Visual Browsing
Athens 102.5 Voice

Οδοιπορικό στην ελεύθερη Λευκωσία και στα κατεχόμενα

«Οδός Ονείρων. Ένα τέτοιο όνομα πάνω στην πράσινη γραμμή μου φάνηκε σχεδόν ειρωνικό»

Η άγνωστη φωνή από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ξεχείλιζε από αυτοπεποίθηση κι έτσι είχα αποφασίσει να ακολουθήσω με ευλάβεια τις οδηγίες της. Όταν μπήκα στο ταξί, την κάλεσα στο τηλέφωνο και ζήτησα από τον οδηγό να συνεννοηθεί μαζί της για την ακριβή τοποθεσία του διαμερίσματος που είχα μισθώσει για λίγες διανυκτερεύσεις. Συνεννοήθηκαν σε μια διάλεκτο γνώριμη και συνάμα απρόσιτη, όσο προσωπικά εξακολουθούσα να αναρωτιέμαι γιατί δεν αρκεί το Google Maps για να βρούμε το σπίτι.

Όταν όμως φτάσαμε στα πέριξ της οδού Ερμού, συνειδητοποίησα ότι η Λευκωσία δεν είναι μια συνηθισμένη πόλη κι ότι η κατανόηση της απαιτεί κάτι αρκετά μεγαλύτερο από την παθητική εκτέλεση των εντολών μιας εφαρμογής στο κινητό. Η ορατότητα της διχοτόμησης στο αστικό πεδίο με αιφνιδίασε αλλά ταυτόχρονα επιβεβαίωσε στο ακέραιο την περιγραφή της αγγελίας μίσθωσης του διαμερίσματος. Βρισκόταν ακριβώς πάνω στην περίφημη πράσινη γραμμή και όντως μπορούσες πότε να ακούς τις καμπάνες των χριστιανικών εκκλησιών της ελεύθερης Κύπρου και πότε τις προσευχές του μουεζίνη από τα κατεχόμενα εδάφη.

Ο βαριεστημένος οδηγός του ταξί με άφησε μπροστά σε ένα μικρό καφέ, του οποίου η κομψή χειροποίητη ξύλινη ταμπέλα φανέρωνε ότι το όνομα του ήταν «Οδός Ονείρων». Τις πρώτες ώρες του ταξιδιού, ένα τέτοιο όνομα πάνω στην πράσινη γραμμή μου φάνηκε σχεδόν ειρωνικό. Λίγες μέρες αργότερα όμως, όταν ένα άλλο ταξί με παρέλαβε από το ακριβώς ίδιο σημείο, ένιωσα ότι η ίδια ξύλινη ταμπέλα μου χαμογελούσε γλυκόπικρα. Ίσως γιατί οι στίχοι του Μάνου έβρισκαν πλήρη εφαρμογή και στις δυο πλευρές της πράσινης γραμμής, εκεί που «κάθε σπίτι κρύβει λίγη αγάπη στη σιωπή».

Σχετικα
Οι άνθρωποι πέρα απ’ το Τείχος
Οι άνθρωποι πέρα απ’ το Τείχος

Από εδώ

Aν αφαιρέσεις το αναπάντεχο αστικό σύνορο της πράσινης γραμμής, η ελεύθερη Λευκωσία μοιάζει έντονα με μία μέση πόλη της ελληνικής επαρχίας, με ελαφρώς υψηλότερο συντελεστή δόμησης στα προάστια αλλά και περισσότερες ελληνικές σημαίες στα μπαλκόνια. Η πιο έντονη διαφορά είναι φυσικά η οδήγηση με το τιμόνι στα δεξιά, μια ισχυρή υπενθύμιση στον επισκέπτη για το αποικιακό παρελθόν του νησιού.

Αν παρατηρήσεις τους θαμώνες των καταστημάτων εστίασης, θα καταλάβεις πολλά για το είδος των δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται στο νησί. Θα δεις πολλούς φοιτητές, παρόλο που τα πανεπιστήμια της Κύπρου, ιδιαίτερα τα ιδιωτικά, δεν αποτελούν την πρώτη επιλογή των ίδιων των Ελληνοκυπρίων. Θα χαρείς που τόσοι νέοι, κυρίως από την Ανατολική Μεσόγειο, επιλέγουν να σπουδάσουν στην Κύπρο αλλά εύλογα θα αναρωτηθείς αν αυτό συμβαίνει λόγω της ποιότητας των παρεχόμενων σπουδών ή λόγω της ευκολίας απόκτησης ενός πτυχίου από χώρα της Ε.Ε.

Σχετικα
Ανακρίνοντας δύο ειδικούς για τη Μέση Ανατολή σε ένα καφέ της οδού Λήδρας
Ανακρίνοντας δύο ειδικούς για τη Μέση Ανατολή σε ένα καφέ της οδού Λήδρας

Θα δεις επίσης πολλούς «ξένους» αλλά θα είναι πολύ πιο δύσκολο να μαντέψεις τι γυρεύουν στο νησί. Κάποιοι είναι μετανάστες που εργάζονται για χρόνια στο νησί, άλλοι είναι τουρίστες που έχουν έρθουν από τα τουριστικά θέρετρα του νησιού να δουν την τελευταία διχοτομημένη πρωτεύουσα της Ευρώπης κι άλλοι διαμένουν μόνιμα στο νησί, χωρίς αναγκαία να εργάζονται. Το πετυχημένο όσο και αμφιλεγόμενο πρόγραμμα «χρυσής βίζας» της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και οι αυξημένες πολιτογραφήσεις των τελευταίων ετών έχουν επηρεάσει σημαντικά τη δημογραφική σύνθεση του νησιού. Ακόμα κι αν δεν επισκεφθείς τη Λεμεσό, τόπο διαμονής χιλιάδων Ρώσων, αρκεί να ρίξεις μια ματιά σε ένα πρακτορείο Τύπου, όπου μεταξύ άλλων θα δεις να κρέμεται μέχρι και ρωσική εφημερίδα για τη ρωσόφωνη κοινότητα του νησιού.

Το πέρασμα

Ο πεζόδρομος της οδού Λήδρας αποτελεί την κεντρική αρτηρία του εμπορικού κέντρου της ελεύθερης Λευκωσίας, σε διαρκή, ζωηρή και πολύχρωμη αλληλεπίδραση με τον παράλληλο πεζόδρομο της οδού Ονασαγόρου. Τίποτα δεν προειδοποιεί τον ανυποψίαστο επισκέπτη για τη θέση που κατέχει ο συγκεκριμένος δρόμος στην ιστορία του Κυπριακού προβλήματος.

Φεύγοντας από μια ενδιαφέρουσα συζήτηση σε ένα αυθεντικό αστικό καφέ, συνέχισα με αληθινή περιέργεια να περπατώ επί της Λήδρας προς την κατεύθυνση της πράσινης γραμμής, αναζητώντας το πέρασμα στην απέναντι πλευρά. Μέχρι τότε, δεν είχα σκεφτεί τι ακριβώς περίμενα να βρω μπροστά μου, δεν είχα μπει στον κόπο να φανταστώ τη μορφή ενός συνόρου εντός του αστικού ιστού. Το μόνο που γνώριζα ήταν ότι η ιστορική διάνοιξη του οδοφράγματος στην οδό Λήδρας το 2008 γέννησε την ελπίδα για μια αληθινή αλλαγή στην αλληλεπίδραση μεταξύ των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων.

Λίγα μέτρα μετά, παρατήρησα ότι χωρίς ο πεζόδρομος να σταματά, στη μέση του υπήρχε μια κορίνα και μια κορδέλα που παρέπεμπε σε ένα κουβούκλιο. Αν κοιτούσες λίγο πιο προσεκτικά, λίγο πιο πέρα υπήρχε μια ακόμα κορδέλα διευθέτησης της κυκλοφορίας των πεζών, η οποία παρέπεμπε σε ακόμα ένα κουβούκλιο. Είχα πια φτάσει στο άνοιγμα της οδού Λήδρας, απέμενε μονάχα να δείξω την ταυτότητα μου στις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε εκείνες του ψευδοκράτους.

Η τυπική διαδικασία κράτησε ελάχιστα και πια είχα περάσει στην κατεχόμενη Λευκωσία. Τώρα ήμουν ακριβώς από κάτω τις σημαίες που έβλεπα από μακριά, μια της Τουρκίας και μια του ψευδοκράτους. Κοίταξα προς τα πίσω, και είδα, πλέον από την απέναντι πλευρά μια σημαία της Ελλάδας και μιας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όλες κυμάτιζαν την κατεύθυνση του ίδιου ανέμου. Κι όμως έμοιαζαν να κυματίζουν τόσο διαφορετικά.

Από εκεί

Λίγα βήματα πιο πέρα, στον ίδιο δρόμο της ίδιας πόλης και όλα μοιάζουν διαφορετικά. Άλλη γλώσσα, άλλο νόμισμα, άλλη αισθητική. Εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εκτός δικαιοδοσίας των διεθνών οργανισμών λόγω της εύλογης μη αναγνώρισης του ψευδοκράτους. Σχεδόν σε μια άλλη εποχή.

Η κατεχόμενη Λευκωσία δεν έχει καν συγχρονιστεί με τα όσα κοσμοϊστορικά συμβαίνουν στην Τουρκία κατά τα χρόνια της κυριαρχίας του Ταγίπ Ερντογάν. Τα εμπορικά καταστήματα της θυμίζουν υποβαθμισμένα τουριστικά θέρετρα της Τουρκίας του 1990 κι όχι τις σύγχρονες τουρκικές πόλεις, στις οποίες μπορεί κανείς να διακρίνει τις συνέπειες της επιβολής ενός ιδιότυπου υπερσυντηρητικού νεοφιλελεύθερου μοντέλου από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP).

Παρ ’όλα αυτά, τα σοκάκια της κατεχόμενης Λευκωσίας παρουσιάζουν ελαφρώς μεγαλύτερο ενδιαφέρον από εκείνα του ελεύθερου τμήματος της πόλης. Ο μη εκσυγχρονισμός τους τα καθιστά πιο αυθεντικά στα μάτια του επισκέπτη, ο οποίος εκεί κυρίως καταλαβαίνει την έντονη γεύση της Μέσης Ανατολής που τελικά κυριαρχεί σε ολόκληρο το νησί. Το εντυπωσιακό και άριστα συντηρημένο Μπουγιούκ Χαν, ένα τυπικό οθωμανικό καραβανσεράι, δεσπόζει στο κέντρο της κατεχόμενης πόλης, θυμίζοντας τις πολλές παράλληλες και συνάμα διαφορετικές εκδοχές της Λευκωσίας.

Στις μέρες τις επίσκεψης μου, ελάχιστα μετά την προκήρυξη των πρόωρων εκλογών στην Τουρκία, η βασική έννοια των κατοίκων ήταν η κατρακύλα της τουρκικής λίρας. Ακολουθώντας έναν εθιμικό κανόνα της εποχής της βρετανικής αποικιοκρατίας, τα ενοίκια στην κατεχόμενη Κύπρο πληρώνονται σε βρετανική λίρα, κάτι που κατά τα χρόνια της διαρκούς υποβάθμισης της τουρκικής λίρας έχει αποδειχθεί καταστροφικό για τον τοπικό πληθυσμό -αλλά και αποτρεπτικό για τους εποίκους.

Λίγο πιο πέρα από το Μπουγιουκ Χαν, στέκει το Τέμενος Σελιμιγιέ, του οποίου οι ψηλοί μιναρέδες διακρίνονται σχεδόν από παντού στην ελεύθερη Λευκωσία. Πολλές φορές μάλιστα τους χρησιμοποιούσα για να προσανατολιστώ, προσπαθώντας να μαντέψω που περίπου βρίσκεται η πράσινη γραμμή. Ακριβώς απέναντι από τη μια από τις εισόδους του εντυπωσιακού τεμένους, υπάρχει ένα μπαρ με τις πολύχρωμες καρέκλες του απλωμένες, σχεδόν μέχρι την πόρτα του τεμένους. Μια περιπαικτική φωνή δίπλα θα εξηγήσει την παράδοξη εικόνα: κανείς εδώ δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη θρησκεία, εδώ θα δεις ανθρώπους να πίνουν αλκοόλ στο μπαρ και να χαιρετούν αυτούς που μπαίνουν στο τζαμί, χωρίς κανείς να ενοχλείται ή να προσβάλλεται. Πράγματι, οι Τουρκοκύπριοι κατατάσσονται στους πλέον φιλελεύθερους μουσουλμάνους του κόσμου και συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να αποστρέφονται, στην πλειοψηφία τους, τη δράση και τις πρωτοβουλίες διαφόρων ισλαμικών οργανώσεων στο νησί, οι οποίες κυρίως προέρχονται από την Τουρκία.

Λήδρα Παλάς

Η μεγάλη βόλτα στην κατεχόμενη Λευκωσία με είχε απομακρύνει σημαντικά από το πέρασμα της οδόυ Λήδρας και πια ήταν καλύτερα να επιστρέψω από το άνοιγμα του Λήδρα Παλάς, ενός ξενοδοχείου που έμελλε να ταυτιστεί με σχεδόν όλες τις πτυχές του κυπριακού προβλήματος.

Λόγω και της διέλευσης οχημάτων, εδώ οι έλεγχοι είναι ελαφρώς πιο αυστηροί και το τοπίο λιγότερο φιλικό από τον πεζόδρομο της Λήδρας. Η έντονη παρουσία του ΟΗΕ και τα άφθονα συρματοπλέγματα σου θυμίζουν το τι ακριβώς έχει συμβεί στο νησί αλλά και το τι έχει απαιτηθεί να συμβεί για να πάψουν οι εχθροπραξίες μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Εκεί, εντός της περιοχής ελέγχου του ΟΗΕ, βρίσκεται το Σπίτι της Συνεργασίας, ένας χώρος δραστηριοτήτων που απευθύνεται ισότιμα και στις δυο κοινότητες. Από μαθήματων ελληνικών και τουρκικών μέχρι οργανωμένους περιπάτους στα σοκάκια της Λευκωσίας.  Όπως θα μου εξηγήσουν διάφοροι φίλοι στο νησί, μπορεί πια τα περάσματα να έχουν ανοίξει αλλά οι δυο κοινότητες εξακολουθούν να ζουν ξεχωριστά, γι’ αυτό κάθε πρωτοβουλία που τις φέρνει πιο κοντά είναι αναγκαία. Οι μεικτές παρέες δεν είναι ο κανόνας, το κοινωνικό στίγμα του να πας «από εκεί» εξακολουθεί να υπάρχει και το όραμα της επίλυσης του Κυπριακού μοιάζει τελικά να αφορά περισσότερο τις μειοψηφικές προοδευτικές κοινότητες του νησιού παρά τη μεγάλη μάζα των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων.

Οι έλεγχοι στο Λήδρα Παλάς ολοκληρώνονται και είμαι ξανά στην ελεύθερη Λευκωσία. Μια μεγάλη πινακίδα περιγράφει τις δολοφονίες του Τάσου Ισάακ και του Σολωμού Σολωμού ενώ λίγο πιο πέρα στέκει η προτομή της κυρίας της Λαπήθου, μιας εμβληματικής μαίας από την Κερύνεια που κατά την εισβολή του Αττίλα έσωσε τη ζωή δώδεκα εγκλωβισμένων στρατιωτών.

Συρματοπλέγματα, κυανόκρανοι, νεκροί, αγνοούμενοι, ήρωες, σημαίες. Σε μια ακτίνα λίγο εκατοντάδων μέτρων, όλα θυμίζουν κάτι που έγινε πριν από λιγότερο από 50 χρόνια και κάτι που σήμερα δεν μπορεί να επιλυθεί, παρά την ταύτιση της πεπρωμένου του νησιού με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στον τύμβο της Μακεδονίτισσας

Ήταν ένα από εκείνα τα κορίτσια της Κύπρου που επέλεξαν να σπουδάσουν στην Ελλάδα και να μην παραμείνει ασφαλές εντός των φοιτητικών παρεών των Κυπρίων φοιτητών που σπουδάζουν στα ελληνικά πανεπιστήμια αλλά λίγο δυσκολεύονται να συναναστραφούν με τους «καλαμαράδες».

Το αυστηρό μήνυμα της περί της προσβλητικής παράλειψης μου να την ενημερώσω ότι είμαι στην πόλη της ήταν αρκετά πειστικό, σε συνδυασμό με το αλαζονικό συμπέρασμα της ότι δεν έχω δει τίποτα στο νησί όλες αυτές τις μέρες. Κάπως έτσι, λίγες ώρες πριν από τη βραδινή πτήση μου από τη Λάρνακα στη γειτονική Βηρυτό, βρέθηκα σε ένα μνημείο του οποίου την ύπαρξη αγνοούσα.

Στον δήμο Έγκωμης της ελεύθερης Λευκωσίας, στέκει ο τύμβος της Μακεδονίτισσας, ένα στρατιωτικό νεκροταφείο Ελλαδιτών και Ελληνοκυπρίων πεσόντων κατά τη διάρκεια του Αττίλα αλλά και προγενέστερων πολεμικών συγκρούσεων στο νησί. Πρόκειται ακριβώς για το σημείο που καταρρίφθηκε από φίλια πυρά ένα ελληνικό αεροπλάνο τύπου Noratlas, κατά την επιχείρηση Νίκη, μια ιστορία ελάχιστα γνωστή στη σύγχρονη Ελλάδα. Αν παρατηρήσεις του δεκάδες τάφους στα δεξιά του μνημείου, θα προσέξεις ότι σχεδόν όλοι έπεσαν στο καθήκον τον Ιούλιο του 1974. Γυρνώντας το βλέμμα στα αριστερά, θα θεωρήσεις ότι το ίδιο συμβαίνει και με τα υπόλοιπα μνήματα.

«Εδώ που κοιτάς δεν είναι τάφοι, είναι τα κενοτάφια» θα μου πει ο ευγενής φρουρός της μικρής στρατιωτικής σκοπιάς που υπάρχει στο χώρο. Πράγματι, τα μνήματα είναι λευκά. Δεν υπάρχουν ονόματα ή οι ημερομηνίες. Τόσες δεκαετίες μετά, αναμένουν εκείνους που θυσιάστηκαν αλλά δεν βρέθηκαν ποτέ. Κάθε τόσο, κάποια ταυτοποίηση λειψάνων ολοκληρώνεται και κάποιος κενός τάφος γεμίζει, υπό την επιμέλεια της δικοινοτικής Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοουμένους (ΔΕΑ). Σύμφωνα με τα στατιστικά που έχουν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Επιτροπής, έχουν κατατεθεί αιτήματα διερεύνησης για 492 υποθέσεις Τουρκοκύπριων αγνοουμένων και 1511 υποθέσεις Ελληνοκύπριων αγνοουμένων.

Σχολιάζοντας περιπαικτικά την επιλεκτική ανάγνωση της Ιστορίας από τους εθνικιστές των δυο πλευρών, μια Ελληνοκύπρια θα μου πει λίγο αργότερα ότι έφτασε 40 χρονών για να μάθει ότι υπήρχαν και Τουρκοκύπριοι αγνοούμενοι.

Αποφώνηση

Η κυρία που εργαζόταν στον έλεγχο ασφαλείας των αποσκευών στο αεροδρόμιο της Λάρνακας μου απευθύνθηκε στα ρωσικά κι αφού αναμετρήθηκε με την έντονη απορία που σχηματίστηκε στο πρόσωπο μου, με ρώτησε σε σπαστά ελληνικά αν υπάρχουν υγρά στη βαλίτσα μου. Αν και ήταν κάπως αιφνιδιαστική η αυτοπεποίθηση ότι, αν και μελαχρινός, λογικά θα ήμουν ακόμα ένας Ρώσος επισκέπτης του νησιού, δεν είχα εκείνη τη στιγμή τη διάθεση να προβληματιστώ για το εύρος της ρωσικής «απόβασης» στο νησί.

Στην αίθουσα της αναμονής για την σχεδόν μεταμεσονύχτια πτήση για τον Λίβανο, προσπαθούσα να βάλω σε μια σειρά τις πολλές εικόνες της πρώτης μου επίσκεψης στην Κύπρο. Είχα σίγουρα γνωρίσει κάποιους ανθρώπους που ήθελαν να γκρεμίσουν το τείχος που τους χωρίζει και να ζήσουν μαζί, παρά τις δραματικές ιστορίες που είχαν να αφηγηθούν για τις συγκρούσεις του παρελθόντος. Είχα σίγουρα γνωρίσει κι αρκετούς που δεν είχαν καμία διάθεση να συμβιώσουν με εκείνους που τους έβγαλαν από τα σπίτια τους ή με εκείνους που τους ξυλοκοπούσαν στα σκοτεινά στενά της Λευκωσίας. Για άλλους η Ιστορία ήταν φυλακή, άλλοι συμφωνούσαν με το σεξπηρικό συμπέρασμα ότι το παρελθόν είναι πρόλογος. Άλλοι ήθελα να ζήσουν ξανά μαζί για να μην χυθεί άλλο αίμα, άλλοι ήθελα να μην έχουν καμία επαφή με τους απέναντι, ακριβώς για να μην χυθεί άλλο αίμα. Κι έμοιαζαν όλοι με τον τρόπο τους να έχουν δίκιο.

Ο προοδευτικός ρομαντισμός μου γι’ αυτό το ταξίδι είχε μάλλον διαψευστεί. Δεν είχα διαπιστώσει ότι στο νησί είναι ώριμες οι συνθήκες για μια ιστορική επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Η ασφαλής μιζέρια του status quo μου έμοιαζε πανίσχυρη, τα πολλά μαγαζάκια που εμπορεύονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το Κυπριακό μου έμοιασαν ικανοποιημένα με την τρέχουσα πραμάτεια τους.

Και οι νέοι; Μήπως αυτοί θα αποδειχθούν οι φορείς πραγμάτωσης του ρομαντισμού όσων επιδιώκουν τη λύση; Οι απαισιόδοξοι φίλοι μου το αποκλείουν, σημειώνουν ότι η γενιά των Αναστασιάδη και Ακιντζί έχει παραστάσεις συνύπαρξης ενώ η νέα γενιά γεννήθηκε και μεγάλωσε πίσω από το τείχος. Οι αισιόδοξοι μου λένε ότι η γενιά των ανοιχτών οδοφραγμάτων θα δώσει τη λύση, αργά ή γρήγορα Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι θα επανεφεύρουν τη συνύπαρξη τους.

Μένει να φανεί. Εξάλλου, η ανέγερση και η πτώση ενός τείχους φέρουν μια παράδοξη ομοιότητα εν τη ριζική αντίθεση τους. Είναι δυο πράξεις απόλυτα απροσδόκητες και ιστορικά αναπάντεχες, τόσο που δεν μπορούν πάντα να προβλεφθούν σε χρόνο ενεστώτα…

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5