Βιβλιο

Βιβλία από το podcast Deep Thought Paperback+ που θα κρατήσουν τα φώτα αναμμένα

Το μεγαλύτερο βικτωριανό μυθιστόρημα που… δεν γράφτηκε ποτέ, οι γυναίκες εκδικούνται —επιτέλους—, και λίγος τρόμος για να μπει καλά το Halloween

Σαπφώ Καρδιακού
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τρία από τα βιβλία που συζητήθηκαν στο podcast Deep Thought Paperback+ τον Οκτώβριο

Στο καλύτερο podcast του ελληνικού Internet Deep Thought: Paperback+ προτείνουμε βιβλία που διαβάσαμε και μας άρεσαν. Εδώ, γράφουμε για ορισμένους από τους τίτλους που παρουσιάσαμε τον μήνα που μας πέρασε.

* * *

Ο Χένρι Μέιχιου ήταν αρθρογράφος και συγγραφέας της βικτοριανής Αγγλίας. Εκτός από συνιδρυτής της θρυλικής έκδοσης «Punch», έγραφε κυρίως non fiction βιβλία σχετικά με κοινωνικά θέματα. Για την ιστορία, το «Punch» ήταν εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό. Κυκλοφόρησε από το 1841 έως το… 1992 (!) και κατόπιν από το 1996 μέχρι το 2002. Το «Punch» καθιέρωσε τη σύγχρονη έννοια του όρου “καρτούν” σαν χιουμοριστικό/σατιρικό σκίτσο.

Στο podcast μιλήσαμε σχετικά με το γνωστότερο έργο του, το «London Labour and the London Poor». Πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες-ανταποκρίσεις στην εφημερίδα «The Morning Chronicle», το 1849, πριν εκδοθεί ολοκληρωμένο σε τέσσερις τόμους μεταξύ 1851 και 1862. Και τώρα, επιλογές από το έργο αυτό κυκλοφορούν για πρώτη φορά στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια με τίτλο «Το Λονδίνο των Φτωχών». Η επιλογή των κειμένων, η μετάφραση, και ο ιδιαιτέρως κατατοπιστικός πρόλογος είναι δουλειά του Δημήτρη Καρακίτσου.

Το 1849 ο Μέιχιου ξεκίνησε τις ανταποκρίσεις από τις γειτονιές του Μπέρμοντσι και, αργότερα, του ευρύτερου Λονδίνου, όπου κατέγραψε τις συνθήκες ζωής των φτωχών, ιδιαίτερα μετά την επιδημία χολέρας που σάρωσε την περιοχή. Στο βιβλίο διαβάζουμε τα κείμενα όπου παρουσιάζει τα επαγγέλματα εκείνης της κοινωνικής τάξης, των μη εχόντων, των πενήτων που έβγαζαν —κυριολεκτικά— τα προς το ζην κάνοντας δουλειές απαρατήρητες από τη μέση και ανώτερη κοινωνική τάξη. Σε κάθε κεφάλαιο παρουσιάζονται διαφορετικές ειδικότητες μέσω συνεντεύξεων με εκπροσώπους τους. Μιλούν οι πλανόδιοι μανάβηδες, οι πωλητές τηγανητών ψαριών, οι πωλητές σάντουιτς, οι γαλατάδες, οι… κυνηγοί των υπονόμων, οι ανιχνευτές πεταμένων πούρων… Μέσα από τις μαρτυρίες τους η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία ακόμα και του Καρόλου Ντίκενς, από τη γραφή τού οποίου ο Μέιχιου δεν έχει πραγματικά τίποτα να ζηλέψει. Τα επαγγέλματα, κυρίως όμως οι συνθήκες ένδειας και επιβίωσης των φτωχών του Λονδίνου, εκπλήσσουν και, εύλογα, θυμίζουν τα ανάλογα μυθιστορήματα της βικτοριανής εποχής.

Σε κάθε κεφάλαιο παρουσιάζονται διαφορετικές ειδικότητες μέσω συνεντεύξεων με εκπροσώπους τους. Μιλούν οι πλανόδιοι μανάβηδες, οι πωλητές τηγανητών ψαριών, οι πωλητές σάντουιτς, οι γαλατάδες, οι… κυνηγοί των υπονόμων, οι ανιχνευτές πεταμένων πούρων… 

Ο Μέιχιου κάνει κοινωνικό ρεπορτάζ, δεν γράφει μυθοπλασία, μολονότι προσεγγίζει τους χαρακτήρες του σαν ήρωες της εκάστοτε ιστορίας, με λογοτεχνικό χειρισμό των αφηγήσεών τους, αναδεικνύοντας το εύρος της υπόστασής τους στο κοινωνικό πλαίσιο. Αναφέρεται στον καθημερινό μόχθο: Πόσο δύσκολη είναι η πώληση τηγανητών ψαριών στον δρόμο όταν το ισχνό μεροκάματο σε κρατάει μετά βίας όρθιο, με μια υποτυπώδη στέγη πάνω απ’ το κεφάλι σου; Πόση εκπαίδευση και σχεδιασμός εμπεριέχονται στο επάγγελμα του κυνηγού μέσα στους υπονόμους; Η εξοικείωση, λόγου χάρη, με το ασφαλές ή επικίνδυνο έδαφος, οι τοποθεσίες με τα μέταλλα αξίας, η οργάνωση με τους ομοτέχνους, προϋποθέτουν τεχνογνωσία που απουσιάζει από τις επαγγελματικές σχολές και αποκτάται εμπειρικά γιατί διδάσκεται από στόμα σε στόμα.

Κάθε δουλειά στο «Λονδίνο των Φτωχών» είναι τέχνη. Πολλοί επιδίδονταν σε διαφορετικά επαγγέλματα κατά τη διάρκεια της ζωής τους, μόνο και μόνο για να νοικιάσουν ένα στοιχειώδες δωμάτιο, ή για να βγάλουν συγγενείς από τα ιδρύματα απόρων ή τη φυλακή… ή για να μην καταλήξουν και οι ίδιοι εκεί. Η καθημερινότητα των ανθρώπων αυτών χαρακτηρίζεται από σκληρή δουλειά, μόχθο, και βία. Μικρόκοσμοι ανά επάγγελμα, με τους δικούς τους κανόνες, τις έριδες, τις διακρίσεις, τα κόλπα. Όλα με το ίδιο υπόβαθρο, τον ίδιο στόχο: την επιβίωση. Σχεδόν όλοι είναι έρμαια της μοίρας που υπαγορεύει ο κρατικός μηχανισμός δύο ταχυτήτων. Τρώνε τις πενταροδεκάρες τους σε χείριστης ποιότητας φαγητό ή στο αλκοόλ, μένουν άφραγκοι και, συχνά, άστεγοι, και ξεκινούν ξανά και ξανά από την αρχή.

Η υπομονή και η εκδίκηση είναι σαν κολλητές φίλες. Ή σαν αγαπημένες αδερφές. Εκεί που τελειώνει η πρώτη, αρχίζει η δεύτερη. Όταν η υπομονή εξαντλείται, αναλαμβάνει η εκδίκηση.

Η συγκεκριμένη συνθήκη αποτελεί τον άξονα της ιστορίας στο καινούργιο μυθιστόρημα της Άλις Φίνι «Όμορφη Ασχήμια», από τις Εκδόσεις Bell, σε μετάφραση Νέλλας Γιατράκου. Ένας Άγγλος συγγραφέας, ο Γκρέιντι Γκριν, περιμένει σημαντικά νέα από την Αμερική σχετικά με το τελευταίο του βιβλίο, και ανυπομονεί να τα γιορτάσει με τη σύζυγό του Άμπι στο πλευρό του. Η Άμπι, όμως, δεν θα φτάσει ποτέ στο παραθαλάσσιο σπίτι τους έξω από το Λονδίνο. Εξαφανίζεται στον δρόμο — το αυτοκίνητό της παρατημένο, εκείνη άφαντη.

Ένα χρόνο μετά, η καριέρα και η ζωή του Γκρέιντι κατηφορίζουν ιλιγγιωδώς. Η Άμπι αγνοείται ακόμα. Χωρίς βιβλίο έτοιμο, αφού η έμπνευση τον εγκατέλειψε, ο έως τότε επιτυχημένος συγγραφέας έμεινε χωρίς σπίτι, χωρίς χρήματα και χωρίς μέλλον. Μετά από πρόταση της ατζέντισσάς του και νονάς της Άμπι, Κίτι, μετακομίζει προσωρινά στο σπίτι ενός συγγραφέα που πέθανε πριν χρόνια. Το σπίτι βρίσκεται σε ένα απομονωμένο νησί της Σκωτίας, το Άμπερλι. Οι κάτοικοι λίγοι, η επικοινωνία με την ηπειρωτική χώρα σποραδική — θα είναι η ιδανική ευκαιρία να συγκεντρωθεί και να γράψει ξανά.

Όμως, αν και δίνει την εντύπωση μιας ειδυλλιακής τοποθεσίας, η βιωμένη πραγματικότητα του τόπου δημιουργεί υποψίες στον Γκρέιντι πως τα πράγματα δεν είναι όπως τα φαντάστηκε. Μάλιστα, ενδέχεται να φαντάζεται ακόμα περισσότερα, με τον τρόπο που εκτυλίσσονται κάποια περιστατικά στο νησί. Το κυριότερο είναι πως από την πρώτη μέρα βλέπει εκεί μία γυναίκα που έχει εξωφρενική ομοιότητα με την εξαφανισμένη Άμπι. Κατόπιν, παλιά άρθρα της γυναίκας του —ήταν ερευνήτρια δημοσιογράφος— αφήνονται στην πόρτα του. Άρθρα με θέμα πάντοτε γυναίκες αδικημένες από το σύστημα και τους νόμους, αλλά, πρωτίστως, από τους άντρες. Οι, οποίοι άντρες, παρεμπιπτόντως, απουσιάζουν από τον πληθυσμό του νησιού…

Το κυριότερο είναι πως από την πρώτη μέρα βλέπει εκεί μία γυναίκα που έχει εξωφρενική ομοιότητα με την εξαφανισμένη Άμπι. Κατόπιν, παλιά άρθρα της γυναίκας του —ήταν ερευνήτρια δημοσιογράφος— αφήνονται στην πόρτα του. Άρθρα με θέμα πάντοτε γυναίκες αδικημένες από το σύστημα και τους νόμους, αλλά, πρωτίστως, από τους άντρες. 

Με ζηλευτή επιδεξιότητα η —επίσης πρώην δημοσιογράφος— Άλις Φίνι ξετυλίγει πτυχή την πτυχή μια ιστορία τόσο μοναδική και τόσο συνηθισμένη. Οι πρώτες εντυπώσεις σε μια σχέση, οι προσδοκίες και οι ψευδαισθήσεις, η έξαψη, δίνουν σύντομα τη θέση τους στη συνειδητοποίηση. Όταν ενώνονται δύο εις σάρκα μίαν, τίνος είναι αυτή η σάρκα; Ποια ταυτότητα υιοθετούν οι σύντροφοι σε έναν γάμο; Ποιος ακούγεται περισσότερο, και ποιου η θυσία είναι αυτονόητη;

Μέσα από εναλλασσόμενα POV σε πρώτο πρόσωπο, η Φίνι χρησιμοποιεί όλα τα χρώματα της παλέτας της —μυστήριο, αγωνία, μεταφυσικές αποχρώσεις, ρεαλισμό, φεμινισμό— για να σκιαγραφήσει την εξέλιξη των σχέσεων μέχρι την κατάληξή τους. Καθηλωτική πλοκή, ευφάνταστα μοτίβα, απρόσμενες και συναρπαστικές ανατροπές, σε ένα μυθιστόρημα που απορροφά την προσοχή έως την τελευταία παράγραφο.

Πριν μάς αφήσει ο μήνας με την πιο τρομαχτική νύχτα του χρόνου, διαβάσαμε το ατμοσφαιρικό γοτθικό μυστήριο «Εμείς Ζούμε Τώρα Εδώ» που κυκλοφορεί και αυτό από τις Εκδόσεις Bell, σε μετάφραση της συγγραφέως Κλαίρης Θεοδώρου. Στην περίπτωση της Σάρα Πίνμπορο οι συστάσεις ωχριούν μπροστά στο έργο της. Συγγραφέας και σεναριογράφος, έγινε παγκοσμίως γνωστή με το μυθιστόρημα «Πίσω Από τα Μάτια Της» (μετάφραση Χρήστος Καψάλης, Εκδόσεις Ψυχογιός), και την προσαρμογή του σε σειρά παραγωγής Netflix. Με το καινούργιο βιβλίο της, η Πίνμπορο φλεξάρει τα γοτθικά skills της παίζοντας στα δάχτυλα τις τεχνικές του είδους.

Ένα παλιό επιβλητικό και απομονωμένο εξοχικό σπίτι υπό επισκευή στεγάζει ένα παντρεμένο ζευγάρι σε σχέση που χρειάζεται επίσης… ανακαίνιση. Η Έμιλι αναρρώνει σωματικά από ένα σοβαρό ατύχημα που της κόστισε εξίσου ψυχολογικά, καθώς προκάλεσε τερματισμό εγκυμοσύνης. Ο Φρέντι φαίνεται να πιστεύει ότι η νέα αρχή, το νέο μέρος, το σπίτι με χαρακτήρα και ιστορία, όλα τους θα βοηθήσουν στην επανεκκίνηση του γάμου τους. Το Λάρκιν Λοτζ όμως δεν είναι ένα απλό οίκημα. Οι τοίχοι και τα δωμάτια έχουν αυτιά και μάτια, έχουν προσωπικότητα και ταμπεραμέντο…

Ο Φρέντι φαίνεται να πιστεύει ότι η νέα αρχή, το νέο μέρος, το σπίτι με χαρακτήρα και ιστορία, όλα τους θα βοηθήσουν στην επανεκκίνηση του γάμου τους. Το Λάρκιν Λοτζ όμως δεν είναι ένα απλό οίκημα.

Η Έμιλι, μάρτυρας των αντιδράσεων του σπιτιού, θεωρεί ότι η ψυχική υγεία της δεν βελτιώνεται. Παρακολουθεί το σπίτι να μετατρέπεται σε τρίτο κάτοικο, σε ιδιότροπο φιλοξενούμενο. Λοιπόν; Είναι έτσι τα πράγματα; Μήπως οι ψυχοσωματικές εκδηλώσεις των ενοχών που κρύβουν από τον άλλο, κάνουν το ζευγάρι καχύποπτο και παρανοϊκό;

Εθιστικό και επικίνδυνα γοητευτικό, το «Εμείς Ζούμε Τώρα Εδώ» παίζει με τους παραδοσιακούς κανόνες και με τη σύγχρονη προσέγγιση των ανατρεπτικών φινάλε, παραδίδοντας την πιο απολαυστική αναγνωστική εμπειρία των τελευταίων χρόνων.

Αυτά για την ώρα. Συνέχισε να μας ακούς στο εβδομαδιαίο Deep Thought: Paperback+ της Athens Voice, για ακόμη περισσότερες προτάσεις βιβλίων. Θα τα ξαναπούμε!