ημέρες πριν. «Αυτοί έχουν βρει την ευτυχία κι εμείς ακόμα την ψάχνουμε», μου ’γραφε. Ο παππούς, έμαθα, έφυγε τον Φλεβάρη που μας πέρασε. Στα 100, και νέος ήταν, μου είπανε, με ένα αστείο.

Μέχρι να πούμε αυτά και εκείνα, είχαμε μείνει το τελευταίο τραπέζι. Η ορχήστρα έσπασε, αλλά ο Γιώργης με το μαντολίνο ήρθε και κάθισε μαζί μας. Τον μετράω λίγο πάνω από 75 Μάηδες, αλλά μπορεί και να πέφτω έξω.

Μας ρώτησε πρώτα αν το μαντολίνο ακουγόταν καλά. Το είχε πάρει πρόσφατα και είχε την ανησυχία του. Ύστερα ήθελε να καθίσει να παίξει μαζί μας και να τραγουδήσουμε. Βασικά, να τραγουδήσει η Κατερίνα, η οποία όμως είτε δεν ήξερε καλά όλους τους στίχους είτε ντρεπόταν είτε και τα δύο.

Έπαιξε λίγο Ξυλούρη και Παπάζογλου και μετά συνέχισε με Λουδοβίκο των Ανωγείων:

«Σαν ήσουνα κοντά μου δεν είχα τι να πω / τώρα που ζεις μακριά μου νιώθω να σου μιλώ / Η μοναξιά με βλέπει και μου χαμογελά / πώς γίνεται η αγάπη κι αργεί κάθε φορά».

Αυτό το ήξερα κι εγώ και το ψιλοείπα. Το λατρεύω.

Όταν μείναμε μόνοι, πήγαμε όλοι μαζί στο τραπέζι κάτω από την ψησταριά. Ήμουν σε όλα προσκεκλημένος ή, τουλάχιστον, έτσι καταλάβαινα. Εκεί ήταν όλη η οικογένεια μαζί. Ο Γιάννης και η Άννα – που είχε τραγουδήσει λίγο πριν στα ρωσικά – ο Μανώλης, τα παιδιά, οι σύντροφοι, οι φίλοι. Και εγώ.

Ο Γιώργης άρχισε να λέει ιστορίες από το Άγιο Όρος, όπου είχε γνωρίσει τον Παΐσιο, και να διηγείται τι είχαν πει. Ανάμεσα στα κρητικά καταλάβαινα τα περισσότερα, αλλά έχανα και λίγα. Παρακολουθούσα χωρίς να μιλάω.

Μετά ήρθαν οι ιστορίες για τα μπάνια στη θάλασσα, το πώς ο Μανώλης (που νομίζω είναι ο ψήστης), μικρός, είχε πάει με τα πόδια για μπάνιο στο νότιο Ηράκλειο. Οκτώ με δέκα ώρες δρόμο, περνώντας τα Αστερούσια Όρη, μας είπε. Μια άλλη φορά είχαν την ιδέα να περάσουν να πάρουν και έναν φίλο από το «Τσιφούτ Καστέλ», όπως το είπε, και να πάνε όλοι μαζί για μπάνιο. Ώρες πολλές, συγκαμένοι με κοπέλια και γυναίκες. Λέγανε για τα ονόματα στα παιδιά, ποιος πρέπει να λέγεται και πώς.

Στο τέλος ο Γιώργης θέλησε λίγο σταφύλι. Ο Στέλιος έκοψε ένα τσαμπί και έδωσε σε όλους. Και σε μένα. Ήταν ένα από τα ωραιότερα σταφύλια που έχω φάει. Ή, τουλάχιστον, έτσι είχα πείσει τον εαυτό μου στις δύο το πρωί, μετά τις ρακές.

Κόντευε τρεις όταν σηκώθηκα. Τους χαιρέτησα έναν-έναν, τους ευχαρίστησα και ετοιμάστηκα να φύγω. Ο Στέλιος με ρώτησε αν πήρα το μπλε τετράδιο που κουβαλούσα μαζί μου και στο οποίο σημείωνα. Το είχε άγχος όλο το βράδυ, επειδή το έφερνα από τραπέζι σε τραπέζι.

Αυτή την ιστορία δεν την προκάλεσα. Απλώς μου συνέβη. Και ίσως γι’ αυτό είναι ο καλύτερος τρόπος που έχω για να εξηγήσω τι εννοώ όταν μιλάω για εντοπιότητα και τι ακριβώς κινδυνεύει να χαθεί.

Γύρισα το παραλιακό Λασίθι και το Ηράκλειο. Πουθενά όμως δεν ένιωσα πως θα έβρισκα τον Στέλιο να ανησυχεί επειδή τρώω μόνος, την επίμονη αλλά ευγενική πρόσκλησή του να πάω στην παρέα, το ξάφνιασμά του όταν είδε το βίντεο του παππού του στα 100, τον Γιώργη να παίζει μαντολίνο μαζί μας στη μία το πρωί απλώς επειδή είχε όρεξη.

Πουθενά δεν περίμενα κάποιος να μου φέρει σταφύλι από το αμπέλι του. Κυρίως, όμως, δεν περίμενα όλα αυτά να συμβούν χωρίς αντάλλαγμα. Χωρίς να πρέπει μετά να υπάρξει ένα post στα social media που να διαφημίζει πόσο αυθεντική είναι η φάση εκεί. Ήταν εκεί για κείνους, και μπόρεσα και εγώ να είμαι εκεί μαζί τους.

Δεν διανοήθηκα να βγάλω το κινητό μου. Το τηλέφωνό μου, άλλωστε, παραμένει κλειστό στο μεγαλύτερο μέρος των φετινών μου διακοπών. Εκείνο το βράδυ, όμως, υπήρχε και ένας άλλος λόγος: αυτό που συνέβαινε εκεί ήταν για εμάς, έτσι και εγώ αντιστάθηκα στον ειλικρινή πειρασμό μου να καταγράψω τον Γιώργη να παίζει μαντολίνο μαζί μας.

Αυτό είναι, νομίζω, το δύσκολο ισοζύγιο ανάμεσα στην εξωστρέφεια και την εντοπιότητα. Τα ακριβά μενού για τους ξένους τουρίστες στον Άγιο Νικόλαο βρίσκονται σε μέρη όπου κάποτε, μάλλον, υπήρχαν απλές οικογενειακές ταβέρνες, με πατάτες κομμένες στο χέρι και έναν λυράρη να σιγοτραγουδάει στην άκρη. Η μεταβολή αυτή δεν είναι από μόνη της ούτε καλή ούτε κακή. Το δύσκολο ερώτημα είναι άλλο: πώς μπορεί ένας τόπος να μοιραστεί αυτό που έχει με τον έξω κόσμο χωρίς, στην προσπάθεια να το πουλήσει, να το μετατρέψει σε σκηνοθετημένη εκδοχή του εαυτού του;

Πώς μπορείς να γνωρίσεις αυτό το αυθεντικό νοιάξιμο για τον άνθρωπο που τρώει μόνος, χωρίς να μετατραπεί το ίδιο το νοιάξιμο σε νόμισμα;

Δεν είναι πρόβλημα μόνο της Κρήτης αυτό. Το συναντάς πλέον σε ολόκληρη την Ελλάδα και, φαντάζομαι, στα περισσότερα τουριστικά μέρη της Μεσογείου. Στην Κρήτη όμως η αντίθεση γίνεται έντονη. Στα ορεινά, αδιάφορα για τον ταξιδιωτικό οδηγό χωριά, με δυο παλιά αυτοκίνητα παρκαρισμένα δίπλα στο σπίτι και τις φθορές ακόμη στους τοίχους, υπάρχουν και όψεις μιας κοινωνίας που παραμένει βαθιά παραδοσιακή, ακόμη και περιοριστική. Υπάρχουν χωριά όπου το καφενείο εξακολουθεί να είναι σχεδόν αποκλειστικά ανδρικός χώρος. Κι όμως, μέσα σε αυτή την κοινωνία, οι άνθρωποι μπορούν ακόμη να κοιτάξουν τον ξένο ως ένα ακόμη μέλος της παρέας. Να μη δεχτούν ότι θα φάει «αμοναχός του». Να σμίξουν μαζί του για λίγες ώρες χωρίς να περιμένουν κάτι πίσω.

Στην οικονομική επιστήμη θα μπορούσαμε να το εντάξουμε, κάπως ψυχρά, στα μη χρηματικά οφέλη: σε εκείνα δηλαδή των οποίων η αξία δεν αποτιμάται εύκολα σε χρηματικές μονάδες. Είναι πράγματα σημαντικά, παρότι δεν δημιουργούν απαραιτήτως επιπλέον εισόδημα.

Αυτό όμως είναι και το πρόβλημα. Ό,τι δεν τιμολογείται εύκολα μπορεί να χαθεί εύκολα όταν όλα γύρω του αρχίζουν να αποκτούν τιμή.

Το ισοζύγιο ανάμεσα στην εντοπιότητα και την εξωστρέφεια δεν έχει ιδανικό σημείο ισορροπίας. Η Κρήτη δεν είναι ούτε επεισόδιο μιας όμορφα φωτογραφημένης σειράς ούτε το ρομαντικό οδοιπορικό ενός ταξιδιώτη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το εισόδημα αλλάζει τις ζωές των ανθρώπων και ότι στα ορεινά χωριά υπάρχουν ακόμη πραγματικές υλικές στερήσεις. Η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι εχθρός της αυθεντικότητας. Μπορεί όμως να γίνει, όταν για να πουλήσει έναν τόπο αρχίζει να κατασκευάζει την αυθεντικότητά του.

Ίσως λοιπόν το ζητούμενο δεν είναι να μείνουν αυτά τα μέρη κλειστά, φτωχότερα ή ανέγγιχτα για να τα απολαμβάνουμε εμείς ως ταξιδιώτες. Είναι να μπορέσουν να γίνουν πλουσιότερα και περισσότερο εξωστρεφή χωρίς να χάσουν εκείνο που δεν αγοράζεται: την αυθόρμητη θέση στο τραπέζι για έναν άνθρωπο που πριν από λίγα λεπτά ήταν εντελώς ξένος.

Υποσχέθηκα στον Στέλιο ότι θα γράψω για εκείνο το βράδυ. Φυσικά, χωρίς να μου το ζητήσει και χωρίς να το έχει ανάγκη. Δεν κρατήσαμε επαφή, αλλά θα με θυμάται ως τον Κωνσταντίνο που έτρωγε αμοναχός του και σημείωνε στο μπλε τετράδιο. Το σταφύλι που έφαγα ήταν πράγματι το πιο νόστιμο που έχω φάει. Αλλά είχα πάει μιλημένος.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY