Visual Browsing
Me Tarzan, you Jane

Me Tarzan, you Jane

Η διαχρονική γοητεία του Μπάρροους

Κάθε γενιά φοράει τα δικά της πρόσωπα στους κλασσικούς ήρωες της περιπέτειας. Ο Τζέιμς Μποντ έφτασε από τον Σον Κόνερι στον Ντάνιελ Κρεγκ, ο Ζορρό από τον Ντάγκλας Φαίρμπαγκς και τον Τάιρον Πάουελ στον Αντόνιο Μπαντέρας, ο Σάιμον Τέμπλαρ (ή αλλιώς «Άγιος») από τον Ρότζερ Μουρ στον Ίαν Ογκίλβι και τον Βαλ Κίλμερ. Κανείς ήρωας, ωστόσο, δεν απέκτησε περισσότερα πρόσωπα από τον «Βασιλιά της ζούγκλας». Από τον βωβό κινηματογράφο των τελών της δεκαετίας του 1910 μέχρι το φιλμ που προβάλλεται αυτή τη βδομάδα στη χώρα μας, περισσότεροι από δεκαπέντε ηθοποιοί βυθίστηκαν στις τροπικές κοιλάδες που δημιούργησε η πένα του Έντγκαρ Ράις Μπάρροους, χτίζοντας έναν μύθο που ταξίδεψε γενιές και γενιές. Και εκεί που ο κόσμος φαίνεται κάθε φορά να ξεχνάει αυτή την ηρωική μορφή που ονομάζεται Ταρζάν, το Χόλιγουντ, ελλείψει νέων ηρώων, φροντίζει κάθε δέκα-δεκαπέντε χρόνια να μας την υπενθυμίζει. Τώρα είναι ο Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ που παίρνει τη σκυτάλη, ως πρόσωπο στα βάθη της Αφρικής. Χωρίς τη γοητεία πια του κλασσικού ύφους, αλλά με τη βοήθεια των ειδικών ψηφιακών εφέ που συνοδεύουν κάθε πρόταση στους σημερινούς πιτσιρικάδες.

Το βιβλίο του Μπάρροους με τίτλο «Tarzan of the apes» κυκλοφόρησε το 1914 από τις εκδόσεις L. Burt Co της Νέας Υόρκης και έγινε αμέσως μπεστ σέλερ, παρόλο που, ως λογοτεχνικό κείμενο, έλαβε πολλές αρνητικές κριτικές από τους γραφιάδες των σοβαρών εντύπων. Ήταν η εποχή που μεσουρανούσαν ο Ε. Μ. Φόρστερ και η Ίντιθ Γουόρτον, η εποχή του «Θανάτου στη Βενετία» του Τόμας Μαν και του «Καλού Στρατιώτη» του Φορντ Μάντοξ Φορντ. Ο εικοστός αιώνας φαινόταν να έχει ανάγκη τις εσωτερικές συγκρούσεις που θα απογείωναν μυθιστοριογράφους σαν τον Τζόις, τον Προυστ και τον Χέμινγουέι, όχι ακόμη έναν χρονικογράφο της ανώδυνης περιπέτειας στο στυλ του Τζακ Λόντον. Κάτι όμως στην πρόζα του Μπάρροους, καθώς και στο θέμα του, μάγεψε το κοινό: ο αγώνας επιβίωσης στη ζούγκλα, οι ανθρώπινες αντοχές ενάντια στον κίνδυνο των άγριων ζώων και –το κυριότερο– η προβολή των αξιών της εποχής στην εικόνα του Ταρζάν, δηλαδή την ευθύνη του αρσενικού ως ασπίδα προστασίας της οικογένειάς του. Ο κόσμος βουτούσε στον όλεθρο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και αναζητούσε τέτοια πρότυπα. Ο άνθρωπος στα χαρακώματα ήταν ο άνθρωπος στη ζούγκλα. Οι εισβολείς που απειλούσαν το νοικοκυριό του με φόντο τα ψηλά δέντρα ήταν οι σφετεριστές της ειρήνης. Παρά το θάψιμο της κριτικής, το βιβλίο αγαπήθηκε πολύ και σύντομα κίνησε το ενδιαφέρον τη ς νεοσύστατης κινηματογραφικής βιομηχανίας. Και έτσι, έγινε το μυθιστόρημα που έμελλε να αποκτήσει τις περισσότερες διασκευές από κάθε άλλο στην ιστορία της λογοτεχνίας.

Ο Έλμο Λίνκολν ήταν ο πρώτος Ταρζάν με τρεις ταινίες από το 1918 ως το 1924. Και πόσοι ακόμα. Ονόματα ξεχασμένα πια. Ο Μπάστερ Κραμπλ. Ο Χέρμαν Μπριξ. Υπήρξε όμως ένας σπουδαίος κολυμβητής στις αρχές της δεκαετίας του τριάντα, που επρόκειτο να υποδυθεί τον ήρωα και να μείνει αξέχαστος. Το όνομα του, Τζόνι Βαισμίλερ. Ο πρώτος άνθρωπος που είχε κολυμπήσει τα εκατό μέτρα σε χρόνο κάτω του ενός λεπτού. Με περισσότερες από δέκα ταινίες στο ενεργητικό του ως Ταρζάν, είναι ό,τι είναι ο Σον Κόνερι για τον 007. Ο πιο πετυχημένος και ο πιο γνωστός. Το κοινό τον γνώρισε γυμνασμένο αθλητή και χρόνια αργότερα τον αποχαιρέτησε μεσόκοπο σχεδόν και με κάμποσα πρόσθετα κιλά. Και τότε, με την αποχώρησή του, ο μύθος του Ταρζάν άρχισε να φθείρεται. Υπήρξαν αρκετοί που ερμήνευσαν αξιοπρεπώς τον «βασιλιά της ζούγκλας». Ο Γκόρντον Σκοτ και ο Λεξ Μπάρκερ τη δεκαετία του πενήντα. Ο Τζακ Μαχόνι τη δεκαετία του εξήντα. Ο τηλεοπτικός Ρον Έλι τη δεκαετία του εβδομήντα. Κανείς όμως δεν διέθετε τη λάμψη και τη γοητεία του Τζόνι Βαισμίλερ, και επίσης το ίδιο το κοινό έδειχνε να έχει χάσει το ενδιαφέρον του. Η ζωή προχωρούσε, μας ενδιέφεραν τα σαγόνια των καρχαριών και οι πόλεμοι των άστρων, το θέαμα είχε πάρει φωτιά από τους Ιντιάνα Τζόουνς και τους Σούπερμαν, τι τύχη μπορούσε να έχει ένας ξυπόλητος βασιλιάς που κραύγαζε πετώντας από δέντρο σε δέντρο; Η μόνη σημαντική αναβίωση στάθηκε στα μέσα της δεκαετίας της ογδόντα με το «Γκρέιστοουκ» του σκηνοθέτη Χιου Χάτσον, την πιο πιστή μεταφορά που σημειώθηκε ποτέ στο αρχικό βιβλίο, με έναν υπέροχο Κρίστοφερ Λαμπέρτ στον κεντρικό ρόλο.

Σήμερα όμως ο Μπάρροους μοιάζει πιο επίκαιρος από ποτέ. Η γοητεία του, παρά τις απλοϊκές γραμμές πάνω στις οποίες θεμελίωσε τον μύθο, έγκειται στο γεγονός ότι η ζούγκλα λειτουργεί πάλι ως παραβολή για τον κόσμο που ζούμε. Μπορεί τα χαρακώματα του πολέμου να θάφτηκαν για πάντα στο παρελθόν, αλλά βιώνουμε έναν άλλο πόλεμο, κοινωνικό και πολιτισμικό, που συμπιέζει κάθε ήρωα της καθημερινότητας. Υπάρχουν τα μηνύματα της οικολογίας, που θέτουν το περιβάλλον στο επίκεντρο της επιβίωσης: ο άνθρωπος που πρέπει να συμμαχήσει με τη φύση. Και υπάρχουν φυσικά οι αντοχές ενάντια στους έξωθεν κινδύνους, στα λιοντάρια και στις τίγρεις που παραμονεύουν γιατί οφείλουν να επιβιώσουν κι αυτά, όπως εμείς. Στο τέλος-τέλος καθένας από μας είναι εν δυνάμει ένας βασιλιάς της ζούγκλας που παλεύει για να προστατεύσει τον εαυτό του και αυτούς που αγαπάει. Κάποιος έγραψε αυτή την ιστορία το 1914 και είναι μια ιστορία που αντέχει εκατό χρόνια μετά.

Δειτε επισης

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5