1821 Digital Gallery
Άρης ολέ!

Άρης ολέ!

25 Απρίληδες πριν, τις Πέμπτες έπαιζε το καλύτερο σίριαλ

Τον Απρίλιο του 1984, στο μπαράζ της Κέρκυρας, παραβήκαμε τα ήθη και έθιμά μας και δεχτήκαμε στο σπίτι κόσμο: τη νονά μου και τον άντρα της. Ο εξ αγχιστείας νονός αδιαφορούσε για τα αθλητικά και τσιμπολογούσε τυροπιτάκια, που αδιαφορία και τσιμπολόγημα εν ώρα αγώνος είναι μεγάλη κατσικοποδαριά. Στα τελευταία κρίσιμα δευτερόλεπτα, με ένα κομματάκι σφολιάτας να κρέμεται από το μουστάκι του, γύρισε προς την τηλεόραση και είπε ψυχρά ότι βάσει στατιστικής το παιχνίδι και το πρωτάθλημα θα το πάρει ο Παναθηναϊκός. Το πήρε. Έκτοτε και για καμιά δεκαπενταριά χρόνια, γίναμε αυστηρά προληπτικοί και σε αγώνα του Άρη στο σπίτι μας δεν πάτησε ψυχή.

Τέσσερις μέρες πριν, είχαμε χάσει και το κύπελλο από τον ΠΑΟΚ, στον τελικό των ξυρισμένων κεφαλιών. Μεγάλη πίκρα. Ήταν η πρώτη φορά που έκλαψα. Κυρίως για την αδικία, γιατί είχα την πεποίθηση πως για να νικήσουν οι κεκαρμένοι έβαλε το χεράκι του ο διαιτητής Λεωνίδας Πανταζής, με κάτι κρίσιμες τεχνικές ποινές. Εμείς, οι παραδοσιακοί μπασκετόφιλοι αρειανοί, ήμασταν πολύ υπεράνω και από τους διαιτητές ζητούσαμε το αυτονόητο, το φίφτι φίφτι. Αφού τους γιουχάραμε όταν μας ευνοούσαν λόγω έδρας.

Το οργουελικό έτος 1984, ως οικογένεια βιώσαμε πανηγυρικά δύο πράγματα: την απόκτηση του Γιαννάκη και του βίντεο. Ο Γιαννάκης στοίχισε 40 εκατομμύρια, το βίντεο μάρκας ASA (ελληνικής κατασκευής, κοντά στη Νέα Γωνιά τα έφτιαχναν), 120 χιλιάδες. Εκείνη την εποχή! Συνειδητοποιούσαμε ότι Γιαννάκης με Γκάλη θα είναι το καλύτερο δίδυμο της Ευρώπης, αλλά κατά βάθος παραμέναμε ορκισμένοι γκαλικοί. Ο Νικ μας έφερε στο γήπεδο, όπως έφερε και το μπάσκετ στην τηλεόραση: οι εβδομαδιαίες τηλεοπτικές μεταδόσεις του ελληνικού πρωταθλήματος άρχισαν το ’83, όταν Άρης και Γκάλης ήταν πλέον στα ντουζένια τους. Σύμπτωση;

Πρωτοπήγα στο Παλαί το 1980. Αντίπαλος το Μαρούσι, επίσης κιτρινόμαυρο, πράγμα που με μπέρδεψε πολύ. Στην αρχή, πίστεψα πως ο Γκάλης ήταν ο Φωσσές, ο οποίος εκείνη την ημέρα ήταν σε μεγάλη φόρμα. Τα επόμενα χρόνια, όποιος έπαιζε με αντίπαλο τον Άρη και τον Γκάλη ήταν σε μεγάλη φόρμα, ακόμα και οι αναπληρωματικοί. Μάλλον, κυνηγούσαν τη μεταγραφή. Είτε στον Άρη είτε στον ΠΑΟΚ, αφού ο Βεζυρτζής είχε το χούι να μαζεύει όλους τους «πολύτιμους έκτους παίκτες».

n

Όχι Γιάννης, Γιαννάκης!

Εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ αλλιώτικα από τα σημερινά. Για παράδειγμα, δεν υπήρχε τρίποντο, ενώ στα ντέρμπι καθόμασταν ανακατεμένοι αρειανοί και παοκτσήδες στις κερκίδες, αλλά δεν δερνόμασταν. Μόνο στα πανεπιστήμια έπεφταν μερικές πέτρες, κι αυτές χωμάτινες. Ο αδελφός μου κι εγώ, ως μαθητές, θεωρούσαμε πρωτοχρονιά τον Σεπτέμβρη και, φυσικά, ήμασταν τελείως αργόσχολοι. Η ζωή μας ήταν σχολείο, Άρης στο μπάσκετ και κάτι χαζές ελληνικές βιντεοκασέτες, τις οποίες βρίσκαμε πολύ αστείες. Το ποδόσφαιρο το είχαμε κόψει το 1982, όταν η ομάδα έχασε από τον Διαγόρα Ρόδου στο Χαριλάου κι αποφασίσαμε ότι η μπάλα είναι βαρετή. Στο σχολείο, οι αρειανοί, καμιά τριανταριά αγόρια κι ένα κορίτσι, εγώ, ήμασταν στα πολύ πάνω μας. Κάθε Δευτέρα, πριν την προσευχή, μαζευόμασταν σε μια γωνιά της αυλής και συζητούσαμε τα παραλειπόμενα του σαββατιάτικου, νικηφόρου εννοείται, αγώνα, ενώ στα διαλείμματα κάναμε κερκίδα τραγουδώντας «εκατό, εκατό, κατοστάρα, εκατό» (οι κατοστάρες ήταν πλέον ψωμοτύρι). Τελείως γραφικοί!

Την πρώτη μετά Γιαννάκη χρονιά, ακόμα και τα παραδοσιακά δύσκολα ντέρμπι με τον ΠΑΟΚ ήταν περίπατος. Χάσαμε μόνο μία φορά, από τον Πανιώνιο εκτός έδρας, και μάλιστα, στη δεύτερη παράταση, δηλαδή άδικα. Σβήσαμε από τη βιντεοκασέτα την ήττα γράφοντας πάνω της το «Footloose». Πάνω σε ήττα δεν γράφαμε ποτέ άλλον αγώνα. Μόνο ταινίες, βιντεοκλίπ και λάιτ τσόντες από το RTL, χωρίς φόβο να μας τσακώσουν οι γονείς, που ήταν άσχετοι με τη σύγχρονη τεχνολογία. Ο Άρης σάρωσε: πήρε πρωτάθλημα και κύπελλο, ενώ άρχισε να ξετσουμίζει και στην Ευρώπη. Φτάσαμε στα ημιτελικά του Κόρατς, όμως, πριν από τον αγώνα με τη Βαρέζε, ο Φιλίππου τραυμάτισε τον Γκάλη στην προπόνηση, σπάζοντάς του ένα δακτυλάκι, κι έτσι αποκλειστήκαμε. Η μαμά μου καταράστηκε τον Φιλίππου, είπε, «να τον βάλουν τώρα σε ένα ΚΤΕΛ και να τον στείλουν πίσω στα Γιάννενα», αλλά δεν το εννοούσε.

 n

Έρωτες στο δρόμο για τη Γάνδη

Το 1986, στη γιορτή του θείου Μιχάλη, μετά τα φοντάν και το σπιτικό λικέρ κράνο, δεν ανοίχτηκαν βαρετές πολιτικές συζητήσεις για το ΠαΣοΚ και τη ΝΔ, που τότε, την εποχή των «πράσινων» και «γαλάζιων» καφενείων, ήταν ακόμα στο φόρτε τους. Όσο μείναμε στην επίσκεψη, οι πάντες ασχολούνταν με τον Άρη και τον απίστευτο αποκλεισμό του από την Τρέισερ του Μάκαντου. «Δεν είναι δυνατόν να χάσεις διαφορά 31 πόντων. Το έδωσαν το παιχνίδι», αποφαίνονταν οι μεγάλοι, όμως, εμείς ξέραμε ότι δεν ήταν αλήθεια. Χάσαμε γιατί ακόμα ήμασταν ευρωπαϊκά ψάρακες.

Ξεψαρώσαμε μετά το Ευρωμπάσκετ του ’87. Ο Άρης στάθηκε στο ύψος της ηρωικής εποχής, η πανεθνική του υποστήριξη ήρθε σαν μια φυσική συνέχεια του καλοκαιρινού παραληρήματος. Ακόμα και η μαμά απαίτησε να έρθει στο γήπεδο στον πρώτο ευρωπαϊκό αγώνα στο Πρωταθλητριών. Αντίπαλος η γαλλική Ορτέζ. Της κάναμε το χατίρι, την υποχρεώσαμε να φορέσει τα τυχερά της ρούχα (ένα μαύρο μαντό), προγραμματίσαμε το βίντεο κι εκστρατεύσαμε οικογενειακώς. Άλλωστε, η έξοδος δεν επιβάρυνε ακόμα τον οικογενειακό προϋπολογισμό: τα συνδεσμίτικα εισιτήρια κόστιζαν 500 δραχμές. Τα κανονικά 1500. Τα επόμενα χρόνια οι τιμές ξέφυγαν. Σε έναν αγώνα με την Μπαρτσελόνα δώσαμε πέντε χιλιάρικα έκαστος. Οι οργανωμένοι οπαδοί, στην πλειοψηφία τους ποδοσφαιρόφιλοι, διαμαρτύρονταν, «έξω οι γούνες από το Παλαί». Προφανώς, αναφέρονταν στο γυναικείο φύλο, που έδινε βροντερό παρών, όπως λέει και το κλισέ. Ο Άρης κράτησε μακριά τη φαλλοκρατική κουλτούρα του αθλητισμού κι έφερε κοντά του πολλές γυναίκες. Οι περισσότερες ήταν ερωτευμένες με κάποιον παίκτη ή τον Ιωαννίδη, κρυφά από τον άντρα τους, γι’ αυτό στο γήπεδο φορούσαν τα καλά τους. Ο Άρης είχε παράδοση στα ωραία παιδιά. Εγώ τριχαζόμουν ανάμεσα σε «Πίξι» (Σούμποτιτς), Σταμάτη και Βουρτζούμη, η ξαδέλφη μου η Νανά είχε φάει καψούρα με τον Ίβκοβιτς από παλιά και δεν τον ξεπέρασε ποτέ.

Η καριέρα της μαμάς στο φιλαθληλίκι τελείωσε όταν έμαθε να χειρίζεται το βίντεο. Την παρκάραμε στο σπίτι για να κόβει από τη μετάδοση τις διαφημίσεις, που ήταν πάρα πολλές και γέμιζαν τις 180 λεπτών BASF και TDK (αργότερα το γυρίσαμε στις RAKS-Πετράκης, που έδιναν δώρο cd) κι έτσι δεν προλάβαινε να γραφτεί το τέλος των αγώνων. Για να συμβιβαστεί με την εθνική της αποστολή, απαίτησε να της αγοράσουμε διαρκείας για το ελληνικό πρωτάθλημα.

n

Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα

Η Ελλάδα για τρία ολόκληρα χρόνια ακολουθούσε τους κιτρινόμαυρους ρυθμούς. Ο Άρης, από τα Μάλγαρα και μετά, ήταν τρέντι. Τα θέατρα μετέφεραν την αργία της Δευτέρας την Πέμπτη, οι δρόμοι την ώρα των αγώνων ήταν έρημοι, στο βιντεοκλίπ για το τραγούδι της Πωλίνας «Κυκλοφόρησε, η φήμη σου, αγόρι μου, προχώρησε» υπήρχε σκηνή από αρειανίδικο τάιμ άουτ. Οι Απρίλιοι ήταν οι πιο εκστατικοί μήνες του χρόνου: από τη μια, τα ελληνικά νταμπλ, από την άλλη, τα ευρωπαϊκά φάιναλ φορ. Οι παοκτσήδες λούφαζαν, εμείς ζούσαμε για το επόμενο παιχνίδι μαδώντας το Χρυσό Οδηγό, ώστε να έχουμε κίτρινα χαρτάκια για την υποδοχή της ομάδας. Οι υποδοχές ήταν τέλειες, χολιγουντιανή υπερπαραγωγή! Στην αρχή έσβηναν τα φώτα και έπαιζε το «Τάδε Έφη Ζαρατούστρα» του Στράους. Μετά τα πρώτα νταν νταν πρόβαλλε η ομάδα, με πρώτο τον Γκάλη. Οι φίλαθλοι έραιναν τους παίκτες με κίτρινα χαρτάκια, επικρατούσε για μερικά λεπτά ένα βουητό, αφού δεν μπορούσαμε να συντονιστούμε στα συνθήματα, οι αντίπαλοι κοιτούσαν μαγεμένοι. Στο τέλος, έβγαιναν οι σκούπες, όπως στα μπουζούκια.

Αν και τα παιχνίδια άρχιζαν στις 10 παρά τέταρτο, ο κόσμος ήταν στο Παλαί από τις πεντέμισι, που άνοιγαν οι πόρτες. Αν αργούσες έστω και μισή ώρα, καθόσουν σαν τον πελαργό στο ένα πόδι στην κορυφή, κι αυτό παιζόταν. Ο αδελφός μου, φοιτητής πλέον της Ιατρικής, έπαιρνε μαζί του και βιβλία, αλλά δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί να διαβάσει, γιατί τα μεγάφωνα έπαιζαν μουσική. Το πρόγραμμα ήταν συγκεκριμένο: «Eye Of The Tiger», «Final Countdown» και το μεγάλο σουξέ «Mini The Moocher». Στο ρεφρέν, υπήρχε διάλογος ανάμεσα σε Blues Brothers και κερκίδα. «Άρι, Άρι, Άρι, Ο!» έλεγαν οι Blues Brothers, «Άρη, Άρη, Άρη, Ο!» απαντούσε η μισή κερκίδα. «Ίντι, ίντι, ίντι, ι» οι Blues Brothers, «της μαμάς σας το μουνί» η κερκίδα, με παλλαϊκή συμμετοχή.

Ο αδελφός μου κι εγώ δεν λέγαμε κακά λόγια στο γήπεδο, γιατί ο μπαμπάς μας αγριοκοιτούσε. Στο σπίτι, πάλι, μόνοι μας, ξαναβλέποντας τους αγώνες τρεις και τέσσερις φορές, τα φωνάζαμε όλα, χωρίς λογοκρισία. Η καλύτερή μας ήταν τα τάιμ άουτ, όσο υπήρχαν σε live μετάδοση, γιατί μετά από λίγο τα κατάπιαν οι διαφημίσεις, και οι συμβουλές-οδηγίες-χριστοπαναγίες του Ιωαννίδη. Όπως εκείνη σε έναν αγώνα εκτός έδρας με τον Πανιώνιο του Τζούροβιτς, που χάναμε, και είπε στους παίκτες «να σας δω τώρα πώς θα πάρετε το παιχνίδι». Η οδηγία του αποδείχτηκε σωτήρια, γιατί το γυρίσαμε και το πήραμε το παιχνίδι.

Φυσικά, παρακολουθούσαμε τόσο τα φιλικά όσο και τις προπονήσεις, που δεν διέφεραν από αγώνες. Έξω από το γήπεδο γινόταν το σώσε: κυκλοφοριακό χάος, αστυνομία, καντίνες, «φιστικάκι φρέσκο έχω, παιδιά», «πάρτε μαξιλαράκια για τα τσιμέντα». Το Παλαί ήταν ένα ευτυχισμένο μέρος για όλους: από φωτογράφους και πολιτικούς παράγοντες μέχρι χορηγούς και ξυλοπόδαρους. Το γλέντι άρχιζε στα τελευταία λεπτά του αγώνα, με τη διασκευή του θεοδωρακικού «Είμαστε δυο, είμαστε τρεις» σε «Άρη ολέ, Άρη ολέ», και συνεχιζόταν στο «Ακρόαμα» του Φίστα και στο «6.25» του Σούμποτιτς.

Γιαγιάδες εν δράσει

Δίπλα στους παίκτες και τον προπονητή, φίρμες έγιναν τόσο ο Μάκης Νάτσης, ο ψυχωμένος φροντιστής, όσο και οι δημοσιογράφοι των μεταδόσεων, χωρίς να κάνουν και σπουδαία πράγματα, εδώ που τα λέμε. Τους Παπαδογιάννη και Τραπεζανίδη τους θεωρούσαμε γκαντέμηδες. Οι Σκουντής και Μπατής μας έπεφταν πιο γουρλήδες. Ο Συρίγος, μετά το Ευρωμπάσκετ, είχε μεγαλοπιαστεί και δεν πολυμετέδιδε αγώνες. Μας είχε σημαδέψει, ωστόσο, με εκείνο το «είναι κλοπή, είναι κλοπή», που φώναζε στο Μπαρτσελόνα-Άρης, όταν οι διαιτητές προσπάθησαν να κλέψουν την πρώτη εκτός έδρας τεράστια νίκη μας. Δεν τα κατάφεραν.

Στα γούρια είχαμε γίνει κανονικοί επιστήμονες. Αφού το σακάκι του Ιωαννίδη το θεωρούσαμε μπανάλ! Άμα ο αγώνας πήγαινε καλά, δεν άλλαζες θέση ούτε για πλάκα. Σε έπιανε το καλό το σκορ όρθιο, γονατιστό, κωλοκαθιστό, σταυροπόδι, στην τουαλέτα; Εκεί έμενες ακίνητος μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο, κι ας μούδιαζες, κι ας χρειαζόσουν φυσιοθεραπείες μετά για να ισιώσεις. Εκτός από τη Μαρινέλλα, που στο χορό της ομάδας φορούσε μια καταπληκτική σατέν κίτρινη τουαλέτα και λάνσαρε επισήμως το χιτ «Με τον Γκάλη, τον Γιαννάκη, τον Φιλίππου και τ’ άλλα παιδιά», καθένας με τον τρόπο του συμμετείχε σε όλον αυτό τον παιδαριώδη παροξυσμό της λευκής μαγείας. Μια γειτόνισσα μάζευε τα πιάτα μιας ολόκληρης εβδομάδας, για να τα πλύνει τη μέρα του αγώνα με κίτρινο Τρίλετ. Μια άλλη (λιγότερο βρομερή) έγραψε τους δύο γιους της στην ακαδημία μπάσκετ του Άρη. Όπως σήμερα οι γονείς βλέπουν το μέλλον των παιδιών τους στα ριάλιτι και τα στέλνουν σε οντισιόν, τότε το έβλεπαν στο μπάσκετ, που είχε λεφτά, και τα έγραφαν σε ακαδημίες. Γιαγιάδες, που είχαν εντρυφήσει στα έρμπολ και τα λέι-απ, έδεναν κόμπους τους αντιπάλους για να αστοχούν ή ξεμάτιαζαν τους Γουίλτζερ, Μισούνοφ, Λυπηρίδη, μπας και ευστοχήσουν σε καμιά βολή.

Η δική μου γιαγιά ήθελε τον Γκάλη γαμπρό. «Άνοιξε τα μάτια σου», με προέτρεπε κάθε φορά που φεύγαμε για τα φάιναλ φορ και περνούσαμε από το σπίτι της για να πάρουμε την ευχή της. Αποτυχία δύο στα δύο: πάντα γυρίζαμε περίλυποι χωρίς να της φέρνουμε ούτε το κύπελλο ούτε τον Γκάλη. Τον Γιαννάκη δεν τον χώνευε, γιατί ένα καλοκαίρι ζητούσε λεφτά, δεν του τα έδιναν, και απείχε από προπονήσεις και αγώνες. Η γιαγιά τον θεώρησε προδότη κι ανέβασε πίεση. Κάθε μεσημέρι παρακολουθούσε με αγωνία τις ειδήσεις στο Mega, γιατί ο Σωτηρακόπουλος έπαιζε πάντα θέμα Γιαννάκη. Προφανώς για λόγους τηλεθέασης, αφού για πολύ καιρό δεν υπήρχε εξέλιξη.

Στα φάιναλ φορ υπήρχε πρωτοφανής κινητοποίηση. Στα αεροδρόμια παρατηρούνταν κοσμοσυρροή, τόσο στο αλέ όσο και στο λετούρ. Οι ταξιδιωτικοί πράκτορες πρέπει να πλούτισαν στην πλάτη του Άρη, και δεν ήταν οι μόνοι. Είτε παίζαμε Γάνδη είτε Μόναχο είτε Σαραγόσα, ήταν σαν να παίζαμε στην έδρα μας. Εκτός από πολιτικούς και κοσμικούς, την ομάδα ενίσχυαν και οι Έλληνες του εξωτερικού, που ήταν πολύ χαρούμενοι και περήφανοι. Γι’ αυτούς, δεν υπήρχαν συλλογικές προτιμήσεις -ΠΑΟΚ, Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός-, μόνο Ελλάδα. Η καλύτερή μας ήταν στο Μόναχο, όταν μετά το νικηφόρο τελικό την παρηγοριάς με την Μπαρτσελόνα βγήκαμε για παρέλαση στη Λέοπολντ Στράσε. Στη Σαραγόσα, αντίθετα, είχε αρχίσει η γκρίνια.

n

Το τάμα

Τη σεζόν ’90-’91 ο Γιάννης Ιωαννίδης προς μεγάλη μας θλίψη δεν καθόταν στον πάγκο, ο Άρης δεν ήταν ακτύπητος. Μέχρι και η Πωλίνα δήλωσε ΠΑΟΚ και μας έβγαλε από το βιντεοκλίπ του «Κυκλοφόρησε». Πήραμε το τελευταίο πρωτάθλημα με Λέσιτς και Κυρίτση. Αν και στην κανονική διάρκεια του πρωταθλήματος ήμασταν μπροστά 2-0 έναντι του ΠΑΟΚ, στα δύο πρώτα παιχνίδια των πλέι-οφ δεν πήγαμε στο γήπεδο, επειδή μετακομίζαμε, και οι ακατονόμαστοι μας ισοφάρισαν. Στον τρίτο αγώνα κόψαμε εισιτήρια. Θεώρησα καρμικό το ότι, πάνω στη μετακόμιση, βρήκα το τυχερό μου κασκόλ, αλλά η εξέλιξη του αγώνα δεν άφηνε περιθώρια αισιοδοξίας. Λίγο πριν τη λήξη, ο ΠΑΟΚ προηγούνταν με 2 πόντους, ενώ ο Κόρφας ευστόχησε και στις δύο βολές. Τάιμ άουτ. Οι παοκτσήδες πανηγύριζαν για το «πρωτάθλημα», εμείς απαρηγόρητοι, ο μπαμπάς μου σταμάτησε να αλλάζει θέσεις μπας και αλλάξει το γούρι, εγώ είχα ζαρώσει. Μόνο ο τρελός της κερκίδας, ο αδελφός μου, δήλωνε με σιγουριά «θα το πάρουμε». Ακολούθησαν 16 δευτερόλεπτα ίλιγγος. Γιαννάκης γρήγορο δίποντο, μπάλα στον Φασούλα, μακρινή πάσα Φασούλα για γάμο του Καραγκιόζη, Αγγελίδης κλέψιμο, πάσα στον Γκάλη, Γκάλης στον Γιαννάκη, τρίποντο, γκοοολ (δεν ξέρεις και τι να φωνάξεις στο μπάσκετ)! Στην κερκίδα γίναμε κουβάρι, φιλιόμασταν με αγνώστους, σταυροκοπιόμασταν, ένας χούλιγκαν ευχαριστούσε γονυπετής το Θεό και μετά σύρθηκε για μετάνοιες μπροστά στον αδελφό μου, που στα μάτια του φάνταζε προφήτης μεγαλύτερος και από τον Ησαΐα. «Πώς το ήξερες, ρε φιλαράκι;» τον ρώτησε. «Έκανα τάμα να κοπώ στη γυναικολογία», απάντησε σοβαρά εκείνος, που το κράτησε το τάμα του και δεν πάτησε στις εξετάσεις της γυναικολογίας κι έτσι πήρε πτυχίο το επόμενο εξάμηνο. Η κατάκτηση του πρωταθλήματος ολοκληρώθηκε στον επόμενο αγώνα με καλάθι και φάουλ του Σέλερς. Επιβεβαίωση της υποψίας ότι, τουλάχιστον στο μπάσκετ, θαύματα γίνονται. Για χρόνια, όποτε περνούσα από το Παλαί, θυμόμουν το τρίποντο του Γιαννάκη και χαμογελούσα.

 

Το 1992 ταξιδέψαμε στην Αθήνα για τον τελικό κυπέλλου με την ΑΕΚ. Στο Ειρήνης και Φιλίας οι αστυνομικοί δεν μας έψαξαν καθόλου, κι έτσι κατάλαβα γιατί στους αγώνες της Αθήνας τα κέρματα έπεφταν βροχή. Στη Θεσσαλονίκη πάλι μας έκαναν φύλλο-φτερό, γι’ αυτό ό,τι ήταν να κρύψουμε το κρύβαμε στα παπούτσια. Κατάκτηση κυπέλλου, κουτσουρεμένος γύρος θριάμβου, έξοδος από το γήπεδο με αστυνομική συνοδεία. Η αρειανολατρεία είχε ξεθυμάνει, η επιστροφή στους συλλογικούς φανατισμούς ήταν γεγονός, το «ποτέ, ποτέ, ποτέ» ακυρώθηκε, το τέλος της αθωότητας.

Το καλοκαίρι, η διοίκηση Μητρούδη αποφάσισε να βασίσει το μέλλον της ομάδας στον Γιαννάκη και να διώξει τον Γκάλη. Έπεσα σε περισυλλογή. Στο πρώτο παιχνίδι με τον Παναθηναϊκό, στο Παλαί πήγα με πατερίτσες (ρήξη συνδέσμου). Ο Νικ βγήκε πρώτος, χώρια από τα υπόλοιπα βαζέλια, μας χαιρέτησε. Οι μισοί τον χειροκροτήσαμε, οι άλλοι έμειναν παγερά αδιάφοροι. Στην πρώτη στραβή του αγώνα τον έβρισαν. Μια κυρία δίπλα μου είχε βγει από τα ρούχα της, «αχάριστοι μαλάκες, αυτός μας έδωσε τις μεγαλύτερες χαρές». Η ζωή, όμως, είναι πολύ πιο εύκολη όταν δεν θυμάσαι. Ανάμεσα στον ορυμαγδό δύο κόσμων που βρίζοντας αλλά και τη νομοτέλεια, είδα την αυτοκρατορία μας να καταρρέει. Όπως και το ASA βίντεο.

ΑΡΗμπα!

Μετράω στιγμές

01. Οι παραδοσιακά αποτυχημένες επιλογές ξένων παικτών, μέχρι και το 1987. Το nick «μωρό του ελαφιού» για τον Μάικ Τζόουνς και ο καυγάς του με τον Ιωαννίδη στη Σόφια. Τα καρφώματα του Βράνκοβιτς, πάντα με μίσος (ήξερε να είναι θριαμβευτής).

02. Το μακρινό σουτ του Χάρη Παπαγεωργίου στο τελευταίο δευτερόλεπτο με αντίπαλο τη Χαποέλ, που ακύρωσε διαφορά 26 πόντων κι έστειλε τον Άρη στο Β’ γύρο του Κόρατς (1982). Η νίκη του Άρη εκτός έδρας επί της Μακαμπί το 1983.

03. Το χαμόγελο του Βασίλη Παραμανίδη, το κατσαριδάκι του Δημήτρη Κοκολάκη, το μουστάκι του Μιχάλη Γιαννουζάκου, ο όγκος των ομογενών εξ Αμερικής Νικήτα και Καραγιώργη, η φράντζα των Μιχάλη Ρωμανίδη και Μάνθου Κατσούλη, οι ξανθές μπούκλες των Μπαλτατζή και Γουίλτζερ, η συμπαθητική αχαροσύνη του Σόμπιν, τα κοστούμια του Κυρίτση και του Φάνη Ταρνατώρου, οι γραβάτες του Γιαντζόγλου.

04. Η εκστατική εμφάνιση του Δοξάκη με την Τρέισερ στον αγώνα του Αλεξανδρείου, το 1986. Η τάση του Φιλίππου να στεφανώνεται με μπασκέτες μετά από κατακτήσεις πρωταθλημάτων και κυπέλλων.

05. Η στατιστική υπηρεσία Γαλάνης. Ο Τιγρί και τα σκέρτσα του. Οι γύροι θριάμβων στο Παλαί. (μαγεία!)

06. Οι 52 πόντοι του Γκάλη στον τελικό κυπέλλου του ’87, με αντίπαλο τον Πανελλήνιο, το αφιερωμένο εξαιρετικά σύνθημα «Είσαι θεός μοναδικός». Μεγάλη αλήθεια!

07. Το σύνθημα «Ντίνο, Ντίνο, Τσιτσιολίνο» για τον Ντίνο Μενεγκίν, βετεράνο της Τρέισερ, οι γαμψές μύτες των Μανίφικο και Κόστα, επίσης της Τρέισερ, το στραβό κεφάλι του Ντακουρί και το νεύρο του Οστρόφσκι, παικτών της Λιμόζ, τα γαλλικά του προπονητή τους Τζορτζ Φίσερ (μετά τον πήραμε κι εμείς).

08. Κοσμικό γεγονός: ο λαμπερός γάμος του προέδρου Χρήστου Μιχαηλίδη με μοντέλο. Η καλών προθέσεων διοίκηση Πεταλίδη-Σπύρου και το στέκι τους «Gallery» στην παραλία.

09. Οι τσαμπουκάδες του Ιωαννίδη σε διαιτητές και γραμματεία, όταν ήθελε να κόψει το ρυθμό των αντιπάλων, χωρίς να χάσει τάιμ άουτ. Έξυπνο. Η 45λεπτη διακοπή ρεύματος στον αγώνα με τη Μπαρτσελόνα, το 1991.

10. Showbiz ή, αλλιώς οι Βασίλης Τσιβιλίκας, Μιχάλης Μητρούσης, Βερόνικα Αργεντζή, Γιάννης Πάριος, Τζιορτζίνα (κόρη Μαρινέλλας), Ευαγγελία Βαρσαμά, Active Member, Τζίμης Πανούσης, που είτε έδιναν παρών σε αγώνες και εκδηλώσεις είτε δήλωναν ανοιχτά τα φιλοαρειανά τους αισθήματα.

11. Τα κείμενα του Σωτήρη Κακίτση στο «Τρίποντο». Το αφιέρωμα των «Ρεπόρτερς» με τίτλο «Ο δρόμος για τη Γάνδη». Ο Πάρης Καλημερίδης, οι συνεντεύξεις του με τον Γκάλη και οι ερωτήσεις τύπου «Νικ, πώς το έκανες αυτό το καταπληκτικό γύρισμα;».

12. Η μαύρη γάτα, οικόσημο του ξενοδοχείου «Auberge de Beger» της Γάνδης, όπου κατέλυσε η ομάδα του Άρη, και η αποκαθήλωσή της με εντολή Ιωαννίδη.

13. Η dream team της Γιουγκοπλάστικα με Ράτζα και Κούκοτς. Η μεταμόρφωση του ψιλόλιγνου και καχεκτικού Κούκοτς σε μυώδες τέρας, μόλις πάτησε το πόδι του στο ΝΒΑ. Η παραδοσιακή ηττοπάθεια των Αΐτο Ρενέσες, Σαν Επιφάνιο, Σολοθάμπαλ.

14. Τα μπούκια που αντάλλαξαν Γιαννάκης και Μαγκί στο φάιναλ φορ του Μονάχου (ίσως μας στοίχισαν το κύπελλο).

15. Ο Γιάννης Μπουτάρης θυμάται το φάιναλ φορ του Μονάχου: «Πήγαμε με δύο τσάρτερ. Φορώντας κίτρινες περούκες, καταλύσαμε στο “Hilton” του Μονάχου. Οι Γερμανοί τρόμαξαν, μας πέρασαν για χούλιγκαν. Αν και χάσαμε στον ημιτελικό με τη Μακάμπι, στο μικρό τελικό το “Άρης ολέ” το τραγουδούσαμε από την αρχή του αγώνα, ενώ στο ημίχρονο δεν κάθισε κανένας στη θέση του. Κερδίσαμε πολύ άνετα την Μπαρτσελόνα. Δεν μας ένοιαζε που χάσαμε το κύπελλο, μας ένοιαζε η γιορτή».

16. Οι ετήσιες αλλαγές του ονόματός μας ελέω χορηγού (Sato/Εθνική/Εγνατία/Μακεδονίας Θράκης/Εθνική Ασφαλιστική/Stimorol/Pyramis/Goodyear/Minerva/Moda Bagno Άρης). Η διαφήμιση της ΑΓΝΟ από τον Νίκο Γκάλη (τι την έκανε την μπάλα ο θεός, οέο).

17. Τα ελληνικά του Λάζαρο Λέσιτς, οι σατανικές ομοιότητες του προσώπου του Σβι Σερφ με εκείνου της χελώνας, τα γυαλιά του Κοτλέμπα.

18. Οι έφιπποι αστυνομικοί και τα πλαστά εισιτήρια 30.000 δραχμών στη Σαραγόσα. Ο περιώνυμος «Κουκ» βολτάρει έξω από το Πρενθίπε Φελίπε με ματωμένο κεφάλι από πέτρες ντόπιων σκίνχεντ (τους αντιμετώπισε μόνος του, τους εξολόθρευσε).

19. Οι υποδοχές μετά από νίκη ή ήττα στο αεροδρόμιο. Μέθεξη!

20. Οι 29 εύστοχες βολές του Γκάλη στον τελικό κυπέλλου του ’93, όταν, όμως φορούσε τη φανέλα του Παναθηναϊκού. Θεία δίκη, κυριολεκτικά.

n

Δείτε επίσης την εκπομπή του ΣΚΑΙ "Για πάντα πρωταθλητές", αφιερωμένη στον μπασκετικό Άρη

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5