Βιβλιο

Θωμάς Σιταράς: Γκάφες, μαργαριτάρια και απίθανες ιστορίες από την Ελλάδα μιας άλλης εποχής

Ο ίδιος αναφέρεται ως «αθηναιογράφος», και κυρίως ως δημοσιογράφος-συγγραφέας. Το βιβλίο του «Και μη χειρότερα – το φάρμακό σας διά πάσαν νόσον…» είναι γεμάτο με μικρά, αληθινά «φάρμακα διά πάσαν νόσον»

Μανίνα Ζουμπουλάκη
ΤΕΥΧΟΣ 1017
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το βιβλίο «Και μη χειρότερα – το φάρμακό σας διά πάσαν νόσον…» του Θωμά Σιταρά, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bell, περιγράφει αστεία περιστατικά στην Ελλάδα των δεκαετιών 1920 έως 1940 –και όχι μόνο!

Το βιβλίο «Και μη χειρότερα – το φάρμακό σας διά πάσαν νόσον…» του Θωμά Σιταρά είναι μια συλλογή από ελληνικά άρθρα, δημοσιεύματα, κείμενα, επιγραφές, ανέκδοτα, ιστορίες, διαφημίσεις, ανακοινώσεις και γελοιογραφίες, η οποία ξεκινάει από το 1860 περίπου και καλύπτει περισσότερα από 150 χρόνια: ο Σιταράς μελετάει με επιμέλεια αρχεία εφημερίδων και περιοδικών, μαζεύει «μαργαριτάρια» και δουλεύει με πάθος πάνω στην Ιστορία, και κυρίως την αστεία πλευρά της. Για να πάρετε μια ιδέα, καταγράφει, από δημοσίευμα του 1906, δώρα που χαρίστηκαν στον πρωταθλητή Σπύρο Λούη το 1896: «… Ένα καφενείο στα Λιόσια (προσφέρει) δωρεάν για έναν χρόνο τον πρωινό του καφέ, ένα μαγειρείο στο Βατραχονήσι τον πρωινό πατσά, ένα ξενοδοχείο στην Ομόνοια το μεσημεριανό του, ένα μαστιχοπωλείο στον Άγιο Λουκά μία μαστίχα την ημέρα, ένα ζυθοπωλείο στη Γαργαρέτα μια οκά μπίρα πρωί-απόγευμα, ένα καπνοπωλείο στο Μεταξουργείο ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα, καφενείο στους Αμπελόκηπους τον απογευματινό του καφέ, κουρείο στο Θησείο καθημερινή περιποίηση κ.λπ.»… Σημειώνοντας πως ο Σπύρος Λούης θα ήταν αναγκασμένος να κάνει τον γύρο της Αθήνας για να απολαύσει τα δώρα του, αν αποφάσιζε να τα αποδεχτεί.

«Οκκαζιόν. Είνε το όνομα ενός παντοπωλείου στην Χαλκίδα, το οποίον, για τους μη εννοούντες την Γαλλοελληνικήν, προσφέρεται εν υποσημειώσει και εις μετάφρασιν: “Πωλούμεν με την οκάν”».

«…Ο σκελετός αυτός έφερεν ακόμη μεταξύ των πλευρών του την λάμαν ενός εγχειριδίου. Πρόκειται άραγε περί εγκλήματος;» Ρεπορτάζ από την εφημερίδα Νέα της Χίου (1917).

Αυτά είναι ένα δείγμα μόνον από τα εκατοντάδες «κομμάτια» του βιβλίου, ταξινομημένα σε βοηθητικά κεφάλαια –«Μαργαρίτες», «Έρως ανίκατε μάχαν», «Αυθεντικές επιγραφές» κ.λπ.– και με κριτήριο (επιλογής τους) μάλλον το κατά πόσο είναι νόστιμα, αστεία και απροσδόκητα ναΐφ, με τη σημερινή ματιά.

«Διάβασα ένα βιβλίο όταν σπούδαζα (Οικονομική Δημοσιογραφία και Κοινωνική Ιστορία) στη Γερμανία, το 1966», λέει ο Σιταράς, «είχε τίτλο “Το περιβόλι με τους μαργαρίτες”, του Φωτιάδη – μέσα από γκάφες σε γραπτά των μαθητών του, έβλεπες και κάποιες κοινωνικές σκέψεις, και… τι απασχολεί τον κόσμο. Γελάς και λίγο θλίβεσαι μαζί όταν διαβάζεις τέτοια πράγματα. Ζήλεψα, είχε κάνει πολλές εκδόσεις το βιβλίο· σκέφτηκα “Α, να μπορούσα να βγάλω κι εγώ ένα τέτοιο βιβλίο!”. Μπήκε ο σπόρος, η σκέψη. Προς το τέλος των 90s, μπορεί να ήταν το ’98, έπεσε στα χέρια μου σε ένα αεροδρόμιο άλλο ένα παρόμοιο βιβλίο, με τίτλο “It goes always wrong”. Αυτό, για παράδειγμα, είχε μια ιστορία μέσα, πραγματική, από τη Σκότλαντ Γιαρντ: Τα κεντρικά γραφεία έστειλαν με φαξ σε όλα τα παραρτήματα τη φωτογραφία ενός καταζητούμενου, σε πέντε αντίτυπα. Και ήρθαν απαντήσεις από τα τμήματα: “Συλλάβαμε τους τέσσερις, ψάχνουμε τον πέμπτο”. Ήταν γεμάτο με τέτοιες ιστορίες. Συμβαίνουν τέτοια πράγματα… Όλοι έχουμε μια τάση να προχωράμε, όμως υπάρχει ένα ταβάνι στις ικανότητές μας, αν το ξεπεράσουμε, πέφτουμε σε πράγματα που δεν μπορούμε να διαχειριστούμε και κάνουμε κουταμάρες… Τέλος πάντων, το 2016 σκέφτηκα να βγάλω ένα τέτοιο βιβλίο, αλλά made in Greece. Έχω ξεφυλλίσει χιλιάδες σελίδες εντύπων! Η Βουλή ψηφιοποίησε όλες τις εφημερίδες από το 1830 ως το 1940. Μάζεψα 5-6.000 αντικείμενα, αποκόμματα, γελοιογραφίες, ιστορίες…»

«“Τσιγάρο αν θέλετε καλό, σέρτικο και αφράτο/ Καραβασίλη παίρνετε και όχι Παπαστράτο/ Πιστέψατε και μένανε που είμαι ειδικός/ Γρηγόριος Ξενόπουλος, ακαδημαϊκός”. Έμμετρο σχόλιο της εφημερίδας Εβδομάς (1937) με αφορμή τη διαφήμιση τσιγάρων που έκανε ο Ξενόπουλος».

«Πωλείται καφενείον εντός της Κεντρικής Αγοράς, χωρίς ενοίκιον, κατάλληλον και διά τηγανιτζίδικο, λόγω αναχωρήσεως του ιδιοκτήτου. Τιμή 20.000». Εστία (1934).

Τα αστεία, διασκεδαστικά και συχνά διαφωτιστικά για την Ιστορία μας κείμενα, αποσπάσματα, τσιτάτα, κ.λπ., είναι ατελείωτα. Ο Σιταράς δουλεύει 8-10 ώρες την ημέρα όσο ψάχνει υλικό για τα βιβλία του, αλλά το διασκεδάζει… και φαίνεται. Έχει ένα τεράστιο αρχείο – έμαθε οργάνωση αρχείου και χίλιους τρόπους να ταξινομεί το υλικό του στη Γερμανία, την πιο οργανωμένη χώρα του κόσμου και τώρα τον καλούν συχνά να κάνει σεμινάρια και ομιλίες για θέματα οργάνωσης.

«Όποιος (δημοσιογράφος) μου ζητάει κάτι, μια πληροφορία, ένα απόσπασμα, ένα δημοσίευμα, σε πέντε λεπτά το έχει. Ξέρω πού θα βρω το καθετί», μου λέει. «Πολύ σπάνια έχω πει σε δημοσιογράφο “δεν μπορώ να σε βοηθήσω”».

Το μεγαλύτερο αρχείο, βέβαια, είναι το κεφάλι του: έχει γερή μνήμη και μου λέει ένα τρικ με συνειρμούς για να θυμάμαι πράγματα (το ξεχνάω αμέσως). Επιμένει όμως: υπάρχει τρόπος να μάθεις να διαχειρίζεσαι πληροφορίες, να τις καταχωρίζεις σωστά, να ξέρεις πού θα βρεις κάθε πληροφορία όταν τη χρειαστείς. Με πείθει, μέχρι να τελειώσουμε τη συζήτηση, κι αρχίζω να φτιάχνω προτάσεις με αρχικά ονομάτων, μπας και καταγραφούν κάπου τα ρημάδικα τα ονόματα.

Το βιβλίο του θα ήταν ιδανικό για αίθουσες αναμονής, ας πούμε, ιατρείων – ξεχνιέσαι όταν το ξεφυλλίζεις, η ώρα περνάει χωρίς να το καταλάβεις. Βρίσκω μέσα γελοιογραφίες του σπουδαίου Βασίλη Χριστοδούλου (1917-2010), του σκιτσογράφου που δημιούργησε τους μεθύστακες «Βαρελόφρονες» στα περιοδικά του ’50 και ’60, εκτός των 130.000 σκίτσων του. Βρίσκω ονόματα, αποσπάσματα και φράσεις, ανακοινώσεις, επιγραφές, άρθρα και κείμενα που με ταξιδεύουν σε μια άλλη Ελλάδα, που έβγαινε με χίλια ζόρια από πολέμους και εμφυλίους, που έκανε λάθη και μάθαινε με δυσκολία γραμματική, που είχε όμως χιούμορ πάντα, και τα κότσια να κάνει πλάκα με το οτιδήποτε.

Γενικά, το «Και μη χειρότερα» είναι ένα βιβλίο που σου φτιάχνει το κέφι. Είτε είσαι σε αίθουσα αναμονής είτε είσαι στον καναπέ σου.